Αλσιμέντ

 

Ο ΠΑΧΟΥΛΟΣ ΑΛΣΙΜΕΝΤ ΜΕ ΤΟ ΞΥΡΙΣΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΙ και τα επιδέξια δάχτυλα, είχε κλείσει πια πέντε δεκαετίες ζωής στο παλάτι. Ο στρατός του πατέρα της αφέντρας του Ροδινής, τον είχε σύρει δεκάχρονο παιδί στα μπουντρούμια του παλατιού ύστερα από εκείνη τη φοβερή πολιορκία του νησιού του. Οι στρατιώτες του Αγκάρ δεν είχαν αφήσει πολλούς απ’τους νησιώτες να επιζήσουν. Ήταν τέτοια η μανία τους που σκότωσαν όλους τους άντρες, βίασαν και έσφαξαν σχεδόν όλες τις γυναίκες ενώ όταν ξεθύμανε η αχνίζουσα οργή τους, μονάχα τρείς μέρες μετά, αποφάσισαν να αποχωρήσουν με καμιά εκατοστή παιδιά και εφήβους που θα τους έριχναν στα σκλαβοπάζαρα της πρωτεύουσας. Ο Αλσιμέντ ήταν ανάμεσα σ’αυτούς. Οι γονείς και οι συγγενείς του ήταν όλοι νεκροί κι έτσι δεν είχε άλλο φως παρά το δάνειο αυτό που έδινε ο ήλιος του Αγκάρ στους δούλους. Με ένα του νεύμα ξεπάστρευε όποιον ήθελε. Με ένα άλλο χάριζε τη ζωή.

Πέντε χρόνια έζησε στα άθλια και ανήλιαγα μπουντρούμια του κάστρου της πρωτεύουσας ο μικρός Αλσιμέντ. Στα χρόνια αυτά είδε τους περισσότερους να πεθαίνουν όμως εκείνος ζούσε. Ζούσε και περίμενε. Περίμενε υπομονετικά την ημέρα που θα έβγαινε ξανά στο φως του ήλιου και θα ζούσε μια άλλη ζωή. Είχε πίστη και υπομονή ο Αλσιμέντ. Και επιδέξια δάχτυλα.

Μέσα σ’αυτά τα χρόνια του εγκλεισμού του στα βρωμερά υπόγεια μπουντρούμια με τους θεόρατους αρουραίους, τη μούχλα και τις ακαθαρσίες, ο Αλσιμέντ έμαθε πολλά. Έμαθε για το βασίλειο, τον κόσμο με όλα τα όμορφα και άσχημά του, τους πολέμους του ένδοξου Αγκάρ και για την Ροδινή, την πεντάμορφη πριγκίπισσα και κόρη του. Είχε τριακόσιους δούλους, λέγανε και μόνο για το μπάνιο της, είχε είκοσι που την περιποιούνταν κάθε μέρα! Αυτό το τελευταίο το είχε μάθει από έναν δούλο που είχε πέσει σε δυσμένεια από την πριγκίπισσα και τον είχε στείλει για δέκα χρόνια στα μπουντρούμια!

Αυτός ο δύσμοιρος δούλος ήταν ο προσωπικός σκουπιστής πελμάτων της Ροδινής για έξι χρόνια. Το καθήκον του ήταν απλό, τόσο απλό που δεν μπορούσε να καταλάβει ο Αλσιμέντ τι είχε πάει στραβά. Κάθε φορά που έβγαινε από το λουτρό της η πριγκίπισσα, έπρεπε εκείνος να προσπέσει με την ανοιχτή πετσέτα εμπρός της και πριν περάσει χρόνος για να ανοιγοκλείσει κάποιος τα μάτια του να αγκαλιάσει το θεϊκό της πέλμα με την μαλακή πετσέτα και να το σκουπίσει. Να το καθαρίσει με τρεις μονάχα κινήσεις! Κι ύστερα το άλλο. Με άλλες τρεις κινήσεις. Και μετά οι άλλοι σκουπιστές, όλοι τυφλοί αλλά εκπαιδευμένοι να μην αστοχούν αλλά και να μην ορέγονται τα κάλλη μιας θεάς, αναλάμβαναν το υπόλοιπο κορμί της. Τις γάμπες και τα γόνατα, τους μηρούς, την κοιλιά της, κλπ.

Ο δούλος που τα έλεγε όλα αυτά όμως δεν ήταν τυφλός. Η πριγκίπισσα του είχε χαρίσει το φως γιατί τον ήθελε να βλέπει τα ακροδάχτυλά της και να τα ονειρεύεται στον ύπνο του. Ήταν σπλαχνική η Ροδινή κι ας έλεγαν κάποιοι πως είχε κάποτε στείλει στον πάτο της θάλασσας πέντε δούλες της γιατί όταν κάποτε επιθεώρησε το χαρέμι δεν ήταν ανάμεσα σε κείνες που είχαν πέσει να την προσκυνήσουν ακουμπώντας τις μύτες τους στο πάτωμα. Το ότι ήταν άρρωστες και στο κρεβάτι δεν έστεκε ως δικαιολογία βέβαια. Και νεκρές ακόμα θα έπρεπε να συμμορφωθούν κι εκείνες προτίμησαν να απολαμβάνουν τη χαρά του στρώματος. Ή πως μια άλλη φορά είχε θανατώσει είκοσι δούλους γιατί η άμαξά της που είχε περάσει πάνω από τα σώματά τους σε μέρα βροχερή, γεμάτης λάσπες στους δρόμους, είχε αναπηδήσει μια φορά ενώ είχε διατάξει πως έπρεπε να μην αναπηδήσει ούτε εκατοστό περνώντας πάνω απ’τα γυμνά κορμιά των δούλων! Και πώς τους είχε θανατώσει αυτούς; Μα με την ίδια άμαξα. Διέταξε να χωθούν μεγάλα καρφιά στους τροχούς και ύστερα πρόσταξε τον αμαξά να περάσει δέκα κι είκοσι φορές πάνω από τα γυμνά σώματα των άτυχων δούλων ώσπου κορμιά, αίμα και λάσπη να γίνουν αξεχώριστα, ένας πολτός!

«Κι εσένα γιατί σ’έστειλε εδώ πέρα;», τον ρώτησε με αγωνία ο Αλσιμέντ.

«Γιατί σκόνταψα ο ανόητος, γλίστρησα, έπεσα με το κεφάλι εμπρός στα πόδια της και ακούμπησα με τα χέρια μου τον αστράγαλό της!», είπε ο δούλος. «Δοξάζω τον Αλλάχ που γλίτωσα τα χέρια μου και τα’χω ακόμα κολλημένα στο κορμί μου», είπε κι έμειναν σιωπηλοί μετά και οι δυο.

Αυτά και άλλα του διηγιόταν τις ατελείωτες ώρες που έκαναν στα μπουντρούμια και η φαντασία του Αλσιμέντ είχε πυροδοτηθεί. Πώς να ήταν άραγε στο πρόσωπο η πριγκίπισσα; Ελάχιστοι είχαν δει το θείο της πρόσωπο. Στα είκοσί της χρόνια έλεγαν πως δεν είχε υπάρξει ομορφότερο πλάσμα σε όλη την αυτοκρατορία!

Και πώς θα μπορούσε άραγε να τρυπώσει ανάμεσα στους υπηρέτες της και να γίνει ο προσωπικός σκουπιστής των πελμάτων της; Τι μεγάλο όνειρο, τι φιλοδοξία τρελή! Κι όμως, κάτι του έλεγε πως είχε γεννηθεί σε κείνο το ασήμαντο νησάκι της πατρίδας του για να βρεθεί κάποια μέρα με την πετσέτα στα χέρια να σκουπίζει με τρεις κινήσεις τα πόδια μιας θεάς!

Ναι, κάτι ανεξήγητο, μυστήριο και σκοτεινό τον επισκεπτόταν κάθε μέρα και κάθε νύχτα και του έλεγε πως αυτός ήταν ο σκοπός της ζωής του. Η ιερή του αποστολή! Πράγματα ζοφερά και άγνωστα και που οι κοινοί θνητοί δεν πρέπει να σκοτίζονται από πού έρχονται και πώς γεννιούνται.

Μονάχα που θα έπρεπε να βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία.

Η ευκαιρία δεν ήρθε από μόνη της. Εργάστηκε ο Αλσιμέντ πολύ γι αυτήν. Κατ’αρχάς διέδωσε ανάμεσα στους έγκλειστους και τους δεσμοφύλακες πως ήταν ο κρατούμενος με τα πιο ελαφρά κι επιδέξια δάχτυλα που θα γνώριζαν ποτέ! Έπαιρνε κάθε μέρα πετρούλες από την αυλή και τις έπαιζε ανάμεσα στα δάχτυλα, τις έκρυβε στο τριμμένο του παντελόνι, τις εξαφάνιζε πίσω απ΄τα αυτιά των δεσμοφυλάκων και διασκέδαζαν όλοι και γελούσαν. Ήταν πράγματι επιδέξιος σαν ταχυδακτυλουργός ο Αλσιμέντ και με την εξάσκηση την καθημερινή, μπορούσε πια να κρύβει τα νομίσματα που του έδιναν στα πιο απίθανα μέρη. Τα επέστρεφε όλα πίσω βέβαια γιατί αλλιώς τον περίμενε ο θάνατος απ’το τσεκούρι του δήμιου.

Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 15 του, αμούστακο αγόρι, όταν τρεις στρατιώτες κι ένας αξιωματικός της Αυλής κατέβηκαν στα μπουντρούμια και ζήτησαν να τον εμφανίσουν μπροστά τους!

«Εσύ είσαι ο μικρός μάγος;», τον ρώτησε ο αξιωματικός με την πορφυρή μπέρτα και το ωραίο καπέλο με το φτερό.

«Μάλιστα κύριε», απάντησε δειλά και με έντονο χτυποκάρδι ο Αλσιμέντ.

«Κάνε μου κόλπα για να δω», διέταξε ο αξιωματικός και ο μικρός Αλσιμέντ έπιασε την ευκαιρία απ’το λαιμό.

Έκανε κόλπα με ασημένια νομίσματα που του έδωσαν οι στρατιώτες, με τα σπαθιά, ως και στο καπέλο του αξιωματικού εμφάνισε ένα νόμισμα και όλοι γέλασαν με την καρδιά τους.

«Θα σε πάρω στο χαρέμι να διασκεδάζεις τις δούλες! Πρώτα να τον μουνουχίσουν», είπε αξιωματικός και έκανε ύστερα μεταβολή και χάθηκε. Ο Αλσιμέντ δεν κατάλαβε τι σήμαινε η τελευταία λέξη όμως δεν στενοχωρήθηκε. Η χαρά του που πλησίαζε λιγάκι το μεγάλο του όνειρο να γίνει αλήθεια, δεν λεγόταν.

Και σαν από θαύμα δεν τον μουνούχισαν. Τη μέρα που έπρεπε να γίνει το φοβερό μαρτύριο, ο δήμιος είχε αρρωστήσει κι άλλος δεν αναλάμβανε το απαίσιο έργο. Κι άλλη μια φορά που μια από τις δούλες του χαρεμιού έβαλε τις φωνές πως ο Αλσιμέντ δεν ήταν ‘κομμένος’ γιατί τον είχε δει πρωί στο κρεβάτι ξαπλωμένο με ορθωμένο το όργανό του, έγινε αναστάτωση στο παλάτι γιατί κηρύχτηκε πόλεμος με κάποια χώρα του βορρά και κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του.

Για πέντε ολόκληρα χρόνια έμεινε σαλτιμπάγκος στο χαρέμι ο Αλσιμέντ. Κι έκανε συντροφιά με τις κοπέλες και τις διασκέδαζε και τις γοήτευε με τα αστεία του, τα χωρατά του και τα κόλπα του. Αποφάσισε να πάρει λίγο βάρος, να κάνει κοιλιά και με το ξυρισμένο το κεφάλι του έμοιαζε τέλειος μουνούχος και δεν τον ενοχλήσαν πια.

Μα ακόμα την πριγκίπισσα δεν την είχε δει! Μια μέρα μόνο είδε τα πασουμάκια της όταν πέρασε απ’το χαρέμι για να επιθεωρήσει τις δούλες της κι αυτό πεσμένος στα τέσσερα και με τη μύτη στο πάτωμα.

Κι όμως, ο Αλσιμέντ είχε πίστη και υπομονή. Ήξερε πως θα ερχόταν η δική του ώρα. Και όντως ήρθε!

Έμαθε απ’τα κουτσομπολιά των κοριτσιών πως η πριγκίπισσα έψαχνε σκουπιστή πελμάτων! Αυτός που είχε πάρει τη θέση του παλιού του φίλου ήταν πια νεκρός.

«Τι του συνέβη;», ρώτησε όλο έξαψη ο Αλσιμέντ.

«Τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του ως το γόνατο της!», ψέλλισε η κοπέλα και όλες οι άλλες γύρω της κλείσαν το στόμα από έκπληξη μεγάλη!

«Και λοιπόν;», ρώτησε ο Αλσιμέντ.

«Η πριγκίπισσα τον είδε, έγινε λένε έξαλλη και πρόσταξε αμέσως το μαρτύριο με…», έκανε η κοπέλα αηδιασμένη για ό,τι θα έλεγε, «… τον αρουραίο και τον κουβά!»

«Όχι!», έκραξαν όλες.

«Τι είναι αυτό;», ξαναρώτησε ο Αλσιμέντ που ήταν ο μόνος που δεν ήξερε τίποτα απ’αυτά.

«Σου δένουν ένα κουβά με έναν αρουραίο στην κοιλιά», άρχισε να λέει μια άλλη, «και βάζουν φωτιά στον κουβά. Ο αρουραίος τρελαίνεται και…»

«Μπλιαχ!», έκαναν οι κοπέλες.

«Σκάβει τη κοιλιά σου για να γλιτώσει!», συμπλήρωσε τρομοκρατημένος ο Αλσιμέντ.

«Και δεν πεθαίνεις παρά μετά από ώρες! Ώσπου να φτάσει…», πετάχτηκε μια στο βάθος.

«Σταμάτα, αρκετά!», την επιτίμησε η Ζάνα, η μεγαλύτερη απ’όλες κι επικεφαλής του χαρεμιού.

«Τρομερό!», έκανε ο Αλσιμέντ.

«Ο δυστυχής!», ψέλλισε μια κοπέλα.

«Κι είχε και τρία παιδιά», είπε μια άλλη.

«Κι ανάγκασε τη γυναίκα του και τα παιδιά του να τον βλέπουν!», είπε μια ακόμα.

«Ζάνα, σε παρακαλώ, κάνε ό,τι μπορείς να πάρει εμένα!», είπε ο Αλσιμέντ σαν έμειναν οι δυο τους. «Εσύ την ξέρεις την πριγκίπισσα, της μιλάς, πες της για μένα! Και σου υπόσχομαι, το ένα τρίτο όσων παίρνω για ένα χρόνο… για δυο χρόνια… θα στα δίνω!», της είπε πιο σιγά να μην ακούσουν οι άλλες.

«Τι λες μωρέ ντελή;», έκανε εκείνη. «Δεν άκουσες τι έγινε με το δούλο της;», του είπε εκείνη αλλά έβλεπε στο βλέμμα του μια λάμψη αλλόκοτη. «Καλά… μεθαύριο στη γιορτή για τον βασιλιά θα βρω ευκαιρία και θα μιλήσω στο λακέ της… τον Ισμαήλ… δεν θα’ναι εύκολο… έχεις καθόλου ασημένια;»

«Έχω… να, πάρε… τα μάζευα χρόνια…», της είπε και της έδωσε ένα μικρό πουγκί.

«Είσαι εντελώς τρελός!», είπε η Ζάνα και έκρυψε το πουγκί στο στήθος της.

Τρεις μήνες πέρασαν από κείνη τη μέρα ώσπου να γίνει δεκτός σε ακρόαση από την Ροδινή ο Αλσιμέντ. Κείνο το πρωινό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ στη ζωή του. Του το’χε ανακοινώσει η Ζάνα πιο πολύ με τρόμο παρά με χαρά και του’χε πει όλα τα σχετικά του πρωτοκόλλου.

«Θα συρθείς με το κεφάλι στο χαλί, τα χέρια μπροστά ώσπου να φτάσεις τον μεγάλο κόκκινο ρόμβο… θα τον δεις, θα καταλάβεις… πρόσεξε μην λαθέψεις!»

«Ναι!», έκανε εκστατικός ο Αλσιμέντ.

«Εκείνη θα μιλήσει πρώτη, εσύ θα απαντάς σε ό,τι ρωτάει. Μονολεκτικά και στο τέλος θα κολλάς πάντα το ‘Υψηλοτάτη’. Κατάλαβες; Κοίτα καλά καημένε μου γιατί ένα λάθος και…»

«Ναι, ναι… τι άλλο;»

«Τίποτα… όταν τελειώσει εσύ σέρνεσαι ανάποδα… σιγά σιγά… και στο τέλος του χαλιού σηκώνεσαι και πάλι με το κεφάλι σου σκυφτό οπισθοχωρείς ως το φρουρό στην πόρτα! Μην κάνεις δόλιε πως της γυρνάς την πλάτη και…»

«Ναι, το ξέρω Ζάνα. Σ’ευχαριστώ!»

«Τι μ’ευχαριστείς μωρέ; Τρελέ! Άσχημα περνάγαμε εδώ πέρα τόσα χρόνια; Κανείς δεν σου έδινε σημασία. Κανείς δεν ήξερε ποιος είσαι… έπαιρνες το πουγκί σου κάθε μήνα και μπιρ Αλλάχ! Τώρα έβαλες το κεφάλι σου καημένε μου στο ντορβά!»

Ο Αλσιμέντ δεν είχε αυτιά για να ακούει τι του έλεγε φλυαρώντας η Ζάνα. Η σαραντάχρονη γυναίκα τον συμπαθούσε και τον προστάτευε πάντα μέσα στο χαρέμι. Τώρα φοβόταν πια πως οι μέρες του ήταν μετρημένες.

Ο Ισμαήλ τον είχε συνοδέψει εκείνο το πρωί ως τα διαμερίσματα της πριγκίπισσας. Του είχε ρίξει μια περιφρονητική ματιά λες κι ήταν κόκκος σκόνης. Σαν μπήκαν στο μεγάλο της δωμάτιο, τον πρόσταξε να πέσει στα τέσσερα, του πάτησε τον ώμο να περιμένει και πήγε να τον αναγγείλει. Κάποια στιγμή άκουσε το όνομά του. Ο Αλσιμέντ έκανε όπως τον είχε ορμηνέψει η Ζάνα, έριξε το πρόσωπό του στο χαλί κι άρχισε σαν προσκυνητής να σέρνεται σιγά σιγά προς το θρόνο, στο βάθος του δωματίου. Σαν έφτασε στο μεγάλο ρόμβο κοκάλωσε και περίμενε. Η καρδιά του χτυπούσε σαν παλαβή από την αγωνία.

«Εσύ είσαι ο δούλος που θέλει να γίνει σκουπιστής των πελμάτων μου;», άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του τη φωνή της και νόμιζε πως θα λιποθυμούσε. Ήταν η ωραιότερη, η ευγενέστερη, η μουσικότερη φωνή που είχε ακούσει ποτέ του. Το όνειρό του πλησίαζε, γινόταν πραγματικότητα!

«Μάλιστα Υψηλοτάτη!», είπε σταθερά.

«Κι έχεις καθώς μου λένε απαλά κι επιδέξια χέρια;», ρώτησε ξανά εκείνη.

Η ερώτηση ήταν παράξενη. Έπρεπε να πει ναι ή μήπως ήταν παγίδα;

«Μονάχα αν το κρίνετε Εσείς Υψηλοτάτη!», απάντησε εκείνος κι άκουσε το γέλιο της.

«Διπλωμάτης και πανούργος όπως όλοι οι δούλοι!», είπε μετά και η καρδιά του σταμάτησε. Ήταν η λάθος απάντηση λοιπόν;

«Ισμαήλ, βάλτον τη Δευτέρα το πρωί και βλέπουμε!», πρόσταξε και ο Αλσιμέντ κατάλαβε πως η ακρόαση είχε τελειώσει. Σύρθηκε ανάποδα ως το τέλος του χαλιού, μετά σηκώθηκε και με σκυφτό κεφάλι πισωπάτησε ως το κατώφλι του δωματίου. Εκεί τον περίμενε ο Ισμαήλ.

«Έλα μαζί μου!», του είπε ξερά και ο Αλσιμέντ με την καρδιά του ανάλαφρη και ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο ήθελε να πετάξει απ’τη χαρά του!

Τα είχε καταφέρει λοιπόν! Ναι, τα είχε καταφέρει! Το όνειρό του γινόταν πραγματικότητα!

Από εκείνη τη Δευτέρα άλλαξε ολόκληρη η ζωή του! Ο Αλσιμέντ μετακόμισε στο ειδικό δωμάτιο των σκουπιστών, είχε ένα πενιχρό εισόδημα το μήνα και αποκλειστικό καθήκον ένα και μόνο. Το σκούπισμα των πελμάτων της Ροδινής, όταν εκείνη έπαιρνε το λουτρό της… Αποδείχθηκε ικανός και άξιος σκουπιστής. Δεν έκανε ποτέ του το παραμικρό λάθος και μάλιστα, βελτίωσε και την τεχνική των σκουπιστών από τρεις σε δυο κινήσεις! Η πριγκίπισσα ήταν τόσο ευχαριστημένη μαζί του που διέταξε όλοι οι σκουπιστές πλέον να υιοθετήσουν τη νέα τεχνική και προβίβασε τον Αλσιμέντ σε ισόβιο αρχι-σκουπιστή των πελμάτων της! Ύψιστη τιμή και πρωτόγνωρη που έκανε όλο το παλάτι να θαυμάσει!

Τα χρόνια περνούσαν. Ο Αλσιμέντ μεγάλωνε και μαζί μεγάλωνε βέβαια και η πριγκίπισσα που έγινε βασίλισσα και κάθισε στο θρόνο της αυτοκρατορίας. Τα υψηλά και δύσκολα καθήκοντά της δεν της στερούσαν όμως την απόλαυση του καθημερινού της μπάνιου με τον αρχισκουπιστή της πάντα σε ετοιμότητα και τους άλλους σκουπιστές να παίρνουν μαθήματα απ’αυτόν.

Κάποτε η Βασίλισσα τον κάλεσε σε ιδιωτική ακρόαση. Ο Αλσιμέντ ήταν κιόλας 40 χρονών και εκείνη στα 45.

«Καλέ μου Αλσιμέντ!», του είπε αλλά εκείνος δεν τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι του από το χαλί. Όλα αυτά τα χρόνια δεν την είχε δει ποτέ στο πρόσωπο!

«Σκέφτηκα πως μεγάλωσες πια… με υπηρέτησες πάντα άψογα… όλα αυτά τα χρόνια… θέλω να σου δώσω μια άλλη θέση… πες μου τι θέλεις;», τον ρώτησε. Η φωνή της ήταν γλυκιά και σχεδόν φιλική. Ο Αλσιμέντ σκοτείνιασε.

«Αν μου επιτρέπει η Μεγαλειότητά Σας Κυρία, δεν θα ήθελα τίποτε άλλο από το να συνεχίσω να είμαι αυτό που είμαι!», απάντησε ανήσυχος.

«Μα, μπορώ να σου δώσω όποια θέση επιθυμείς… Θέλεις να γίνεις ο λακές μου; Ο προσωπικός μου καμαριέρης; Ο αγγελιοφόρος μου στην Αυλή; Σου αξίζει ό,τι κι αν θελήσεις… έλα, σήμερα είμαι στις καλές μου… εκμεταλλεύσου το!», σχεδόν τον διέταξε η βασίλισσα.

«Αν μου το επιτρέπει η Μεγαλειότητά Σας Κυρία, δεν επιθυμώ να αλλάξω θέση… σπλαχνιστείτε το δούλο σας και μην τον διώξετε από τη θέση του σκουπιστή των θεϊκών πελμάτων Σας!», είπε εκείνος ακόμα πιο ανήσυχος.

«Καλά λοιπόν», ξεφύσηξε εκείνη. «Πήγαινε τώρα!», τον πρόσταξε και με μεγάλη ανακούφιση ο Αλσιμέντ σύρθηκε προς τα πίσω και βγήκε από δωμάτιό της.

Είχε έρθει πια η ώρα της συνταξιοδότησης.

Στα εξήντα του χρόνια ο Αλσιμέντ, αρχισκουπιστής των πελμάτων της βασίλισσας Ροδινής, έπρεπε να παραδώσει τη σκυτάλη σε κάποιο νεότερο. Η 65χρονη βασίλισσα και βασιλομήτωρ τον δέχθηκε για τρίτη ακρόαση και τελευταία ως φαινόταν στα νέα της διαμερίσματα.

«Δεν χρειάζεται να πέσεις στα τέσσερα Αλσιμέντ… έλα, κόπιασε γέρο μου!», του φώναξε φιλικά αλλά ο γέρο δούλος δεν τόλμησε να σηκώσει βέβαια το βλέμμα του. Με  σκυφτό το κεφάλι πλησίασε και γονάτισε κοντά της. Μπορούσε να δει το χρυσοκέντητο δαμασκηνί φόρεμά της και τα γαλαζο-προρφυρά της πασούμια πάνω στο  ακριβό χαλί.

Ο Αλσιμέντ δεν μπορούσε να κρύψει τη μελαγχολία του. Είχε φτάσει δεκάχρονο παιδί σε τούτο το παλάτι και τώρα εξηντάχρονος άντρας έπρεπε να απομακρυνθεί από τα αγαπημένα του καθήκοντα. Και να πάει που; Να κάνει τι;

«Μια ολόκληρη ζωή περάσαμε μαζί, ε Αλσιμέντ; Λοιπόν, τώρα που δεν θα είσαι πια στην υπηρεσία μου, με τη σύνταξή σου, αν θέλεις μπορείς να πάς στην πατρίδα σου… αποφάσισα να σου δώσω την ελευθερία σου! Αυτό είναι το προσωπικό μου δώρο για τις υπηρεσίες σου όλα αυτά τα χρόνια καλέ μου δούλε!», του είπε τρυφερά και του έφερε στο οπτικό του πεδίο μια περγαμηνή με χρυσή κορδέλα.

«Να, αυτό είναι το επίσημο έγγραφο. Με αυτό μπορείς να ταξιδέψεις παντού. Πήγαινε στο νησί σου Αλσιμέντ. Με τα χρήματα της σύνταξης πάρε ένα σπίτι και ζήσε τα στερνά σου χρόνια βλέποντας τη θάλασσα!», είπε η βασίλισσα και ο Αλσιμέντ αναλύθηκε σε λυγμούς.

«Καλέ μου υπηρέτη!», είπε εκείνη. «Καλέ και πιστέ μου δούλε!», ξανάπε.

«Μεγαλειοτάτη!», είπε εκείνος και έκλαψε ακόμα λίγο.

«Πες μου… τι θέλεις… ό,τι θέλεις εσύ θα στο δώσω!», τον παρότρυνε κι εκείνος της μίλησε αφού ηρέμησε κάπως.

«Να με συγχωρεί τόσο πολύ η Μεγαλειότητά Σας για το ότι ο ταπεινός δούλος λέρωσε με τα δάκρυά του το χαλί Σας… ένα μονάχα θα’θελα να ζητήσω ως τελευταίο από την απέραντη γενναιοδωρία της γλυκιάς ψυχής Σας!», είπε.

«Να το ακούσω λοιπόν!»

Και ο Αλσιμέντ άρχισε να λέει στη βασίλισσά του το εξωφρενικό του αίτημα.

Όταν τελείωσε εκείνη ήταν σχεδόν χαμογελαστή.

«Εντάξει Αλσιμέντ. Θα ικανοποιήσω την τελευταία σου επιθυμία», είπε. «Σε μια εβδομάδα. Ετοιμάσου λοιπόν. Κάνε ό,τι είναι να κάνεις, τακτοποίησε όσες εκκρεμότητες έχεις… σε μια εβδομάδα! Πήγαινε τώρα!», τον πρόσταξε και ο Αλσιμέντ για μια ακόμη φορά σύρθηκε προς τα πίσω και με σκυφτό το εξηντάχρονο κεφάλι του βγήκε από το δωμάτιο.

Το τελευταίο πρωινό στα καθήκοντά του ως σκουπιστή πελμάτων ήταν και το ωραιότερο για τον Αλσιμέντ. Γιατί ήταν το πρώτο και το τελευταίο που θα ήταν μόνος στο λουτρό με τη βασίλισσα. Μόνος μαζί της, μετά από 30 χρόνια στην υπηρεσία της!

«Είσαι έτοιμος δούλε;», του φώναξε εκείνη ακόμα μέσα στο νερό.

«Έτοιμος Μεγαλειοτάτη!», απάντησε εκείνος και την άκουσε για τελευταία φορά να σηκώνεται από τη μπανιέρα της και να χύνονται τα νερά από το θείο κορμί της που ποτέ δεν είχε δει αλλά αμέτρητες φορές είχε φαντασιωθεί στα πυρετικά μοναχικά του βράδια.

Είχε πάρει τη γνωστή του θέση. Στα τέσσερα, περιμένοντας να δει το αριστερό της πόδι να κατεβαίνει αργά προς τα πλακάκια. Την κατάλληλη στιγμή σύρθηκε μπροστά με την ακριβή, χιλιάκριβη, τελευταία πετσέτα στα χέρια του. Την άπλωσε κάτω από το πέλμα της που παρά τα 65 της χρόνια παρέμενε λευκό, όμορφο και απαλό σαν κοριτσίστικο. Με δυο επιδέξιες κινήσεις το σκούπισε τέλεια και περίμενε και το άλλο. Το ίδιο επανέλαβε με τις άψογες επαγγελματικές του κινήσεις και σ’αυτό.

Είχε έρθει η ώρα.

Ο Αλσιμέντ ξάπλωσε ανάσκελα στα πλακάκια και άπλωσε την βρεμένη πετσέτα στο πρόσωπό του για να μην υπάρχει καμιά περίπτωση να δει ούτε από λάθος το πρόσωπο της βασίλισσας, της αγαπημένης του!

«Είσαι έτοιμος λοιπόν καλέ μου δούλε;», τον ρώτησε από ψηλά εκείνη.

«Μάλιστα Μεγαλειοτάτη!», απάντησε εκείνος και πήρε βαθιά ανάσα.

Η βασίλισσα έφερε το δεξί της πέλμα πάνω στο λαιμό του. Σήκωσε το σώμα της και στηρίχτηκε με όλο της το βάρος στο πόδι αυτό ενώ κρατιόταν από μια καρέκλα για να μην γλιστρήσει.

Δεν χρειάστηκαν πολλές κινήσεις για να ακουστεί το ‘κρακ’ που σήμαινε το σπάσιμο του σβέρκου του γέρου δούλου.

Η βασίλισσα τύλιξε μια ρόμπα στο γυμνό της κορμί και φώναξε μια δούλα που περίμενε στην πόρτα. Της έδειξε το σωρό του άψυχου δούλου χωρίς να τον κοιτάζει.

«Να θαφτεί με την πετσέτα αυτή στο πρόσωπό του», την διέταξε και αποχώρησε για τα διαμερίσματά της πεντακάθαρη και με τα αιθέρια έλαια να μοσχομυρίζουν πάνω στο θείο κορμί της.

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

καλοκαίρι 2015