Μαύρος Υδράργυρος

 

 

Ο Σ. ταράχτηκε πολύ εκείνο το απόγευμα. Όταν κατάλαβε, όταν αντιλήφθηκε, όταν ανοίχτηκε ο νους του διάπλατα και τον πλημμύρισε ένα αλλόκοτο φως. Ένα παχύρευστο, σκοτεινό φως σαν… μαύρος υδράργυρος! Ήταν το απόγευμα που αποφάσισε να γράψει για τον Προμυθέα. Ήταν τέτοιος ο πυρετός που τον έκαιγε ώστε έπιασε το πρώτο μολύβι που βρήκε μπρος του, μάζεψε όποιο κουρελόχαρτο συνάντησε το βλέμμα του μέσα στο ακατάστατο δωμάτιο, και άρχισε να χαράζει τις λέξεις, με μανία.

Ο Σο. ολοκλήρωσε το μανιφέστο του Προμυθέα του, νωρίς το επόμενο πρωί. Σχεδόν με το αχνοχάραγμα του ήλιου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και έπεσε λιπόθυμος… ο ήλιος που χώθηκε απ’το παράθυρο τον βρήκε ετοιμοθάνατο, κατάχλωμο και σωριασμένο στο πάτωμα. Ολόγυρά του οι σελίδες, σκόρπιες.

Λίγο πριν μεσουρανήσει, ο Σοε. είχε αναχωρήσει για μια άλλη πραγματικότητα.

 

Γράφω για τον Προμυθέα. Χρόνο δεν έχω, το νιώθω και ο πυρετός της ψυχής μου ανεβάζει την αγωνία μου μαζί με την θερμοκρασία αυτού του σώματος που για λίγο ακόμα θα με ανέχεται. Γράφω για τον ήρωα που δεν έγινε Άνθρωπος και την Αλήθεια που έγινε Μύθος. Γράφω για τον Δαίμονα που έκλεψε τη Φωτιά από τους Αθανάτους όχι για να την δώσει στους ανθρώπους αλλά για να την κρατήσει για τον εαυτό του. Γράφω για την αστραπή του κόσμου και την φενάκη της θυσίας. Γράφω για τον αποστερημένο από τις ηδονές και τον σκοταδισμένο πρόγονο και πατέρα μας. Είμαστε όλοι γιοι του. Είμαστε όλοι καταραμένοι, είμαστε όλοι λεροί, σάπιοι, καταδικασμένοι!

Νιώθω το αίμα να σφυροκοπάει τις αδυνατισμένες, στενεμένες φλέβες μου, νιώθω τη ψυχή μου να βροντάει κιόλας τις πόρτες του Αγνώστου, παλεύει να γυρίσει πίσω, εκεί απ’όπου κάποτε θέλησε σαν από καπρίτσιο να με ενοικήσει, να με βασανίσει, να με γεμίσει ώρες αγωνίας. Ναι, αγωνίας και τρόμου!

Είμαστε γιοι του Προμυθέα. Η κληρονομιά μας είναι η αέναη κλοπή του φωτός. Είμαστε η σκάρτη γενιά του πρώτου από τους άθλιους και του τελευταίου από τους τολμηρούς. Κάποιος έπρεπε να μας διδάξει την αποστολή μας, κάποιος έπρεπε να ξανοιχτεί πρώτος στα πελάγη του Χάους και κείνος ήταν ο Προμυθέας. Έκλεψε το αγνό Φως από τους Φύλακες και τους ξεγέλασε όλους. Δεν είχε ποτέ του σκοπό να το προσφέρει στους ανθρώπους. Είχε σκοπό να εξελιχθεί ο ίδιος. Είχε σκοπό να γίνει κι εκείνος Φως. Και Πυρ και Αθάνατη φρίκη!

Η μεγάλη, συγκλονιστική Αλήθεια έσκασε σαν τριαντάφυλλο που ανοίγει διάπλατα τα πέταλά του μέσα στα πιο κρυφά διαμερίσματα του είναι μου. Η μεγάλη, σκοτεινή, υδραργυρική αλήθεια με πλημμύρισε και πεθαίνω. Πεθαίνω από το υγρό της βάρος, από τη στυφή της γεύση, από το δηλητήριο στο αίμα της.

Και γίνεται και το δικό μου αίμα σκοτεινό σαν μαύρος υδράργυρος.

Τούτο είμαστε. Κλέφτες της φωτιάς των άλλων. Τούτο είναι να είμαστε. Κλέφτες του Πυρός των άλλων. Τούτο μπολιαστήκαμε να είμαστε. Κλέφτες του Φωτός των άλλων.

Πώς να αγαπήσουμε; Λιμοκτονούμε, πεθαίνουμε, κρυώνουμε στους παγετώνες της Ύπαρξης. Πώς να αγαπήσουμε; Πεινάμε. Είμαστε παλλόμενα σκοτάδια, είμαστε δονούμενες νύχτες, είμαστε ασημένιες κηλίδες νοσηρών φαντασιώσεων. Πώς να αφεθούμε; Είμαστε προορισμένοι να κλέψουμε, να ληστέψουμε, να αρπάξουμε.

Πώς να γελάσουμε; Ανοίγουμε τα χείλη και εκρέουμε πόνο. Πώς να μεταβολίσουμε το χρόνο σε τρυφερότητα; Κοιτάζουμε το πρόσωπο του άλλου και αυτό που βλέπουμε είναι η σπηλαιώδης ανάγκη μας. Πώς να μετασχηματίσουμε το θηριώδες σε ευγενές; Οι κυνόδοντές μας ψηλαφούν κιόλας την καρωτίδα της ψυχής του άλλου. Πώς να χαϊδέψουμε; Τα χέρια μας τρέμουν από την τυραννική επιθυμία να στραγγαλίσουν. Πώς να ανασάνουμε; Οι μαστοί μας έχουν πρηστεί από την δίψα για ιχώρ και πνεύμα.

Είμαστε τα παιδιά του Προμυθέα. Ο πατέρας μάς δίδαξε την μοναδική του Τέχνη. Και αποσαρκώθηκε, αποφλοιώθηκε, μαγαρίστηκε, εξοντώθηκε, έγινε μύθος, έγινε ήρωας, διαστρέβλωσαν την αλήθεια του, τον παραμόρφωσαν, τον λάτρεψαν με άλλο όνομα, τον κρέμασαν στον Καύκασο και τον έραναν με αθανασία.

Κι εμείς ξεχάσαμε… βυθιστήκαμε στη λήθη… μα, η αλήθεια του εργάζεται μέσα μας. Η αλήθεια του καίει τα σπλάχνα μας. Κάθε φορά που αγγίζουμε το λατρεμένο πρόσωπο, κάθε φορά που ερωτοτροπούμε, κάθε φορά που επιδιδόμαστε σε περιπτύξεις, κάθε φορά που ορκιζόμαστε στο όνομα της Αγάπης, κάθε φορά που… μηχανευόμαστε τρόπους για να κλέψουμε το φως και να χορτάσουμε την αρχέγονη πείνα μας, να κορέσουμε την προαιώνια δίψα μας…

 

Όταν αποχώρησε, αργά το απόγευμα, ο ήλιος από το δωμάτιο, ο Σόεθ, είχε γίνει ένα παχύρευστο, μαύρο υγρό, σε σχήμα ανθρώπου που απλωνόταν νωχελικά στο πάτωμα…

 

Μαρ2012

 

 

http://blackrose-nimertis.blogspot.gr/