Η ΚΑΛΥΨΩ ΣΤΟ ΜΠΡΟΥΚΛΥΝ

 

 

Όταν επιχειρούν τρεις άνθρωποι να δομήσουν ένα άρτιο, συμπαγές αλλά το κυριότερο, λειτουργικό και αρμονικό μαζί, πνευματικό οικοδόμημα, το αποτέλεσμα, αν μη τι άλλο, είναι πολύ ενδιαφέρον… πριν από πολύ καιρό, αποφασίσαμε, στο πλαίσιο της εσωτερικής συγγραφικής δράσης στο Logoclub (http://www.logoclub.gr/), η Κατερίνα, ο Ηλίας κι εγώ, είπαμε να χαρούμε την προσπάθεια… κι ό,τι βγει… έχω την αίσθηση πως το αποτέλεσμα δεν είναι κακό… και προσωπικά, αν μη τι άλλο, θυμάμαι έντονα εκείνες τις μέρες για την ηδονή και τη χαρά της κοινής ‘άθλησης’…

 

Desyllasi (Ηλίας Δεσύλλας)

Kate (Κατερίνα Μιχαηλίδου)

Sailor (Αντώνης Μυκονιάτης)

 

 

 

ΉΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ Η ΚΥΡΙΑ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ που μίλαγε για προσευχές και τέτοια. Έλεγε με πάθος ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν την προσευχή και το σταυρό τους, τουλάχιστον πριν κοιμηθούν. Αν το κάναν αυτό θα έσωζαν σίγουρα την ψυχή τους αλλά και ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος. Τα σάλια της πέφταν προς την οθόνη της τηλεόρασης και το λίπος στο λαιμό της ζάρωνε καθώς καλούσε τους πιστούς να προσευχηθούν. Κάπου ένας μέσα στο μπαρ έκανε το σταυρό του και κάτι ψιθύρισε, Θεέ μου άλλη μια χαμένη προσευχή… Ευτυχώς ο γέρο μπάρμαν άλλαξε κανάλι για να δει κάτι αθλητικά. Το κεφάλι μου είχε αρχίσει πάλι να πονάει. Αλλά δεν ήξερα αν ήταν από την τεκίλα ή την χοντρή κυρία. Αποφάσισα να πληρώσω και να φύγω για το σπίτι. Είχε νυχτώσει έξω και ένα ψιλόβροχο άρχισε να πέφτει. Μου άρεσε πολύ η αίσθηση της σταγόνας που πέφτει στο πρόσωπο πριν κυλήσει στην γη. Με γλύκαινε και με ηρεμούσε. Αν υπήρχε Θεός τότε σίγουρα ήταν μέσα σ'αυτή την σταγόνα βροχής. Χαμογέλασα και άναψα τσιγάρο. Ο δρόμος από το μπαρ του Ντέννις προς το σπίτι ήταν δύο τσιγάρα απόσταση. Τα τελευταία χρόνια αυτή ήταν η συντροφιά μου. Δύσκολη και βασανιστική συντροφιά αλλά με κρατούσαν από την τρέλα. Κάποτε ο καπνός τους έφερνε σκέψεις, τώρα απλά κάνει την δουλειά του. Τις διώχνει.

 

Έφτασα στο ερειπωμένο, πανάρχαιο κτήριο που με περισσό θράσος στεκόταν όρθιο ακόμη σ’αυτή την άθλια γειτονιά και έψαξα στο νοτισμένο μου σακάκι για τα κλειδιά μου. Μπορεί ο Ντέννις να με είχε ποτίσει ένα βαρέλι απ’αυτή τη σιχαμερή του τεκίλα αλλά, δεν τα’χα ακόμη ολότελα χαμένα. Και θυμόμουν πολύ καλά πριν σηκωθώ να φύγω από τη τρύπα μου, κάτι αιωνιότητες πριν, για το ραντεβού με τον εκδότη μου και μετά με τον υγρό μου θάνατο, ότι τα κλειδάκια μου αναπαύονταν όμορφα και τεμπέλικα σαν τη Σεχραζάτ στην αριστερή μου τσέπη. Μα, τι στο δαίμονα, είχαν κάνει φτερά! Σωριάστηκα σα τσουβάλι άμμου στο σκαλάκι έξω από την μανταλωμένη πόρτα με το κεφάλι μου να το σφυροκοπάνε οι δαίμονες της Αποκάλυψης και άρχισα να αναρωτιέμαι ποιος απ’ όλους θα με περιμάζευε πάλι σε καμιά, δυο ώρες με το ξημέρωμα. Μάλλον η Ντόρις, η χοντροκώλα νοσοκόμα που θα γυρνούσε από τη βάρδια της. Η Ντόρις… Την είχα ‘τακτοποιήσει’ αν καταλαβαίνετε τι εννοώ, κάμποσες φορές σε εποχές τόσο μακρινές όσο και ο Νώε. Και στο όνομα αυτών των μοναδικών μας στιγμών δεν ξεχνούσε να με χαρτζιλικώνει που και που. Α, ναι και να με μαζεύει από τα βουλεβάρτα όταν και οι κατσαρίδες με είχαν ξεγραμμένο. Κι αν δεν ερχόταν η Ντόρις… μπορεί ο Χεσούς… όχι θεέ μου, όχι αυτός… του χρώσταγα κι εκείνα τα 30 δολ…

- Έχασες τα κλειδιά σου;

 

Σήκωσα τα βλέμμα μου και μέσα στο ψιλόβροχο που κατούραγε ο Θεός είδα τον πρώτο ζωντανό άγγελο στη ζωή μου. Ναι, αλήθεια το λέω, ήταν εκεί, από πάνω μου, με κατάλευκο δερμάτινο τζάκετ, ολόχρυσα χυτά μαλλιά και δυο μάτια…

 

- Σήκω. 
 

Έχουν οι άγγελοι τόσο ωραία φωνή; Μα, κι από την άλλη, σου απλώνουν το χέρι όταν έχεις γίνει ένας ασήμαντος μπόγος, τέσσερις το πρωί στην πιο κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης;

 

- Έλα, μη μας πάρει το ξημέρωμα! Σήκω!

 

Το χέρι της ήταν αυτό που λένε οι συγγραφείς σαν και του λόγου μου, ‘οστεώδες’ αλλά τα ακροδάχτυλά της κατέληγαν σε μακριά νύχια βαμμένα κάτασπρα. Τώρα γιατί αυτό μου φάνηκε κακό σημάδι θα έπρεπε να απευθυνθώ στον Ντένις και το άθλιο πιοτό του. Της έδωσα το χέρι μου και, ωπ, σαν από θαύμα όρθιος πάλι!...

 

- Μοιάζεις λες και σε ξέβρασε η βροχή, μου είπε κοιτώντας με παιχνιδιάρικα στα μάτια.

- Απλά δεν ήταν η βραδιά μου απόψε, της απάντησα.

- Έλα μέσα, μου είπε ανοίγοντας την πόρτα.

 

Την ακολούθησα μαγευτικά υποταγμένος από τον αέρα της, από την αύρα της. Και τα φοβερά οπίσθιά της που διαγράφονταν μέσα από το ξεθωριασμένο μπλε τζιν. Τι υπέροχη γυναίκα! Το καταλαβαίνεις όταν στην ζωή σου εμφανίζεται ξαφνικά μια τέτοια γυναίκα. Έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις, άγγελος του φωτός στο σκοτάδι της καθημερινότητας σου. Γεμίζει τις μέρες σου, τις νύχτες σου, κάθε ανάσα της δίπλα σου και ένας μικρός παράδεισος. Μα είναι σαν το καλό νυχτερινό μεθύσι. Φεύγει το πρωί και το μόνο που σου μένει τελικά είναι η ζάλη και ένα βαρύ κεφάλι. Τόσο βαρύ που συχνά κάνεις ώρες να σηκωθείς από το κρεβάτι, μπορεί και μέρες. Και θα πρέπει να θεωρείσαι τυχερός αν όταν ξυπνήσεις βρίσκεσαι στο κρεβάτι σου. Γιατί μπορεί να σηκωθείς και να είσαι σε κανένα σοκάκι, ξαπλωμένος μέσα στα ξερατά σου και να μην θυμάσαι πως και γιατί βρέθηκες εκεί. Αυτή την πορεία χαράζουν στην ζωή σου τέτοιες γυναίκες. Μα ποιος αρνείται να τις ακολουθήσει;...

 

- Τι τρέχει; Γιατί στέκεσαι στην εξώπορτα ακόμα σαν χαμένος; γύρισε και μου είπε γεμάτη δήθεν απορία.

- Κακιά τεκίλα, της είπα και προχώρησα.

 

Μπήκαμε στο εσωτερικό της πολυκατοικίας –για την ακρίβεια ο ξανθός άγγελος μπήκε, εγώ σύρθηκα- αλλά, αντί να πάμε προς το κλιμακοστάσιο, η πρωινή μου σωτήρας με οδήγησε μέσα από ένα σκοτεινό διαδρομάκι προς μια άλλη, άγνωστη για μένα κατεύθυνση. Πέντε χρόνια σ’αυτό το σκατόπυργο, πως δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι υπήρχε αυτό;


            - Μα, που π…, πήγα να ψελλίσω μια ένσταση αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να μείνω πίσω και να την ψάχνω.

- Έλα, μην αργείς, προχώρα!, άκουσα σαν μέσα από σπηλιά τη φωνή της και πήρα πάλι τα πάνω μου. Κοίτα να δεις που το γαμ… το κτήριο του γερο-Ρίσμαν του Οβριού, θα μου προέκυπτε και Ντίσνευλαντ! Ξαφνικά έφαγα τα μούτρα μου πάνω σε ένα εμπόδιο και διπλώθηκα στα δυο από το πόνο.

- Το κέρατό μου!…

- Δε βλέπεις τη τύφλα σου, χαζούλη… έλα, από δω!…, άκουσα πάλι τις οδηγίες προς ναυτιλομένους με εκφωνήτρια την Κιμ Νόβακ. Ευτυχώς αίμα δεν έτρεχε στο δύστυχο κρανίο μου αλλά ένιωθα το κάθε αγγείο μέσα μου να παίζει τουμπερλέκι. Η καρδιά μου νόμιζα ότι ήθελε η σκρόφα να εγκαταλείψει το σκάφος και να πεταχτεί έξω και λίγο πριν ξανασωριαστώ στα άγνωστα πατώματα που είχα βρεθεί, ένιωσα μια εντελώς διαφορετική αίσθηση. Μια θεία μουσική ξεχυνόταν από το πουθενά και χωνόταν στ’αυτιά μου.  

 

- Βιβάλντι! Γαμώτο! Ψόφησα και ήρθα στο Παράδεισο! Αποκλείεται!, φώναξα και η μυστηριώδης ξανθιά με το μπαλκονάτο μπούστο και τους γλουτούς παραγγελία από τον Μιχαήλ Άγγελο, ξέσπασε σε βροντερά γέλια.

- Όχι, όχι αγόρι μου, δεν είσαι στον Παράδεισο… στον δικό μου Παράδεισο ήρθες…

 

Άνοιξα τα ματάκια μου για πρώτη φορά μετά από ώρα… Και αυτό που αντίκρισα, Παναγιά Μαντόνα, ήταν έξω από κάθε περιγραφή…

 

Πραγματικά πανέμορφες γυναίκες χόρευαν γύρω μου με κορμιά που σκανδάλιζαν! Ούτε στα πιο απόκρυφα όνειρα του δεν σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να προσελκύσω την προσοχή αυτών των θείων πλασμάτων.

Ποια νεράιδα κούνησε το μαγικό της ραβδί για χάρη μου; Αναρωτήθηκα. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη!

Τόσα θηλυκά με τόσες επιθυμίες ! Σίγουρα, νεράιδα θα ήταν αυτή που με οδήγησε εδώ. Για μένα τα κάνει όλα αυτά!

Όποια και αν ήταν αυτή η νεράιδα δεν θα την εγκατέλειπα ποτέ!

Ένας τεράστιος καθρέπτης στα δεξιά μου κίνησε τον ενδιαφέρον και καθώς κοίταξα μέσα …

 

Ποτέ ξανά δεν είχα δει τον εαυτό μου τόσο αλλιώτικο σε έναν καθρέφτη. Τα μαλλιά μου είχαν ξαφνικά μακρύνει και γίνει κατάμαυρα, χωρίς ίχνος άσπρης τρίχας. Δυό μικρές φωτιές καίγαν μέσα στα μαύρα μάτια μου, κάνοντάς τα πολύ πιο ζωηρά από ποτέ άλλοτε. Και το καλύτερο, έδειχνα να έχω χάσει όλο εκείνο το βάρος που τα χρόνια πρόσθεσαν στο πέρασμά τους. Έδειχνα νέος, γεμάτος δύναμη και σιγουριά. Πρέπει να ήμουν πολύ μεθυσμένος τελικά.

- Οδυσσέα…, η ξανθιά θεά είχε έρθει από πίσω μου χωρίς να την καταλάβω και μου ψιθύρισε στο αυτί. Ένιωσα την καυτή ανάσα της στο σβέρκο μου. Ανατρίχιασα σε όλο μου το σώμα.

- Όχι... Ρόμπερτ. Με λένε Ρόμπερτ…, της απάντησα μηχανικά σχεδόν εξακολουθώντας να κοιτάζω το είδωλο στον καθρέπτη.

- Οδυσσέα, συνέχισε να μου λέει με ψιθυριστή φωνή και αρχίζοντας να μου ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Δεν αντιστεκόμουν. Δεν υπήρχε λόγος άλλωστε. Μ’ άρεσε πολύ όλη αυτή η κατάσταση. Ήμουν σαν υπνωτισμένος σε έναν μικρό μαγευτικό κόσμο. Σιγά σιγά άρχιζαν να μαζεύονται και οι άλλες κοπέλες γύρω από μένα και τον ξανθό άγγελο. Τα λευκά τους φορέματα κυμάτιζαν μόνα τους υπό την επίδραση μιας χαλαρής ερωτικής μουσικής. Μοιάζαν όλες σαν να μην πατούσαν στην γη. Και ήταν όλες τους υπέροχες. Το πουκάμισο έπεσε σαν λεπτό φθινοπωρινό φύλλο στο πάτωμα. Και τότε είδα στο περίεργο είδωλό μου στον καθρέπτη κάτι που με ξάφνιασε ακόμα πιο πολύ. Στην περιοχή κάτω από το δεξί μου στήθος είχα μια μεγάλη και βαθιά χαρακιά. Δεν την είχα δει ποτέ ξανά αυτή την πληγή. Δεν θυμόμουν ούτε που την είχα αποκτήσει.

- Θυμήσου Οδυσσέα… Θυμήσου…, μου είπε πάλι η μυστηριώδης κοπέλα. Μα αδυνατούσα να θυμηθώ οτιδήποτε. Δεν καταλάβαινα τίποτα πια. Γύρισα και κοίταξα ικετευτικά την θεά πίσω μου περιμένοντας μια απάντηση για όλα αυτά. Και τότε αυτή με φίλησε απαλά στο στόμα και με κοίταξε με τα πράσινα μάτια της λέγοντάς μου:

- Δώρο του κακομοίρη του Αίαντα πριν τρελαθεί τελείως…

Δεν καταλάβαινα τίποτα.

 

Γυμνός… όπως με έκανε η μάνα μου… γυμνός και… έτοιμος όπως δεν με είχα δει εδώ και καιρό. Έτοιμος να δοθώ στο πιο ωραίο όργιο από την εποχή του μέγα Καλιγούλα και δώθε. Οι αισθήσεις μου σε συναγερμό, το αίμα να κοχλάζει σα νερό στο μπρίκι, ο ανδρισμός μου το σπαθί του Οδυσσέα σε θέση μάχης. Και τότε… ξαφνικά, όλες οι αιθέριες υπάρξεις που λικνίζονταν και χόρευαν και τραγουδούσαν κάτι ακατάληπτα πράγματα σαν σειρήνες, με εγκατέλειψαν άκαρδα, παραμέρισαν σε στυλ μπαλέτου του μιούζικαλ και στο βάθος διέκρινα κάτι σα θρόνο. Και επειδή παραδοσιακά στους θρόνους κάθονται βασιλιάδες και βασίλισσες, κείνο το εξωτικό πλάσμα που με καλούσε από κει μου φάνηκε σαν την πιο σέξι βασίλισσα όλων των εποχών! Ούτε στου Χέφνερ τα Λαγουδάκια δε θυμάμαι να είχα πετύχει τόσο ζόρικη γκόμενα. Και που είχε εξαφανιστεί η ξανθιά; Πω, πω, μέσα στα βίτσια όλες εδώ μέσα! Μπα, που τέτοια τύχη, φουκαρά Ρόμπι, συγγραφέα του «Οι ρέμπελοι της 5ης Λεωφόρου» και μιας συλλογής διηγημάτων που είχαν υμνήσει οι κριτικοί και είχαν χέσει όλοι οι άλλοι. Λοιπόν, μπράβο σου Ντέννις, τα κατάφερες τελικά και έφτιαξες τη τέλεια τεκίλα, τεκίλα LSD ρε παλιοκάθαρμα, μονολόγησα και διαπίστωσα ότι έτσι δεν είχα ξανανιώσει ποτέ μου. Δηλαδή ούτε και τότε που, στο Νιου Τζέρσι, στο πατρικό μου, πέντε αιώνες πριν ερχόταν ο κακομοίρης ο θειός μου και παίζαμε στα γρασίδια…

Μα τα χίλια κασόνια τεκίλας, αισθανόμουν τέλεια, πιο γαμ… από ποτέ! Βασιλιάς, που λέει ο λόγος!

- Βασιλιά της Ιθάκης… καλωσόρισες ξανά… στο νησί μου!

 

Κει που έβλεπα την αρχοντιά μου στον πελώριο καθρέφτη των θαυμάτων και για πρώτη φορά είχα γραμμωμένους μύες, πόδια και κοιλιές φέτες και όλα τα… σχετικά και ορθωμένα που κάνουν ένα ρεμάλι να μην είναι πια ρεμάλι αλλά ο πρώτος μάγκας της παρέας, ήρθε το κάλεσμα από την Μάγισσα στο βάθος… Και, πολλά είχαν αλλάξει στο κτήριο του γερο-Ρίσμαν που είχε βάλει σκοπό της ζωής του να με δει στο δρόμο, ο ρουφιάνος αλλά δε θα του καθόταν το ζάρι.

Έριξα μια ματιά ολόγυρα και έπαθα οχτώ εγκεφαλικά στη σειρά. Παναγιά Μαντόνα! Δε θυμόμουνα εγώ τέτοιες κολώνες, χοντρές, στρογγυλές και μαύρες! Δε θυμόμουνα εγώ επένδυση στους τοίχους από τέτοιο μάρμαρο και λούσα Τσαρικά και Βικτωριανά. Δε θυμόμουνα εγώ πατώματα από γαλάζια και λευκά και… χίλια δυο άλλα πλακάκια που μου παίρναν το μυαλό… Και… άλλαζαν… όταν τα κοιτούσες για λίγο άλλαζαν σχήματα, χρώματα… να, ένα σαλάχι που τρέχει εκεί, να ένα πορτοκαλί χταπόδι που διπλώνεται και απλώνεται εκεί… κι αυτό, τι πράγμα είναι αυτό κει χάμω… Που είχα βρεθεί το κέρατο μου;

 

- Έλα αγαπημένε… μη με αρνείσαι πάλι… τούτη τη φορά… τούτη τη φορά είσαι δικός μου!

 

Η γκόμενα στο βάθος είχε πρόβλημα. Είχε πάρει σοβαρά το ρόλο της στο πάρτι και με πέρναγε για τον Οδυσσέα. Τα παθαίνουν αυτά μερικοί και μετά τους κλείνουν στις σοφίτες και γράφουν ποιήματα παρέα με γάτες και φάρμακα. Κι όμως, τη γνώριζα αυτή τη γυναίκα…

Ξαφνικά, πάλι με κίνηση μπαλέτου, σε χρόνο μηδέν, όλες αυτές οι θεογκόμενες άρχισαν να χορεύουν πάλι ολόγυρά μου, να γελάνε, να με τραβάνε, να παίζουν μαζί μου… Και εκεί που ο πονοκέφαλος πήγαινε να με στείλει στον αγύριστο από το τραβολόγημα και την ένταση στα αχαμνά μου… χάθηκαν πάλι μονομιάς και βρέθηκα μια ανάσα απόσταση από την  Αυτού Μεγαλειότητά Της… την Καλυψώ την ίδια… Μα, πως στο δαίμονα ήξερα το όνομά της;

 

- Ναι αγαπημένε μου… είμαι η Νύμφη Καλυψώ, η κόρη του φοβερού Άτλαντα… με θυμήθηκες τώρα ε;…. σε λίγο, να δεις, θα σε κάνω εγώ ΟΛΑ να τα θυμηθείς…

 

Ξαφνικά, κρύωνα, έκανε ψύχρα εδώ μέσα… κάτι συνέβαινε… σα να ήμουνα σε κανά ψυγείο ή σα να ήμουνα…

 

- Είμαι Νύμφη αγάπη μου… το στοιχείο μου είναι το νερό… χα,χα,χα… ξεχασιάρη…

 

Η φωνή της… ανακατευόταν, λαρύγγιζε, έβγαζε ακατανόητους ήχους, δελφίνια μου ήρθαν στο μυαλό, πλάσματα των ωκεανών, ερωτικά καλέσματα των θυγατέρων του Τρίτωνα… Τρίτωνα… κάτι μου έλεγε κι αυτό το όνομα… Γύρισα το βλέμμα μου να αντικρίσω το απίστευτο αυτό θηλυκό που μιλούσε μέσα στο κεφάλι μου κι ας βρισκόταν μακριά αλλά την στιγμή εκείνη… άρχισε. Στην αρχή δεν το πήρα χαμπάρι αλλά το ένιωθα, δεν ήμουν πια εδώ… το δωμάτιο, το κτήριο… ήταν ζωντανό… παλλόταν, άρχισε να… να μεταμορφώνεται… πάει το σαπάκι του Ρίσμαν… ήμουν αλλού τώρα… το ταξίδι συνεχίζεται… σα να μοιάζει όλο τούτο με σπηλιά… το φελέκι μου, πως έμπλεξες έτσι καημένε μου… τι με περιμένει από δω και πέρα;

 

Κρύο νερό με λούζει, διάδρομοι σκοτεινοί και δαιδαλώδεις μπροστά μου. Και μια φωνή μου λέει:

θα σε κάνω αθάνατο!

Η αδρεναλίνη ανεβαίνει κάνοντας την καρδιά μου να σφυροκοπάει επικίνδυνα καθώς αντικρίζω τη θεά πιο όμορφη από ποτέ!  Μια ανατριχίλα με διαπερνά καθώς ακούω τη φωνή της βραχνή και βαριά…

θα μείνεις για πάντα κοντά μου! 

 

Είμαι περικυκλωμένος από τα πλάσματα εκείνα που πάντα ονειρευόμουν και που με κοιτάζουν τώρα προκλητικά για να με δέσουν με αιώνια δεσμά. Ένα διάφανο γαλάζιο, ξεπηδά μπροστά μου, μια ζαφειρένια θάλασσα καθώς με βγάζουν από το απειλητικό σκοτάδι εκείνων των ατελείωτων λαβύρινθων. Είμαι περικυκλωμένος, από αμέτρητα περίεργα πλάσματα. Σειρήνες και Νύμφες γλιστρούν ανάμεσα μου και νιώθω να πνίγομαι… Ξαφνικά νιώθω κάτι γλοιώδες πάνω μου, ένα θαλάσσιο τέρας με χτυπάει σηκώνοντας τεράστια κύματα. Και μια τρίαινα σκίζει τον αέρα και καρφώνεται στο αριστερό μου χέρι…

 - Αχ!  και τότε….

 

- Επιτέλους άνοιξες τα μάτια σου… Ανησύχησα όταν σε είδα να πέφτεις στα σκαλάκια. Είσαι λιώμα μάλλον…, η ξανθιά γκόμενα ήταν από πάνω μου και με κρατούσε από τους ώμους. Ένιωσα να με πονάει το αριστερό μου χέρι λίγο πιο ψηλά από τον αγκώνα. Πρέπει να το είχα χτυπήσει στην πτώση μου. Θεέ μου τι περίεργο όνειρο ήταν αυτό.

- Χτύπησες ε;, με ρώτησε κοιτάζοντας το χέρι μου.

- Θα περάσει, απάντησα και σηκώθηκα με αρκετή προσπάθεια θα έλεγα.

- Μένω στον τέταρτο. Αν θες έλα για έναν καφέ μπας και νιώσεις καλύτερα. Τι λες;, μου πρότεινε η κοπέλα.

 

Μπορείς να πείς όχι σε μια δίμετρη ξανθιά Βαλκυρία που σε σώζει –για δεύτερη φορά; - από το ρεζιλίκι της αναγνώρισης στοιχείων στο γειτονικό μπατσάδικο; Δεν μπορείς βέβαια. Η μανταλωμένη πόρτα άνοιξε με τη μία και η γυναικάρα με τα μαύρα –πάντα προσέχω τι φορούν οι σωτήρες μου, ειδικά αν έχουν έφεση στο ντεκαπάζ – προχώρησε με αργά βήματα. Το αριστερό μου χέρι με πέθαινε αλλά κατά τα άλλα δεν τα πήγαινα κι άσχημα. Είχα δει τον πιο σουρεάλ κινηματογραφικό εφιάλτη από εποχής Μπεν Χουρ με μπόλικη δόση Λάβκραφτ και Ομήρου αλλά τώρα τα πράγματα ήταν σαφώς πιο… γήινα. Και μάλλον φυσιολογικά. Δεν υπήρχε κανένας μυστικός διάδρομος –θα στεναχωριόταν ο βασιλιάς Κινγκ αλλά τι να του κάνω; - και το αχούρι του γερο-Ρίσμαν ήταν όπως ακριβώς δοξάστηκε στη πάροδο των αιώνων… άθλιο, υγρό και ετοιμόρροπο.

 

- Πως τα πάς με τις σκάλες;, γύρισε και με ρώτησε η κοπελιά του Στρατού Σωτηρίας και της κούνησα το κεφάλι μου.

- Έλα, κουράγιο!, είπε γλυκά και προηγήθηκε. Θεέ των στοιχειωμένων μπαρ και των ρεμαλιών της ανθρωπότητας, τι ημισφαίρια ήταν αυτά; Καθώς θα έλεγε και ο φίλος μου ο Αντόνιο, ο Πυθαγόρειος, εδώ είχαμε το ‘τελειον κατά Εμπεδοκλέαν σφαίρον κοίλον’. Ρε πούστη μου και πως τα κούναγε πάνω κάτω… φρεγάδα σωστή! Ζαλίστηκα! Μέχρι το πρώτο αντέχεις Ρόμπι ψωράλογο, αγάντα! είπα φωναχτά και άκουσα τη ξανθιά θύελλα μπροστά να γελάει.

 

- Ρόμπερτ σε λένε ε; Εμένα Ιμκε!

Ιμκε, τι ήταν αυτό; Από τους Βίκινγκς ξέμεινε;

 

Με τα χίλια ζόρια και τα μύρια βάσανα φτάσαμε στο διαμέρισμα –δηλαδή εγώ είχα μετρήσει την απόσταση όλης της κουπαστής μερικές φορές- και η καλή μου νεράιδα είχε ήδη ανοίξει την πόρτα του παραδείσου για μένα. Μονάχα που, αυτή τη φορά δίστασα να μπω. Το ποδαράκι μου, μισό μέσα μισό έξω από τα χωρικά της ύδατα, δεν έλεγε να πάρει την απόφαση.

 

Βρε μπας και σε λένε Καλυψώ, σκέφτηκα λαχανιασμένα και χαχάνισα σα λιμενεργάτης.

 

- Έλα, έλα μέσα λοιπόν!, την άκουσα να με προστάζει από το βάθος, μάζεψα το κουλό μου χέρι, το χιλιοβρεγμένο και στεγνωμένο σακάκι μου και μπούκαρα στα βαθιά. Κι ό,τι είναι να γίνει ας γίνει είπα.  Ντάξει, ένα καλό διαμέρισμα, χίλιες φορές καλύτερο από το δικό μου αλλά, έτσι ή αλλιώς, όλα ήταν καλύτερα από το δικό μου. Στο πρώτο καναπέ που βρήκα μέσα δεξιά, στρώθηκα φαρδύς, πλατύς. Και ο ώμος μου φρόντισε αμέσως να μου στείλει πέντε μεραρχίες πόνου ικανές να διαλύσουν και το Σβαρτζενέγκερ! Να με πάρει ο γέρο διάολος!, έσκουξα την ώρα που έμπαινε κιόλας με το δίσκο της, τα καφεδάκια της και το… αέρινο, μακρύ, μεταξωτό  ης! Ε, ρε γλέντια!

- Θα δεις, θα συνέλθεις… είναι συνταγή από την πατρίδα μου… πιες και πες μου, είπε και κάθισε με τις απλωμένες της ποδάρες απέναντί μου, αλύπητη, αδίστακτη, ανελέητη.

Μια ξανθιά θάλασσα κυμάτιζε από πίσω της, πότε δώθε, πότε κείθε και δυο καταπράσινα, ωκεάνια μάτια με είχαν αρπάξει από το λαιμό και δεν έλεγαν να με αφήσουν. Υπήρχε και χαμόγελο στο σκηνικό. Υπήρχε και λευκό δέρμα και χάρη και ευγένεια. Γενικά όσα πάσχιζα να περιγράφω στα χαρτιά που μουτζούρωνα από παιδί, όλα υπήρχαν! Κι όλα αυτά, εδώ, εμπρός μου, σερβιρισμένα στο πιάτο… περίπου δηλαδή… Έλπισα να μην ξετρυπώσει καμιά Καλυψώ από κανένα κρυφό  δωμάτιο και δω τον Βούδα ιστιοπλόο…

 

Της έριξα μια ματιά, χαμογέλασα πλαστικά και δοκίμασα τον καφέ. Τέλειος. Μα, τι γεύση είχε… προσπαθούσα, εγώ, ο κονεσέρ όλων των ξυδιών της πιάτσας, να αποκωδικοποιήσω τα μυστικά συστατικά αλλά…

 

- Καλός ε;

- Πρώτος…, έψαξα για Λάκι Στράικ στο σακάκι αλλά δεν είχε μείνει τίποτα. Χριστέ μου, μερικές φορές για τη νικοτίνη θα σκότωνα.

- Δεν θα΄θελα να καπνίσεις εδώ!…, με διέταξε η φράου Ιμκε και κατάλαβα ότι ήταν από αυτές που προτιμούν να σε δουν ανάποδα κρεμασμένο παρά να αναπνεύσουν έστω και μια τζούρα δανεικό καπνό. Άρχισα να ζαλίζομαι…

Η Ιμκε απέναντί μου πήγαινε μια δεξιά και μια αριστερά.

Και μαζί, άρχισα να χάνω σάλια από το στόμα.

Και τα είδωλα να θολώνουν.

Και τα λευκά της πόδια να έχουν πλησιάσει στη μούρη μου.

Και ένα χέρι τανάλια να σφίγγει το λαιμό μου.

Και ένα άρωμα –η οσμή του θανάτου; - να με φλομώνει.

Και… σκοτάδι…


Η πρώτη εικόνα ήταν μια τεράστια κηλίδα υγρασίας πάνω δεξιά.

Από το στομάχι της κηλίδας έφευγε ξεδιάντροπη μια ρωγμή και πήγαινε και έχωνε τη μούρη της κάτω αριστερά στο κλιματιστικό. Την γιαγιά όλων των κλιματιστικών μάλλον. Μέσα στην περίεργη ζαλούρα μου μου ήρθε να βάλω τα γέλια. Η γιαγιά Τζένεραλ και τα εγγονάκια της Ινβέρτερ…

Χρρρ… χρρρ… Πήγα να πνιγώ… στο κόρακα! Τι παλούκι είχαν χώσει στο στόμα μου…

Η επόμενη εικόνα ήταν από το break για διαφημίσεις… μια υπέροχη νοσοκόμα, καστανομάλλα, όχι ακριβώς σαν τη μυθική Γκίλντα αλλά σαν την μπίρα που έπινε ο Γκέρινγκ, με μια κατάλευκη κομψή στολή, αυτή τη περίεργη ‘τυρόπιτα’ στα μαλλιά της που είχε και μια ρίγα μπλε και ένα χαμόγελο πάνω από το σωλήνα μου που μεταφραζόταν στα αφωνομπεκρουλίστικα «τη σκαπουλάρατε και πάλι κε συγγραφέα των άρρωστων χαρακτήρων», καθώς έλεγε και κείνη η Βρετανίδα καρακάξα των Τάιμς της Ν.Υ. πριν κάμποσα χρονάκια… «ο πρωτοεμφανιζόμενος κος Ρόμπερτ Νας μπορεί σε μερικές δεκαετίες να είναι ένας αξιόλογος Αμερικανός συγγραφέας, προς το παρόν είναι απλά ο… απογραφέας όλων των άρρωστων, αλκοολικών και αθλίων του Μπρούκλυν…»

Κάργια!, σκέφτηκα, πήγα πάλι να γελάσω αλλά… χρρρρ… χρρρρ….

Το μαραφέτι…

Επόμενη εικόνα –πλάκα είχε, σαν το παλιό εκείνο μηχάνημα με τα σλάιτς, κλατς, κλατς…- ένας τύπος με μαλλί πατημένο στη κουρούπα του λες και οι γονείς του είχαν κάνει παραγγελία κεφάλι και μαλλί μαζί, κάτι λέει στην όμορφη νοσοκόμα.

Εκείνη χαμογελάει και με κοιτάει.

Εκείνος δεν χαμογελάει αλλά με κοιτάει.

Χρρρ… χρρρ….

Τώρα το συνειδητοποίησα… δεν έχω ήχο παιδιά…

Βουβός κινηματογράφος… Μπάστερ Κήτον εναντίον Σαρλό… Χοντρός – Λιγνός… χείλια κινούνται, χείλια που δεν βγάζουν ήχους…

Αρχίζω να πανικοβάλλομαι.

Είμαι κουφός σαν το Μπετόβεν στα γεράματα…

Εκείνη βγάζει μπλοκάκι, στυλό, γράφει.

Εκείνος μου στέλνει μια ακτίνα λέιζερ με το βλέμμα του που κουβαλάει και ένα εμετικό σχόλιο του τύπου ‘τι σκατά μαζεύουμε όλους αυτούς τους γλίτσηδες, στα ωραία μας νοσοκομεία…’

Η καστανομάλλα βρίσκει το χεράκι μου, ετοιμάζει μια ένεση… όχι πάλι, ποιος άλλος εισβολέας θα χαρεί το εσωτερικό μου…

Χρρρ…. Χρρρ…

Κουφός…

Θολούρες… θολ…

Πάλι break…

 

Ανοίγω πάλι τα μάτια μου… η κηλίδα μεγαλοπρεπής στη θέση της, η ρωγμή διατρέχει το ταβάνι και πάει στο Τζένεραλ που εγκαινίασε την σειρά παραγωγής πριν αποφασίσουν οι Ιάπωνες να βομβαρδίσουν το λιμάνι της Χαβάης και να τα κάνουν όλα ρημαδιό… και έχει κι ένα γελοίο θόρυβο…

Θόρυβο!

Ο άγιος ήχος των υπέργηρων κλιματιστικών ήρθε σαν σονάτα του Μάλερ στ’αυτάκια μου…

Ακούω λοιπόν, δόξα το Γιαραμπή το Μεγάλο…  ακούω το πιο ενοχλητικό ήχο της ζωής μου αλλά είμαι ευγνώμων γιάυτό!

Και το παλούκι…

Δεν υπάρχει πια… μπορώ να μιλήσω, ο λαιμός μου ελεύθερος ρουφάει άπληστα τον ζωογόνο αέρα της Νέας Υόρκης…

Τα τσιγάρα μου, που είναι τα τσιγαράκια μου;

Κάνω δεξιά στο κομοδίνο αλλά… το αριστερό μου χέρι δεν με ακολουθεί.

Είναι δεμένο!

Κάνω αριστερά, το ίδιο με το άλλο χέρι.

Με έχουν δέσει στο κρεβάτι!

Μανούλα, βοήθεια, έχουν το γιο σου στο τρελάδικο, δεμένο!

Βοήθεια!

Τα πόδια μου, ελεύθερα…. Ευτυχώς… πάνω κάτω… ελεύθερα…

Όλος ο υπόλοιπος…

Βάζω τις φωνές και μόλις ανεβάζω την ένταση του ήχου, ο αρχηγός όλων των πονοκεφάλων της Αμερικανικής Ηπείρου μου δίνει μια και με ξεραίνει.

Βρίσκω τη δύναμη και συνεχίζω.

Τινάζω το σώμα, σέρνω κραυγές, πληγώνω τα χεράκια μου…

Τομάρια, λύστε με, καργιόληδες, λύστε με!

Νέα εικόνα.

 Η πόρτα ανοίγει, κόσμος με λευκά που παλεύει να με συνεφέρει, ένας μαύρος ψηλός σα βουνό μου σκάει μια στο πρόσωπο και μου ανοίγει τη μύτη.

Και τότε, την είδα!

Η Καλυψώ… ναι, η ξανθιά πουτάνα… μέσα στο δωμάτιο, με στολή κι αυτή και ύφος… που είναι ο θρόνος σου πουτάνα, που είναι τα νερά και η σπηλιά σου…

Αρχίζω να τα λέω φωναχτά πλέον.

- Πάλι είχε παραισθήσεις…, λέει σε κάποιον ψαρομάλλη χοντρό δίπλα της.

-Τι περιμένεις Ιμκε; χώστον μέσα! Λέει αυτός και μόνο που δεν με φτύνει στη μούρη…

- Εντάξει, Μαρκ, θα πας να ετοιμάσεις τα… σχετικά;

- Τρέχω αμέσως, λέει το καλόπαιδο ο Μαρκ και ο νέγρος με έχει αρπάξει σαν τανάλια και με σφίγγει και η ανάσα του είναι βαριά και ακανόνιστη…

Λίγο πριν λιποθυμήσω από την  επόμενη ένεση, το είδα.

Και πρόλαβε να παγώσει το αίμα μου.

Μια αφίσα στο τοίχο.

Παλιά, συνομήλικη με όλα εδώ μέσα.

«Από την 1η Απριλίου 1939, είναι πλέον γεγονός, επιτέλους, η παράσταση που γοήτευσε όλους τους Αμερικανούς, το μιούζικαλ που θα αφήσει εποχή, Η ΚΑΛΥΨΩ ΣΤΟ ΜΠΡΟΥΚΛΥΝ!…»

Η τύπισα στην αφίσα… το μπαλέτο… οι κίονες….τα νερά…

Άρχισα να ουρλιάζω…

Ο ιδρώτας τρέχει λες και βγαίνει από βρύση στο μέτωπό μου

Η θολούρα, οι πόνοι στα χέρια, στα μάτια…

Κάποιος μου κλείνει το στόμα.

Κάποιος μου χαμογελάει σαρκαστικά…

Η ξανθιά θεά αγόρασε τη ψυχή μου και τη διαφεντεύει…

 

Η Καλυψώ ήρθε να με πάρει…

 

Ιούλιος 2009