Τόση σιωπή…

 

 

Σ’αυτή την ερημική στάση βρισκόμουν

και το ρολόι μου κοιτούσα ανυπόμονος

κάποιες φιγούρες γύρω μου

άνθρωποι

κτίρια

σκιές

επινοήθηκαν για λίγο

κι ύστερα σβήσαν

στη στάση αυτή περίμενα το επόμενο λεωφορείο

καπνίζοντας

κι εσύ στεκόσουν δίπλα μου

όπως πάντα

και ο καπνός σε διαπερνούσε

γύρω μου παρουσίες

και κάποια μουσική από ένα αυτοκίνητο

δε τη θυμάμαι

στη στάση αυτή

το λεωφορείο αργούσε

η νύχτα ερχόταν

ο ήλιος είχε κοιμηθεί

από ώρα πια

τα χέρια μου κοιτούσα

τα δάχτυλα κρατούσαν το τσιγάρο

κι εσύ χαμογελούσες δίπλα μου

και η σκέψη μου σε ανάσταινε

όλο και πιο στέρεη

όλο και πιο ζωντανή

όπως πάντα

κάποιο μικρό παιδί ήρθε κοντά μου

κάτι μου είπε

δε θυμάμαι

το μικρό του χέρι είδα απλωμένο

και στο βλέμμα του

μια μελαγχολική βουβή ικεσία

πέταξα το τσιγάρο

δραπέτευσα απ’το χρόνο

σου ξέφυγα για μια στιγμή

για να χαμογελάσω

σε τούτο το παιδί

του έδωσα λίγα χρήματα

δε θυμάμαι

γιατί’χα ανάγκη ένα χαμόγελο

έστω κι από έναν άγνωστο

από ένα άγνωστο παιδί

λίγο στο πρόσωπο το άγγιξα

και ανατρίχιασα

που άγγιξα τόση μοναξιά

σε τούτο το προσωπάκι

είδα το λεωφορείο να’ρχεται

ανάσανα βαθιά

το παιδί δεν είχε ακόμη φύγει

κοιτούσε στη μικρή του χούφτα τα λεφτά

δεν είπε τίποτα

και γω μπήκα στο άδειο λεωφορείο

μα όταν ξεκίνησε

άδειασα το βλέμμα μου

έξω απ’το παράθυρο

τα μάτια μου υγράνθηκαν

πόνεσα τόσο πολύ

και είπα

“πως μπορεί

πως γίνεται

τόση σιωπή

να την χωράει ένα παιδί…”