«Ζήτω στις Πεντάρες!»

 

Το περιστατικό δεν είναι πρωτόφαντο. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, επαναλαμβάνεται με θαυμαστή συνέπεια. Σε κάθε γενιά. Με άλλους πρωταγωνιστές φυσικά. Αλλά με κανονικότητα που αιφνιδιάζει (;). Νεαρή διαγωνιζόμενη σε κυπριακά καλλιστεία βρίσκεται στην πολύ δυσάρεστη θέση να απαντήσει σε μιαν ερώτηση (‘γενικών γνώσεων’ φαντάζομαι). Η ερώτηση είναι: ‘Πες μας έναν διάσημο κύπριο καλλιτέχνη’, ή κάπως έτσι. Η κοπέλα ευρισκόμενη σε φανερή αμηχανία και εσωτερικό ζόρι, τελικώς απαντά: ‘Η Κύπρος έχει αναδείξει πολλούς και σημαντικούς καλλιτέχνες. Όπως ο Διονύσιος Σολωμός που έγραψε τον Εθνικό Ύμνο’ (δεν βάζω θαυμαστικά, θα πήγαιναν χαμένα). Η παρουσιάστρια του διαγωνισμού ευρισκόμενη προφανώς σε πέλαγος αβεβαιότητας και ωκεανό ημιμάθειας, δεν ξέρει τι να πει ή τι να κάνει και μετά από αρκετή ώρα αμηχανίας– και αφού κάτι της λένε στο ακουστικό της, από κάποιον που έκανε το σχετικό γκουγκλάρισμα μάλλον – απευθύνεται στη νεαρή: ‘Είσαι βέβαιη; Γιατί ο Σολωμός είναι από την Ελλάδα’. Το σχετικό ντελίριο συμπληρώνεται από μέλος της κριτικής επιτροπής που αποφαίνεται χαρωπά: ‘Μια χαρά ήταν η απάντηση’ (ούτε εδώ θαυμαστικό).

Το σχετικό περιστατικό έγινε αφορμή να ξεσπάσει ένας μικρός χαμός. Οι εδώ …σοφοί και πολυδιαβασμένοι έπεσαν ως αρπακτικά να… ξεσκίσουν την ‘αμόρφωτη’ διαγωνιζόμενη και τον κύριο της επιτροπής. Φωνές, αντεγκλήσεις, εξυπνακισμοί, πικρά και ειρωνικά σχόλια, αναπαραγωγή της γκάφας προς τέρψιν του κοινού. Το πράγμα προχώρησε λίγο. Πήρε διαστάσεις ανάλυσης. Με μια γενική έννοια, εφόσον ‘και η Κύπρος είναι Ελλάδα’, η κοπέλα απάντησε σωστά μεν κατά το ήμισυ. Γιατί ο Σολωμός δεν ήταν καλλιτέχνης αλλά ποιητής. Ή μήπως όχι; Νέα κύματα λεκτικών αψιμαχιών. Χαζοί εναντίον ηλιθίων, σκορ ισόπαλον ανεξαρτήτως αριθμού τερμάτων. Γιατί, πάλι με μια ευρύτερη αυτή τη φορά έννοια – πόσο να το ξεχειλώσουμε πια; - ο μεγάλος Ζακυνθινός ήταν και καλλιτέχνης. Μην τη σταυρώσουμε τη νεαρά, μέσα στο πνεύμα της ερώτησης ήταν. Έκανε τη γκάφα μεν – χάθηκε βρε παιδί μου να πεις Άννα Βίσση να ξεμπερδεύουμε; - αλλά δεν είναι και για τον ρωμαϊκό αποθέτη των αστοιχείωτων. Και κυρίως, όλοι άρχισαν να ψάχνουν μέσω μηχανών αναζήτησης για τον εθνικό ποιητή. Τόπο καταγωγής, γνωστότερα έργα, ως και τη συμβολή του στην διαμόρφωση της γλώσσας του νέου ελληνικού κράτους! Έπεσε διάβασμα δηλαδή! Τρομερά πράγματα που σε κάνουν να ανατριχιάζεις.

Ο Σολωμός έχει δεινοπαθήσει πολλάκις βέβαια. Θυμάμαι το αμίμητο προ πολλών ετών επί ελλαδικού εδάφους αυτή τη φορά. Κάποιος ρεπόρτερ – από αυτούς με ‘το ματσούκι στο χέρι’ – ρωτά νέους και νέες σε δρόμους της πρωτευούσης: ‘Ποιος έγραψε τον εθνικό μας ύμνο; Ξέρετε;’ Οι απαντήσεις πολλές, πικρά διασκεδαστικές και κάποιες ευφάνταστα δημιουργικές. Θυμάμαι μία από αιφνιδιασμένο νέο που όμως δεν πισωπάτησε στιγμή: ‘Κάποιος… Γαρίδας;’ Ευτυχώς δεν έπινα ή έτρωγα κάτι εκείνη τη στιγμή. Γιατί μπορεί να είχα καταλήξει στα επείγοντα με απόφραξη οισοφάγου ή κάτι τέτοιο. Αποκλείεται να είχα επιβιώσει. Επιβίωσα όμως. Με ελαφρύ… πνευματικό εγκεφαλικό. Ο νεαρός ευρέθη αν μη τι άλλο στον αυτό βιότοπο. Και για τις γαρίδες και για τους σολωμούς… ε, στο περίπου τέλος πάντων. Μην τα θέλουμε κι όλα δικά μας!

Το θέμα είναι ευχάριστο. Μάλλον γλυκόπικρο στο βάθος αλλά όχι παράξενο ή καινοφανές. Παλαιότερα είχα μιαν αυστηρότερη στάση απέναντι σε ανάλογα φαινόμενα και παρότι μειδίαζα ‘με τα χάλια μας’ συναισθανόμουν μετά την σπηλαιική μοναξιά των ποιητών που ακόμη και αν έχουν κατακτήσει τη Μεγάλη Αθανασία κι έχουν υπερβεί τους αιώνες, παραμένουν άγνωστοι. Άγνωστοι τότε, άγνωστοι και τώρα. Και σε κάθε εποχή. Όχι πως αυτό έχει τελικά και κάποια ιδιαίτερη σημασία. Ο Σολωμός, ειδικά, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για τη φήμη ή την υστεροφημία του. Μανταλώθηκε στη μοναξιά του από νωρίς και δεν το κουνούσε ρούπι. Ο αγώνας κάθε έντιμου πνευματικού ανθρώπου, έτσι κι αλλιώς είναι εσωτερικός και γι αυτό είναι διαρκής και φοβερός. Όλα τα υπόλοιπα είναι δροσερές ριπές μαΐστρου τον Αύγουστο. Είτε σε γνωρίζουν οι πολλοί είτε σε αγνοούν. Είτε σε έχουν διαβάσει είτε σε έχουν ξεχάσει πριν καν υπάρξεις. Ο αγώνας είναι ενάντια στο Μηδέν όχι ενάντια στο Είναι. Συνεπώς, οι σε έκταση αναγνωσιμότητα και αναγνωρισιμότητα είναι το ίδιο άγονες με τις μηδενικές αντίστοιχες. Και μιλούμε για ανθρώπους της ιδιοσυγκρασίας και της ποιότητας του Σολωμού.

Αναρωτήθηκα όμως προς στιγμήν, το ομολογώ, πώς θα αντιδρούσε, έτσι, ως παίγνιο του νου, αν μπορούσε να γίνει μάρτυρας αυτών των περιστατικών. Τι θα έλεγε; Τι θα σημείωνε; Τι θα έγραφε; Ίσως κάτι ανάλογο με αυτό που έγραψε κάποτε σε κάποια επιστολή του, για τις Πεντάρες. Εκεί που διαμαρτύρεται για την επικράτηση της ύλης έναντι του πνεύματος, της ηθικής εξαχρείωσης, της δυσοσμίας της λατρείας του χρήματος από άρχοντες και ποπολάρους: «Και δεν είναι τυχαίοι ότι οι άνθρωποι ιδρώνουν και παγώνουν μέσα στη φροντίδα να μαζέψουν πεντάρες… ζήτω λοιπόν, πάντοτε ζήτω στις Πεντάρες!»

Γιατί τελικά, εκπαίδευση ‘της πεντάρας’ έχουμε και παιδεία ‘της πεντάρας’ λαμβάνουμε.

Και άλλο δεν γκρινιάζω σήμερα!