Παράλογο

 

Περπατούσαν στην ησυχία του πρωινού. Εκείνης της ώρας που ακροπατάει σε ένα μεταίχμιο. Μεταξύ της σιδηράς νύχτας και της εύκρατης πρώτης αχτίδας. Είναι το σημείο εκείνο που ακροβολίζονται οι τελευταίοι υπερασπιστές του σκοταδιού αναμένοντας την εισβολή του φωτός… πάντα ξέρουν πως θα ηττηθούν… και πάντα πιάνουν τις θέσεις τους για να δώσουν την ύστατη μάχη…

«Μην βιάζεσαι να πεις πως σχετίζεσαι με εκείνον που αγαπάς», της είπε ξαφνικά και η καρδιάς της σα να μείωσε το χτύπημα στο στήθος της.

«Τι σημαίνει σχετίζομαι; Πως βρίσκομαι ικέτης στο ιερό σου, καταδιωγμένος, κυνηγημένος από τις άρπυιες της βιοτής κι εσύ με υποδέχεσαι, με φιλοξενείς, με αναπαύεις δίπλα στις αρχαίες, ιερές πηγές σου. Όμως, μη νομίσεις πως ακόμα έχουμε σχέση εμείς οι δυο. Γιατί το θηρίο μέσα σου δεν έχει πάψει να βρυχάται, να καραδοκεί, να ελπίζει σε ένα θήραμα… έστω και μέσα στον Μεγάλο Ειναιικό Ναό…»

Τον άκουγε και τα λόγια του έμπαιναν μέσα της σαν από ολάνοιχτη πόρτα… όμως, απομακρύνθηκε από κοντά του… οι δονήσεις του δυνάμωναν μαζί με τον ήλιο που ερχόταν…

«…πως βρέθηκα ως εδώ; Δεν ξέρω… γιατί επέλεξα το δικό σου ιερό; Δεν ξέρω… γιατί εσύ με σπλαχνίστηκες και με φιλοξένησες; Δεν ξέρω… δεν θα μου πεις, δεν πρέπει να μου πεις ποτέ; Τι σημαίνει σχετίζομαι; Σημαίνει πως αποφασίζω να το ανακαλύψω έστω κι αν χρειαστούν όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου… γιατί; Γιατί είναι παράλογο… και μόνο με το παράλογο μπορώ αληθινά να σχετιστώ…»

Κοιτούσε το στερέωμα όπως το έβαφαν οι εμπροσθοφυλακές του ήλιου που ανέβαινε… σιγά σιγά κι όμως, με τρομακτική ταχύτητα…

«…σε αναζητούσα από καιρό… αιωνιότητες… αυτό θα σκεφτείς… αν δεν το σκεφτείς δεν έχεις εισέλθει στο σωστό ιερό… όλα τα παράλογα και αδύνατα θα πρέπει να σκεφτείς και να έχεις την ακλόνητη πεποίθηση όχι πως θα τα εκλογικεύσεις, θα τα αλλάξεις, μα πως θα τα απολαύσεις, θα τους επιτρέψεις να σε στοιχειώσουν, να σε ενοικήσουν, να σε καταλάβουν… μάχες θα δοθούν από τα κτήνη μέσα μας… τα κτήνη δεν θέλουν συγκατοίκους, η περιοχή είναι δική τους, αιώνες τώρα, τα κτήνη δεν θέλουν παρείσακτους… όμως εκείνος που θα πάρει την απόφαση εκείνος έχει τη δύναμη…»

Μια απαλή αύρα της δρόσισε τα μάγουλα. Είχε πυρετό αλλά δεν το ήξερε. Κρύωνε και φλεγόταν την ίδια στιγμή.

«…κι ακόμα τότε, μην επαίρεσαι, μην μεγαλαυχείς, μην πεις πως σχετίζεσαι… όταν θα είσαι έτοιμη όμως θα το γνωρίζεις… είσαι δίπλα στις πρωτογενείς πηγές εκείνου… θα σκύψεις και θα πιεις, θα λουστείς, θα βυθιστείς ολόκληρη στο σκοτεινό νερό… όμως το χέρι εκείνου δεν θα σου επιτρέψει να πνιγείς… την ύστατη ώρα, την ώρα της μέγιστης απώλειας και της μέγιστης εμπιστοσύνης, θα σε σηκώσει, θα σε αγκαλιάσει, θα σε λυτρώσει… να τι θα πει σχετίζομαι απόλυτα… σου εμπιστεύομαι το θάνατό μου περισσότερο απ’όσο σου εμπιστεύομαι τη ζωή μου… και ξέρω όσο παράλογο κι αν είναι πως εσύ θα με σώσεις… από όλα τα πλάσματα, μόνον εσύ… κι είναι παράλογο… μα μονάχα με το παράλογο μπορείς να σχετιστείς…»

Ο ήλιος σηκωνόταν αργά, σκαλοπάτι σκαλοπάτι πάνω απ’τη θάλασσα… και στερέωνε μέσα της ένα σύμπαν…

 

Beginning

 Petar Lupic

 

 

http://nimertis.blogspot.gr/