Το τρενάκι του τρόμου

 

 

Ε

ΛΑ ΓΑΤΑΚΙ, ΣΣΣΣ, ΚΑΛΟ ΓΑΤΑΚΙ...

Ο Λούκι έσερνε τα βαριά βήματά του στο χαλίκι περνώντας μπροστά από τον πελώριο κλόουν με το κόκκινο πουκάμισο και το κίτρινο παντελόνι που δέσποζε, βρόμικος πια μπροστά από τον Μεγάλο Τροχό που αναπαυόταν σκοτεινός κι εγκαταλελειμμένος κι αυτός στο βάθος. Ο μεγαλόσωμος άντρας βιαζόταν. Στην τεράστια αγκαλιά του χουζούρευε ένα μικρό γατάκι που είχε βρει στην προβλήτα να νιαουρίζει μισοπεθαμένο από την πείνα και το κρύο.

          Καλό γατάκι, ο μπαμπάς θα σου δώσει γάλα, μμμ... όμορφο γατάκι.

          Ο Λούκι πέρασε από το Τρενάκι του Τρόμου και την πίστα των Συγκρουόμενων και έστριψε προς την παραλία. Αν ήθελε να αναστήσει το σκελετωμένο πλασματάκι που μετέφερε, θα έπρεπε να βιαστεί. Προσπέρασε πεταμένα λάστιχα, σωρούς από σκουπίδια και σάπια ανταλλακτικά και έφτασε στην παράγκα του. Με μια κλωτσιά διέλυσε την... σουρεαλιστική σύνθεση από σάπια ξύλα και ελενίτ που έπαιζε το ρόλο της πόρτας και μπήκε στο σπίτι του.

          Που έχω το γάλα... το γάλα... κάτσε εσύ εδώ μέχρι να το βρω, είπε σιγανά και ακούμπησε απαλά το γατάκι πάνω στο κρεβάτι. Χρειάστηκε να ξεσηκώσει το μισό ντενεκοδωμάτιο αλλά τελικά ξετρύπωσε ένα κουτί με συμπυκνωμένο γάλα που είχε απομείνει.

          Έλα, έλα μικρό μου, είπε καθώς έσταζε σταγόνες από το κουτί στο στοματάκι του ζώου που άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται και με ακόρεστη βουλιμία να ρουφάει το λευκό νέκταρ. Ο Λούκι το παρατηρούσε τρυφερά. Θα ζήσεις, θα μεγαλώσεις, εδώ θα μεγαλώσεις, με τον μπαμπά, είπε και με την τεράστια παλάμη του χάιδεψε το κεφαλάκι του μικροσκοπικού ζώου.

          Και μετά άκουσε τον θόρυβο. Κάτι σαν σπάσιμο ξύλων κάτω από το βάρος κάποιου βιαστικού. Κάποιου που δεν ξέρει που βρίσκεται και πατάει απρόσεκτα εδώ κι εκεί. Κάποιου που σε λίγο θα κάνει ακόμη μεγαλύτερη φασαρία καθώς θα διαλύσει ένα μικρό βουναλάκι από κονσερβοκούτια και θα πετύχει "καραμπόλα" με κάποιες σάπιες κατσαρόλες.

          Κάποιος είχε παραβιάσει τον ιδιωτικό χώρο του Λούκι κι αυτό δεν επρόκειτο να μείνει έτσι!

          Ο θηριώδης άντρας με τα μακριά μαλλιά και την γενειάδα, χωμένος μέσα στο μακρύ παλτό του, βγήκε έξαλλος από την καλύβα του, κρατώντας ένα φαναράκι στο δεξί του χέρι και χτένισε με το βλέμμα του όλη την περιοχή. Σε λίγο οι θόρυβοι επαναλήφθηκαν, πιο κοντά του τώρα και μαζί και κάποια φωνή, σαν γυναικεία, σαν βογκητό πόνου από κάποιο χτύπημα.

          Μέχρι να κάνει το επόμενο βήμα προς την πηγή του χαλασμού, το μικρό του φανάρι αποκάλυψε στο χλομό του φως ένα κορίτσι που είχε κοκαλώσει έντρομο, λαχανιασμένο και τον κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια.

          Μετά είδε το κορίτσι να χάνει τις αισθήσεις του και να σωριάζεται εμπρός στα άρβυλά του.

 

Όμορφη... πολύ όμορφη...

          Η κοπέλα αναπαυόταν στο μοναδικό κρεβάτι της άθλιας παράγκας. Ένα νεαρό κορίτσι, όχι πάνω από 16 ή 17 χρόνων, με μακριά ξανθά μαλλιά και αγγελικό προσωπάκι. Ήταν αρκετά χλομή όμως και είχε γδαρσίματα στο πρόσωπο και στα χέρια της. Ο Λούκι της περιποιόταν τις εκδορές στον αριστερό της κρόταφο με ένα βρεγμένο πανί και την κοιτούσε με θαυμασμό.

          Όμορφη... σαν άγγελος, ψιθύρισε και χάιδεψε τα μεταξένια αλλά βρόμικα μαλλιά του κοριτσιού που κοιμόταν βαθιά. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Ο Λούκι είχε κοιμηθεί μονάχα τρεις ώρες κι είχε ξυπνήσει για να επιθεωρήσει την απρόσμενη μικρή του επισκέπτρια. Μονάχα που είχε πιαστεί καθώς είχε πέσει στο πάτωμα, πάνω σε μια χιλιοτρυπημένη κουρελού και το πρωινό αγιάζι τον είχε θερίσει.

          Άκουσε το νιαούρισμα του μικρού γατιού. Ήθελε γάλα πάλι αλλά δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα. Ο Λούκι έπρεπε να βγει πάλι στην ζητιανιά ή να ρίξει μια ματιά στην αποθήκη του γειτονικού Ιστιοπλοϊκού Ομίλου που καμιά φορά έμενε ξεχασμένη ανοιχτή και τρύπωνε και έκλεβε κανένα γάλα ή λίγα φρούτα.

          Πάω για φαί. Και νερό, ανακοίνωσε στην γάτα και την κοιμισμένη κοπέλα και εγκατέλειψε το καλύβι.

 

          Η 'εκστρατεία ανεφοδιασμού' είχε πάει πολύ καλά. Είχε συναντήσει ένα ερωτευμένο ζευγαράκι στο μεγάλο παγκάκι της εισόδου του Λούνα Παρκ.  Η κοπέλα τον είχε συμπαθήσει και έπεισε το αγόρι της να του δώσουν 10 ολόκληρα Ευρώ! Ο Λούκι είχε πηδήξει από τη χαρά του. Έτσι, όταν γύρισε στο καλύβι είχε μαζί του μια σακούλα με γάλα, σάντουιτς, νερό και ακόμη σοκολάτες, που ήξερε πως αρέσουν στις κοπέλες. Η μικρή του Αφροδίτη ήταν ακόμη εκεί, ξαπλωμένη στο κρεβάτι του. Μονάχα που όταν άκουσε τον θόρυβο του γιγαντόσωμου άντρα που έμπαινε στην παράγκα, ανασηκώθηκε, του έριξε μια ματιά και άφησε ένα επιφώνημα ανησυχίας.

          "Νερό, σοκολάτες!", της είπε ο Λούκι χαμογελώντας πλατιά αφήνοντας να φανούν τα σάπια δόντια του και το θέαμα έκανε την κοπέλα να συρρικνωθεί στο ντιβανάκι και να κολλήσει το σώμα της στον τενεκεδένιο μπουλμέ πίσω από το μαξιλάρι της.

          Ο Λούκι της έδειξε ξανά την σακούλα αλλά δεν χαμογελούσε πια. Η εικόνα του τρόμαζε το κορίτσι και έπρεπε να απομακρυνθεί. Πλησίασε το κουτί που είχε τοποθετήσει το μικρό γατί. Άνοιξε το ένα μπουκάλι με το φρέσκο γάλα και άρχισε να ταΐζει το ζωάκι σαν τρυφερή μάνα. Η κοπέλα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την σκηνή αλλά φρόντισε να μην χαλαρώσει. Ύστερα έριξε μια ματιά ολόγυρα.

          "Που βρίσκομαι; Ποιος είσαι εσύ;", τον ρώτησε και μια ριπή πόνου σάρωσε το κεφάλι της.

          Ο Λούκι δεν απάντησε και συνέχισε να ταΐζει το ζώο. Ύστερα σηκώθηκε με το γατάκι αγκαλιά και πλησίασε την κοπέλα.

          "Το βρήκα χτες, στην προβλήτα. Πεινούσε".

          Η κοπέλα χαμογέλασε σαν να έλεγε χαίρω πολύ για τη γνωριμία αλλά δεν έδειχνε να ηρεμεί καθόλου με την επίδειξη φιλοζωικών αισθημάτων του μαλλιαρού γίγαντα.

          "Με λένε Τόνια. Εσένα;", τον ρώτησε πιο γλυκά.

          Ο Λούκι άφησε το γατάκι στη φωλιά του και πρότεινε το χέρι του στην κοπέλα.

          "Λούκι".

          "Λούκι; Τι Λούκι; Λούκι Λουκ;", είπε εκείνη σε μια προσπάθεια να ζεστάνει την ατμόσφαιρα αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση από τον οικοδεσπότη της. Ο τελευταίος έβγαλε από τη σακούλα δυο σοκολάτες και νερό και τα έφερε σχεδόν στο πρόσωπό της. Η Τόνια τα πήρε χαμογελώντας ευγενικά. Ύστερα θυμήθηκε πόσο πεινούσε και καταβρόχθισε τις σοκολάτες. Μια δεύτερη ριπή πόνου σάρωσε το κεφάλι της και την ανάγκασε να μορφάσει.

          "Το κέρατό μου!", φώναξε και ο Λούκι την κοίταξε με περιέργεια. Μετά την άφησε και βγήκε από το καλύβι.

          Η ξανθομάλλα κοπελίτσα άδραξε την ευκαιρία να το σκάσει. Μπορεί αυτός ο ακούρευτος και άπλυτος τύπος να μην την είχε πειράξει ως τώρα, όμως δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα συνέβαινε αργότερα. Άλλωστε, ο Τζίμης και η κωλοπαρέα του αργά ή γρήγορα θα έφταναν ως εδώ. Το προηγούμενο βράδυ είχε αποδράσει από το γιότ του εμετικού αυτού "φίλου" του Τζίμη, του χοντροκοιλαρά εφοπλιστή που είχε απλώσει τις χερούκλες του και την πασπάτευε, είχε βρει εκείνη τη τρύπα στο συρματόπλεγμα και είχε χωθεί στο χώρο του Λούνα Πάρκ, είχε τρέξει σαν τρελή μέσα από τα μηχανήματα ώσπου κατάκοπη και ζαλισμένη είχε πέσει πάνω σ'αυτό τον περίεργο 'κλοσάρ'. Πάλι καλά. Θα μπορούσαν να είναι και πολύ χειρότερα τα πράγματα. Ο Τζίμης όμως δεν θα άφηνε σπιθαμή για σπιθαμή άψαχτη μέχρι να την εντοπίσει. Τον ήξερε καλά. Έπρεπε να φύγει, να πάει στο μπιλιαρδάδικο του Μπάμπη. Ίσως εκεί να έβρισκε κανένα παλιό φιλαράκι να την φιλοξενήσει μέχρι να περάσει η μπόρα.

          Η Τόνια βγήκε από την παράγκα και κοίταξε γύρω της. Μονάχα σωροί από λάστιχα, ανταλλακτικά και άλλες τέτοιες σαβούρες. Πουθενά ο γίγαντας. Πήγε να κάνει το επόμενο βήμα όταν σκόνταψε σε κάποιο τοίχο. Έναν τοίχο που μύριζε άσχημα και είχε την υφή μάλλινου, παλιού, πολυφορεμένου παλτού.

          "Μην φύγεις. Δεν είσαι καλά ακόμη", άκουσε τον Λούκι να λέει, να την σηκώνει στα χέρια του σαν πάνινη κούκλα και να την πηγαίνει πίσω στην τενεκεδένια φυλακή της.

          "Άσε με κάτω! Άσε με ρε παιδάκι μου!", του φώναζε και τον χτυπούσε αλλά φαίνεται πως η διαμαρτυρία της και οι γροθιές της τον άφηναν εντελώς ασυγκίνητο. Σε δυο λεπτά ήταν ξανά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και παρακολουθούσε τον Λούκι να βγάζει από την σακούλα του ένα σάντουιτς και να της το προσφέρει.

          "Δεν πεινάω που να σε πάρει και να σε σηκώσει! Να φύγω θέλω. Γιατί δεν με αφήνεις να φύγω;", του είπε με παραπονιάρικο ύφος, σχεδόν κλαίγοντας αλλά κι αυτό δεν φάνηκε να τον αγγίζει.

          "Κουφός είσαι ρε φίλε; Εεε, σου μιλάω! Θέλω να φύγω σου είπα, να πάω σπίτι μου!", είπε πιο ζωηρά ελπίζοντας να εισπράξει μιαν αντίδραση. Και την εισέπραξε. Και ύστερα από πολλά πολλά χρόνια, κατάβρεξε με ούρα το παντελόνι της.

          Ο Λούκι έβγαλε ένα τρομαχτικό ουρλιαχτό ενώ ταυτόχρονα πέταξε με μανία το παλτό του από πάνω του. Ούρλιαξε τρεις φορές μέχρι να εκτονώσει την οργή του κι ύστερα, ρίχνοντας μια τρομερή γροθιά που γκρέμισε κάποιο παράπηγμα που συνδεόταν με την παράγκα, βγήκε από την καλύβα αφήνοντας την Τόνια πανικόβλητη πάνω στο κρεβάτι της

 

          "Θα την βρω Σήφη, μην ανησυχείς. Είναι θέμα χρόνου. Σήμερα, αύριο το πολύ θα την τσακώσω. Και ξέρεις φυσικά τι την περιμένει. Θα φτύσει αίμα το τσουλάκι που παράτησε στα κρύα του λουτ... ναι, εντάξει Σήφη, μην ανησυχείς. Μα, φυσικά, όλα τα παιδιά είναι εδώ.... ΟΚ. Θα τα ξαναπούμε. Περίμενε τηλεφώνημά μου. Γειά".

          Ο Τζίμης έκλεισε το κινητό του και το έβαλε ξανά στο τζάκετ του. Μετά κατέβασε μια γουλιά ακόμη από το ποτό του. Ήταν τόσο εκνευρισμένος που κανείς δεν τόλμησε να τον ρωτήσει τι του είχε ζητήσει ο αρχηγός. Ο Ετζεβίτ έριξε ένα βλέμμα ανησυχίας στον Καπλαμά και μετά στον Κόκκινο.

          "Που στο διάολο να είναι το μαλακισμένο!", ξεφύσηξε ο Τζίμης και χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι της καφετέριας. Κάποια παρέα πιο δίπλα φάνηκε να ενοχλείται αλλά ο Τζίμης δεν έδινε δεκάρα για κανέναν. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν η μικρή. Που να είχε κρυφτεί; Είχαν "σκουπίσει" όλα τα στέκια της, τα σπίτια των φιλενάδων της, μέχρι και στη Φυλής είχαν ψάξει. Τίποτα! Είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί.

          Πρώτος βαρέθηκε την σιωπή ο Ετζεβίτ.

          "Τι κάνουμε τώρα ρε Τζίμη; Συνεχίζουμε το ψάξιμο;"

          Ο Τζίμης δεν απάντησε αμέσως. Έριξε μια ματιά στην θάλασσα μέσα από την τζαμαρία της καφετέριας, έμεινε για λίγο σιωπηλός και ξαφνικά. κάτι άστραψε στο μυαλό του. Φάνηκε να κάνει κάποιους υπολογισμούς, να προσπαθεί να βάλει κάποια πράγματα σε μια σειρά και μετά από κάμποση ώρα, γύρισε με ένα πλατύ χαμόγελο και χτύπησε με το χέρι του φιλικά στην πλάτη έναν από τους συνδαιτυμόνες του.

          "Όταν ήσουνα μικρός ρε Καπλαμά, σου άρεσε να σε πηγαίνουν Λούνα Παρκ;", ρώτησε και τους άφησε όλους με ανοιχτό το στόμα.

 

          Είχε βραδιάσει. Όλη την ημέρα η Τόνια την είχε περάσει συντροφιά με το γατάκι, το Λένο. Ετσι είχε βαφτίσει το ζωάκι. Έτσι έλεγαν και το αγαπημένο αδερφάκι της. Αχ, πότε θα σας ξαναδώ, αναστέναξε αναπολώντας το σπίτι της στη Θεσσαλονίκη. Πριν από δυο χρόνια, σηκώθηκε ένα βράδυ και τό'σκασε, με μια τσάντα στο χέρι, την ίδια ώρα που ο πατέρας της ξυλοκοπούσε τη μάνα της και άρχισε η περιπέτειά της. Μετά από λίγες μέρες κατέβηκε στην Αθήνα, έμπλεξε με κωλοπαρέες και να που βρέθηκε τώρα. Να κάνει βίζιτες για τον Τζίμη. Ε, όχι ρε πούστη μου, καλύτερα στο σπιτάκι μου, χίλιες φορές καλύτερα!, είπε και ξανάπε πολλές φορές έχοντας στην αγκαλιά της το παιγνιδιάρικο ζωάκι. Άλλωστε, πριν από καιρό η μάνα της είχε κάνει αίτηση διαζυγίου και ήταν μόνη με τον Λένο στο σπίτι. Της είχε λείψει η Θεσσαλονίκη με τα ωραία της στέκια, οι φίλοι της, το σπιτικό φαΐ, η φατσούλα του αδερφού της. Μόλις ξεμπλέξω μ'αυτή την αρκούδα, θα πάω καρφί στον ΟΣΕ. Θεσσαλονίκη σου'ρχομαι!, είπε και στην ιδέα άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα σουξεδάκι της εποχής.

          Είχε να δει τον Λούκι κάμποση ώρα. Δεν το ρισκάριζε όμως να το σκάσει και να ξαναπέσει πάλι πάνω του σα χαζή. Θα περίμενε να κοιμηθεί πρώτα και μετά... Θα'παιρνε και τον Λένο μαζί της.

         

          "Που πάμε ρε Τζίμη;"

          Ο Καπλαμάς οδηγούσε πάντα γρήγορα και νευρικά. Ήταν καλός οδηγός. Κάποτε, πριν μπλέξει με τον υπόκοσμο, είχε τρέξει και σε ράλι.

          "Μην ρωτάς και πρόσεχε στο δρόμο", του απάντησε ο Τζίμης από τη θέση του συνοδηγού καπνίζοντας ήρεμα.

          Στις πίσω θέσεις, ο Ετζεβίτ και ο Κόκκινος, ήταν σιωπηλοί. Αφού ο Τζίμης ήταν ήρεμος γιατί να ανησυχούν αυτοί;

          "Όταν φτάσεις στην είσοδο του παλιού Λούνα Παρκ, να παρκάρεις. Όχι κοντά, κάπου πιο μακριά".

          Ο Καπλαμάς δεν τόλμησε να ρωτήσει αυτό που είχε κάτσει στα χείλη του. Ακολούθησε κι αυτός την τακτική των άλλων δυο. Αφού έτσι έλεγε ο Τζίμης, έτσι ήταν.

 

          Ο Λούκι μπήκε στην παράγκα του με μια παλιά κουβέρτα στην δεξιά μασχάλη. Την άπλωσε στο πάτωμα, ακριβώς δίπλα από το κρεβάτι και κοίταξε την Τόνια.

          "Ώρα για ύπνο", της είπε ξερά και κάθισε στην κουβέρτα που θα τον φιλοξενούσε για τον νυχτερινό του ύπνο. Φαινόταν εξουθενωμένος.

          "Δεν κάνει να κοιμηθείς εκεί κάτω. Είναι βρόμικα", διαμαρτυρήθηκε η κοπέλα και ύστερα πρόσθεσε στον εαυτό της Θα μου πεις τώρα, και που δεν είναι βρόμικα. Τον κοίταξε με συμπόνια. Ποιος ξέρει τι ναυάγιο ήταν ο φουκαράς. Κάποτε θα είχε κι αυτός μια οικογένεια όπως εκείνη στην Θεσ/νίκη. Πατέρα και μητέρα, ίσως και κάποια αδέλφια. Πως να βρέθηκε σ'αυτό το χάλι άραγε; Η Τόνια δεν ήταν κουρασμένη. Είχε όρεξη για φλυαρία.

          "Λούκι. Πες μου, πες μου για σένα", του είπε και κάθισε κι αυτή σε τέτοια απόσταση που να μην την ζαλίζει η βαριά μυρωδιά του.

          Ο πανύψηλος άντρας την κοίταξε εξεταστικά.

          "Έλα, μην φοβάσαι, άνοιξέ μου την καρδιά σου. Χτες με γλίτωσες από κάποιους αλήτες που με κυνηγούσαν και σήμερα μου έφερες σοκολάτες. Κι εγώ δεν σ'ευχαρίστησα η γαϊδούρα. Σ'ευχαριστώ λοιπόν. Εσύ δεν θα μου πεις τίποτα;"

          Ο Λούκι συνέχισε να την ανιχνεύει. Τελικά, κάθισε καλύτερα στο πάτωμα και αποφάσισε να της πει δυο λόγια.

          "Κάποτε, ήμουν φύλακας εδώ πέρα. Στο Λούνα Παρκ. Πριν το κλείσουν. Ύστερα...", εκεί κόμπιασε και έριξε το βλέμμα του κάτω.

          "Τι συνέβη ύστερα; Έκανες τίποτα κακό;", τον ρώτησε με ενδιαφέρον η Τόνια.

          "Στο Τρενάκι του Τρόμου...", είπε ο άντρας. "Εκεί βρήκαν το αγοράκι. Ήταν πολύ αργά".

          "Τι συνέβη;"

          Ο Λούκι άργησε να της απαντήσει. Με το μυαλό του ταξίδευε σε κείνη τη φοβερή νύχτα που είχε αλλάξει τη ζωή του και την ξαναζούσε. Το πρόσωπό του έγινε μια μάσκα πόνου.

          "Αν δεν μπορείς ή δε θέλεις...", του είπε η Τόνια με τρυφερότητα αλλά ο Λούκι δεν την άκουγε.

          "Ο μικρός... τον θυμάμαι, ένα όμορφο, ζωηρό αγόρι... ήθελε να μπει στο Τρενάκι. Η μητέρα του δεν το άφηνε, εκείνο επέμενε... τελικά, έκατσε στο βαγονάκι του μαζί με τον αδελφό του αλλά δεν ήξεραν...". Ο Λούκι έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του.

          "Λούκι, δεν θέλω να..."

          "δεν ήξεραν ότι μέσα στο βαγόνι, σ'αυτό το καταραμένο βαγόνι είχε κρυφτεί μια οχιά. Όταν βγήκε το βαγόνι από μέσα το ένα παιδάκι...", συνέχισε ο Λούκι με σπασμένη φωνή.

          "Ω, θεέ μου! Και θεώρησαν υπεύθυνο εσένα;", έκανε η Τόνια σοκαρισμένη.

          "Με απέλυσαν αμέσως. Παρά λίγο να με χώσουν μέσα", είπε ο Λούκι κι άρχισε να ανασαίνει με δυσκολία. "Δεν... δεν το ήθελα... τα έλεγξα όλα τα βαγόνια, δεν είδα το φίδι... αλήθεια λέω, δεν το είδα το γαμημένο!", είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.

          Η καρδιά της Τόνιας πήγε να σπάσει. Αυτός ο άνθρωπος τιμωρούσε τον εαυτό του κάθε μέρα για το θάνατο εκείνου του αγοριού πριν από χρόνια. Και με την φασαρία που έγινε έκλεισε και το Λούνα Παρκ. Καμιά μητέρα δεν μπορούσε να εμπιστευτεί πια τα παιδιά της σε μια βόλτα με το Τρενάκι του Θανάτου.

          Η Τόνια άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τα μαλλιά του Λούκι.

          "Δεν... δεν έφταιγες εσύ. Πως θα μπορούσες να φταις;", του είπε με γλυκύτητα και τον άφησε να κλάψει μέχρι να ησυχάσει.

          Για αρκετή ώρα μέσα στην παράγκα επικρατούσε σιωπή που η Τόνια δεν τολμούσε να σπάσει. Κατηγόρησε απλά τον εαυτό της που έγινε η αιτία να ξαναβιώσει αυτός ο άνθρωπος την εφιαλτικότερη βραδιά της ζωής του.

          "Καληνύχτα", της είπε τελικά μετά από λίγη ώρα και την άφησε μόνη, παρέα με τον Λένο που γρατζούναγε το πουλόβερ της.

 

          "Σιγά σιγά και αλαφροπατώντας θα πηγαίνετε. Σαν γάτες. Ο φακός σχετικά χαμηλά και αν θέλετε να πείτε κάτι, ψιθυριστά".

          Αυτές ήταν οι εντολές του Τζίμη πριν η συμμορία εγκαταλείψει τα φώτα της παραλιακής και εισέλθει στα σκοτεινά άδυτα του ερημωμένου Λούνα Παρκ. Οι τέσσερις άντρες περπάτησαν μέχρι την είσοδο του περιφραγμένου χώρου κι έφτασαν κοντά στον μεγάλο Κλόουν με το κόκκινο σακάκι και το κίτρινο παντελόνι. Ξαφνικά, ο Τζίμης τους σταμάτησε.

          "Καλύτερα να χωριστούμε. Καπλαμά, μαζί μου. Εσείς οι δυο θα πάτε από την κάτω πλευρά. Ραντεβού ξανά εδώ. Άντε, σπάστε τώρα!", διέταξε ο Τζίμης και ο Ετζεβίτ με τον Κόκκινο έκαναν μεταβολή και χάθηκαν πίσω από τις εγκαταστάσεις του "Μαγικού Ιπποδρόμου", προς την παραλία.

          "Πάμε κι εμείς", είπε ο Τζίμης και τον χτύπησε στην πλάτη.

 

          Η Τόνια δεν είχε ύπνο. Η σκέψη της γυρνούσε συνεχώς στο σπίτι της στην Θεσ/νίκη, στην μάνα της και στον αδερφό της. Πόσο σας πλήγωσα αυτά τα χρόνια, μονολόγησε και χάιδεψε το κεφαλάκι του μικρού γατιού που έπαιζε με τα ρούχα της. Πόσο μόνη είμαι κι εγώ όμως, αν ξέρατε πόσο...

          Και τότε τους άκουσε για πρώτη φορά.

          Στην αρχή ήταν ψίθυροι. Όπως όταν μιλούν κάποιοι στο σινεμά, όταν παίζει η ταινία, Θα πρέπει να ήταν δυο ή τρεις. Και κάτι έψαχναν. Η καρδιά της Τόνιας χτύπησε δυνατά. Κοίταξε τον Λούκι. Ροχάλιζε βαριά. Θα πρέπει να ήταν ξεθεωμένος. Δεν θα τον ενοχλούσε.

          Οι φωνές ήρθαν πιο κοντά. Δεν ήταν τρεις, δυο ήταν και ο ένας από τους δυο ήταν σίγουρα ο Ετζεβίτ. Την φωνή του θα την αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες. Η Τόνια έβγαλε το μισό της σώμα από το κατώφλι και τέντωσε τ'αυτιά της. Οι φωνές έρχονταν από αριστερά. Ήξερε λοιπόν προς τα που έπρεπε να πάει.

          Γύρισε για τελευταία φορά το βλέμμα της προς τα μέσα.

          "Γεια σου Λούκι. Και καλή τύχη. Μακάρι κάποτε να ξανασυναντηθούμε", είπε και ήταν συγκινημένη. Ύστερα, έκρυψε το γατάκι στο μπουφάν της και έφυγε προς τα δεξιά, φροντίζοντας να κάνει όσο λιγότερο θόρυβο μπορούσε.

 

          Είχε περπατήσει κανένα πεντάλεπτο όταν βρέθηκε στο πίσω μέρος των εγκαταστάσεων του Λούνα Παρκ. Χαμογέλασε ικανοποιημένη. Σε λίγο θα βγω στην παραλιακή και...

          "Να'τη!", άκουσε μια φωνή από τα αριστερά της και είδε δυο δέσμες φακού να την σημαδεύουν. Γαμώ το, είπε και άρχισε να τρέχει, χωρίς προφυλάξεις πια προς το Λούνα Παρκ.

 

          'Τη βρήκαμε. Τη βρήκαμε!", φώναξε ο Ετζεβίτ που δεν πίστευε στην τύχη του. Ο Τζίμης θα έμενε πολύ ικανοποιημένος απ'αυτόν και δεν θα τον ξεχνούσε μετά.

          "Ο Τζίμης είχε δίκιο λοιπόν, εδώ είναι η πριγκηπέσα", συμπλήρωσε ο Κόκκινος και ακολούθησε κατά πόδας τον φίλο του που είχε πάρει στο κυνήγι την Τόνια.

 

          Ο Τζίμης άκουσε πρώτος τα ποδοβολητά. Αμέσως μετά τα άκουσε και ο Καπλαμάς.

          "Πίσω Τζίμη, πάμε!", είπε και τρέξαν και οι δυο προς την πηγή της φασαρίας.

 

          Η Τόνια κινδύνευε να κυκλωθεί από την συμμορία. Ο Ετζεβίτ με τον Κόκκινο έρχονταν από πίσω της ενώ στο βάθος, μπροστά της έβλεπε τον Τζίμη με τον Καπλαμά -μάλλον αυτός ήταν- να τρέχουν προς το μέρος της.

          Κοίταξε δεξιά της και το αίμα της πάγωσε. Μια τεράστια χαρτονένια, γριά μάγισσα, με σκούφο, μυτερό καπέλο και σάπια δόντια και μια σκούπα στα χέρια την υποδεχόταν στο Τρενάκι του Τρόμου. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Έστριψε και χώθηκε στην ανοιχτή είσοδο που κάποτε εισέρχονταν τα μικρά βαγονέτα πάνω στις ράγες τους.

 

          Ο Τζίμης, ο Καπλαμάς και οι άλλοι δυο έφτασαν μπροστά από την πελώρια, ξεδοντιάρα μάγισσα δευτερόλεπτα μετά. Δεν είχαν δει που είχε χωθεί η μικρή και κοιτούσαν εξεταστικά ολόγυρα λαχανιασμένοι και σε έξαψη.

          "Που στο δαίμονα χάθηκε;", ρώτησε ο Καπλαμάς και πάλευε να πάρει αναπνοή. Τα κάποια περιττά του κιλά τον είχαν κάνει να ιδρώσει.

          "Όπου και να είναι, κάπου εδώ γύρω έχει τρυπώσει το ποντικάκι", είπε ο Τζίμης και προσπαθούσε να σκεφτεί. "Λοιπόν μάγκες, αρχίστε το ψάξιμο. Ο καθένας μόνος του. Μην αφήσετε ούτε πέτρα που να μην σηκώσετε. Δεν μου γλιτώνει το μικρό. Και θα πληρώσει πολύ ακριβά για αυτό το βραδινό παιχνιδάκι!", είπε ο Τζίμης και είδε τους συντρόφους του να χωρίζουν για να εκτελέσουν την διαταγή του.

 

          Η Τόνια είχε χωθεί, είχε κουλουριαστεί για την ακρίβεια μέσα σε ένα βαγόνι αγκαλιά με το γατάκι της. Σαν την οχιά, μονολόγησε και την διαπέρασε ένα ρίγος. Εδώ που βρισκόταν, μέσα στη σκοτεινή σήραγγα, μπορούσε να ακούει τα πάντα και τον παραμικρό ήχο. Αλλά έπρεπε να προσέχει. Η ηχώ του χώρου πολλαπλασίαζε και τη δική της φωνή ως και την ανάσα της. Έβγαλε το μικρό γατί και το φίλησε τρυφερά. Μην με προδώσεις Λενο, του είπε στο αυτί και κράτησε την ανάσα της.

 

          Ο Ετζεβίτ πατούσε τώρα την πίστα των συγκρουόμενων και περνούσε ανάμεσα στα παρατημένα, εγκαταλελειμμένα ηλεκτροκίνητα οχήματα της πίστας. Σε κάθε ένα έριχνε μια ματιά με τον φακό του και προχωρούσε στο επόμενο. Δεν πρόλαβε ούτε κιχ να κάνει όταν κάποια στιγμή που σήκωσε το φακό του τον είδε να πέφτει πάνω σε ένα γίγαντα με μακριά μαλλιά και γένια που τον κοιτούσε λες και το'χε σκάσει από την Κόλαση. Το τελευταίο πράγμα που ένιωσε πριν βυθιστεί για πάντα στο σκοτάδι ήταν το γδούπο από το κεφάλι του που έσκαγε πάνω στην πίστα και άνοιγε σαν πεπόνι.

 

          Ο Κόκκινος είχε μπροστά του μια ολόμαυρη, βρόμικη μικρή λίμνη και κοιτούσε με καχυποψία τις μικρές βαρκούλες που έπλεαν πάνω της. Αποφάσισε να ρίξει μια πιο κοντινή ματιά και μπήκε με δυσκολία σε μια απ'αυτές που παρά λίγο να διαλυθεί και να τον αδειάσει στο νερό. Να πάρει η οργή!, ξεστόμισε και αποφάσισε γρήγορα να περάσει στην επόμενη. Και λίγο αφότου το κατάφερε ικανοποιημένος, άκουσε τον περίεργο παφλασμό, έστριψε το κεφάλι του και αντίκρισε το πιο τρομερό θέαμα της ζωής του. Μέσα από τη ρηχή λίμνη, σαν το τέρας του Λοχ Νες, αναδύθηκε ένα θεόρατο όν με το στόμα ορθάνοιχτο και τα σάπια δόντια του να απειλούν να τον καταβροχθίσουν. Ο Κόκκινος τα χρειάστηκε, έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε στο νερό. Εκεί τέλειωσε και η ζωή του με μια χοντρή αρβύλα να συνθλίβει με αφάνταστη μανία το σβέρκο του.

 

          Το μικρό γατί ήταν ανήσυχο. Σσσ, ησύχασε μωρό μου, το νανούριζε η Τόνια αλλά μάταια. Φαίνεται πως πεινούσε πάλι και δεν είχε τίποτα μαζί της για να το ταΐσει. Το ζωάκι όμως δεν έλεγε να ηρεμήσει κι άρχισε να μην θέλει πια τα χάδια και το χουζούρι. Ήθελε να τρέξει, να κινηθεί και την γρατζούναγε συνέχεια. Έλα βρε Λένο, βρήκες την ώρα. Μετά θα παίξουμε, στο υπόσχομαι, μετά...

          "Τόνια; Τόνια εδώ μέσα είσαι;', άκουσε ξαφνικά την γνώριμη φωνή του Τζίμη από την είσοδο του τούνελ και το αίμα της πάγωσε στις φλέβες της.

 

          Ο Καπλαμάς χάζευε τον πανύψηλο Μύλο. Ήταν αλήθεια πολύ όμορφος. Δεν είχε έρθει ποτέ του σε Λούνα Παρκ, μονάχα στα έργα στο σινεμά είχε δει κάτι παρόμοιο, αλλά στοιχημάτιζε ότι μερικοί γύροι με αυτό τον Τροχό θα ήταν πολύ ωραίοι. Έπρεπε να ψάξει τώρα όλα τα βαγονάκια; Δεν ήταν και ό,τι ευκολότερο αλλά αποφάσισε να μπει μονάχα σε ένα, δυο απ'αυτά. Στο κάτω κάτω η μικρή δεν ήταν ο Ταρζάν να σκαρφαλώσει στον Μύλο και να πάει να κρυφτεί πάνω, έτσι δεν είναι;

          Ο Καπλαμάς μπήκε στο πρώτο βαγονάκι και κάθισε. Μωρέ, μακάρι να δούλευε τούτο το μαραφέτι και να κάνω κανένα γύρο, να δω την Αθήνα από ψηλά, σκέφτηκε και, με έναν περίεργο τρόπο, ένιωσε τον Μύλο να... να κουνιέται, να γυρίζει. Μα, το μόνο πράγμα που ένιωσε να γυρίζει και μάλιστα πολύ δυνατά, ήταν το βαγονάκι του και ώσπου να καταλάβει τι του συνέβαινε, είχε βρεθεί στο χαλίκι, πεσμένος μπρούμυτα, με τα μούτρα του σπασμένα και τη μύτη του γεμάτη μύξες και αίματα. Γύρισε ανάσκελα με όση δύναμη είχε και αυτό που αντίκρισε να ορθώνεται πάνω από το κεφάλι του ήταν πέρα από κάθε περιγραφή. Ένας γίγαντας, ένας μακρυμάλλης, παλτοφορεμένος γίγαντας! Τα ρούχα του έσταζαν νερό και έτσι όπως σήκωσε το ποδάρι του και το έφερε πάνω από το πρόσωπό του, δεν είχε καμιά αμφιβολία. Υπήρχε Κόλαση, είχε κιόλας πεθάνει και αυτός ήταν ο Βεελζεβούλ αυτοπροσώπως!

          Ο Καπλαμάς έκλεισε τα μάτια του και πρόλαβε να πει δυο αράδες από μια ξεχασμένη προσευχή της μάνας του πριν η τεράστια αρβύλα του Άρχοντα της Κόλασης κομματιάσει σαν ρόδι το κρανίο του.

 

          "Τόνια... Τόνια μωράκι μου..., εδώ είσαι ε; Που αλλού θα πήγαινες; Πάντα σου άρεσαν οι ταινίες τρόμου, κάθε τόσο δε με έσερνες στο σινεμά να βλέπουμε αυτές τις αηδίες;"

          Η Τόνια είχε κοκαλώσει στην θέση της και προσπαθούσε να μην βγάζει άχνα. Ο Λένος όμως; Το μικρό γατάκι είχε δραπετεύσει. Τώρα θα πρέπει να έκανε τις βόλτες του στο βάθος της σήραγγας, ψάχνοντας ίσως για νερό ή απλά για να παίξει.

          Η δέσμη του φακού χόρευε μέσα στο σκοτάδι και η Τόνια την έβλεπε να στενεύει όλο και περισσότερο καθώς χτυπούσε στην οροφή της σήραγγας. Ο Τζίμης πλησίαζε.

          Ας είμαι ψύχραιμη, μονάχα να είμαι ήρεμη και να μην φοβάμαι, επαναλάμβανε στον εαυτό της ξανά και ξανά, σαν βουδιστικό μάντραμ. Ψύχραιμη, ψύχραιμη και...

          "Ωπ! Τι είσαι εσύ; Που βρέθηκες εδώ;". Ο Τζίμης είχε εντοπίσει το μικρό γατάκι με το φακό του και τώρα το κρατούσε κρεμασμένο από το δεξί του χέρι σαν ακριβό τρόπαιο.

          "Τι έχουμε εδώ; Ένα όμορφο μικρό γατάκι, που αν περάσει λίγη ώρα/ και δεν βρω την Τόνια/ θα καταλήξει στο χαντάκι/ με σπασμένο κεφαλάκι, είπε σε ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι ο Τζίμης που ήξερε πόσο αγαπούσε η Τόνια τα μικρά ζώα. Τούτο δω ήταν ίσως το ιδανικό δόλωμα για να ξετρυπώσει την μικρή αχάριστη.

          Η καρδιά της Τόνιας μάτωνε. Ο Λένος είχε πέσει στα χέρια αυτού του αλήτη και τίποτε δεν θα τον γλίτωνε. Δεν ήξερε τι να κάνει, ποια θα έπρεπε να είναι η επόμενη κίνησή της. Δεν μπορούσε να διανοηθεί να θυσιάσει το καημένο το ζωντανό για να μην αποκαλύψει την κρυψώνα της. Έτσι κι αλλιώς, σύντομα θα την ξετρύπωνε.

          Παρακολούθησε την δέσμη του φωτός. Ο Τζίμης θα πρέπει να απείχε λιγότερο από τρία ή τέσσερα μέτρα.     

          "Λοιπόν δεσποινίς; Αν είσαι εδώ, αποκαλύψου τώρα! Έτσι ή αλλιώς θα το συντρίψω το γαμημένο αυτό το γάτο που με έχει καταγδάρει. Αν θέλεις να τον σώσεις..."

          "Εντάξει. Βγαίνω, μην τον πειράξεις!", φώναξε εκείνη τρομοκρατημένη στην εικόνα ενός συνθλιμμένου γατίσιου μικρού κεφαλιού από έναν διεστραμμένο αλήτη.

          Ο Τζίμης κατέβασε το φακό προς το βαγόνι κι έβγαλε ένα βροντερό γέλιο. Είχε νικήσει και πάλι. Την είχε ξετρυπώσει την πουτανίτσα. Ύστερα έριξε μια ματιά στο μικρό αιχμάλωτό του που κρεμόταν από το δεξί του χέρι και πάλευε να ελευθερωθεί. Αποφάσισε τελικά να το εκσφενδονίσει στον τοίχο. Ήταν κάτι που έκανε όταν ήταν παιδί με τους φίλους του και το απολάμβανε πολύ. Σκυλιά και γατιά είχαν μαρτυρήσει στα χέρια του.

          Την ίδια ώρα που η Τόνια έβγαινε από την στενόχωρη κρυψώνα της και ο Τζίμης ετοιμαζόταν να πολτοποιήσει στον τοίχο ένα ανυπεράσπιστο ζώο, ο Λούκι ορθωνόταν σαν τοίχος που σηκώνεται από τη γη προς τον ουρανό μέσα σε χρόνο μηδέν και έκλεισε το οπτικό πεδίο του Τζίμη.

          "Μα, τι διάολ...", πρόλαβε να πει αυτός πριν δει την πανύψηλη σκιά που τον είχε ακινητοποιήσει και ακούσει το χέρι του να σπάει και το μικρό γατί να απελευθερώνεται.

          'Λούκι! Εσύ;", φώναξε γεμάτη χαρά η Τόνια και έτρεξε δίπλα του. Ο Τζίμης είχε πέσει στις ράγες σφαδάζοντας από τους πόνους όμως μπόρεσε να εστιάσει με το φακό του στον γίγαντα που του είχε χαλάσει τα σχέδια. Κι ύστερα να βγάλει από το τζάκετ του το πιστόλι του.

          "Λένο, Λένο! Ψι, ψι, ψι, που είσαι αγάπη μου;", καλούσε ανήσυχη η Τόνια τον μικρό της φίλο αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να τον δει.

          "Πάμε να φύγουμε", είπε ο Λούκι στην Τόνια και την τραβούσε από το χέρι. Δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στον πεσμένο Τζίμη και να τον αποτελειώσει.

          Κι αυτό ήταν το λάθος του.

          Μέσα στο σκοτεινό τούνελ που κάποτε φιλοξενούσε το Τρενάκι του Τρόμου, η Τόνια συνέχισε να ψάχνει το γατί. Και είχε απομακρυνθεί αρκετά όταν άκουσε τον πυροβολισμό. Και έβγαλε ένα ουρλιαχτό, γυρίζοντας το κεφάλι της προς την πηγή της ακαριαίας αστραπής και βλέποντας τον γίγαντα να σωριάζεται σαν χάρτινος πύργος στις ράγες.

          Ο Λούκι μπόρεσε να τον δει μονάχα την τελευταία στιγμή. Πρόλαβε να σηκώσει το άρβυλό του και να το κατεβάσει με δύναμη θανάτου πάνω στο λαιμό του Τζίμη, ένα δευτερόλεπτο όμως αργότερα από την εκπυρσοκρότηση του όπλου. Ο Τζίμης με σπασμένο το σβέρκο είχε παραδώσει το πνεύμα του όμως είχε προλάβει να πάρει μαζί του και τον πρώην φύλακα του Λούνα Παρκ.

          "Λούκι! Λούκι!", φώναξε και ήρθε δίπλα στον πεσμένο καλό της φίλο και σωτήρα της που αιμορραγούσε θανατηφόρα.

          "Φύγε, φύγε πριν έρθει η Αστυνομία", της είπε και χαμογέλασε.

          Η Τόνια τον χάιδευε, τον φιλούσε και έκλαιγε σαν μωρό παιδί.

          "Εγώ φταίω, εγώ...", έλεγε και του κρατούσε το χέρι.

          Ο Λούκι έφερε δειλά την παλάμη του και άγγιξε τα μαλλιά της Τόνιας.

          "Να με θυμάσαι κορίτσι. Θέλω να υπάρχει κάποιος να με θυμ...", της ψέλλισε και ήταν τα τελευταία του λόγια.

          "Όχι, όχι ρε γαμώτο, όχι!", κραύγασε η Τόνια που κρατούσε από το πέτο το άψυχο κουφάρι του φίλου της, του μοναδικού της φίλου.

          "Καταραμένη να είσαι, μ'ακούς; Καταραμένη!", ούρλιαξε με όλη τη δύναμή της και απευθυνόταν στη ζωή της αλλά και στην ίδια...

 

 

* * *