Άρτιος

 

Θα έλθεις

καταπάνω μου

με το μικρό μαχαίρι

πιασμένο στα λευκά σου δόντια

και θα με κοιτάς

όχι με φρίκη

αλλά με δέος

όπως η θάλασσα το μαύρο ήλιο

στο φανταστικό μου εκείνο

των μυστών στερέωμα

 

αόρατος θα προσπαθώ να γίνω

για να κρυφτώ απ’το μακέλεμά σου

ως την τελευταία στιγμή

ντροπή δεν έχω και στο λέω

μα

δεν θα το πετύχω

 

ο αφανισμός μου πορφυρά θα βάψει τα μαλλιά σου

απ’το βρυαρό μου αίμα

και την ανάσα σου θ’αναστατώσει

όμως

για λίγο μόνο

ώσπου ν’ακούσεις τις τελευταίες μου λέξεις

να βγαίνουν απ’το στόμα μου

σαν πένθιμα πουλιά

 

κι ελεύθερα να τρέξουν

σε κείνο το φανταστικό μου

των μυστών στερέωμα…

 

χωλός γεννήθηκα

 

κι άρτιος φεύγω…