La Meute

 

La Meute (2010)

 

 

Οι παλαιοί μιλούν για πλάσματα γεννημένα από λάσπη και το αίμα νεκρών…

Η γη ζητάει αίμα

και δεν έχουμε δικαίωμα να της αρνηθούμε…

 

Έχω συνηθίσει να εμπιστεύομαι τις σκέψεις που αναδύονται την ίδια στιγμή που παρακολουθώ κάτι και συνήθως τις αφήνω να περιπλανώνται ελεύθερες για να πάρουν το χώρο τους μέσα μου… κάποιες απ’αυτές θα μείνουν, θα δουλευτούν, θα τις σημειώσω… κάποιες άλλες θα χαθούν για πάντα (;) Κι όλες βέβαια θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε αυτές που έρχονται… πρέπει κι αυτές να αξιολογηθούν, να μορφοποιηθούν, να γίνουν ίσως λόγος και να σμιλευτούν για να αποδοθούν σε λέξεις, προτάσεις ή ακόμα κι ένα ολοκληρωμένο κείμενο… όμως το μυαλό δουλεύει πυρετωδώς και όσο πιο ενδιαφέρον γίνεται αυτό που βλέπω τόσο ο πυρετός αυξάνει και το εργαστήρι δουλεύει ακατάπαυστα…

Σκεφτόμουν λοιπόν βλέποντας την εξέλιξη αυτής της παράξενης ταινίας (κι αν έχουμε πλέον εθιστεί όλοι μας στο παράξενο ώστε η λέξη να τίθεται υπό διαρκή αναθεώρηση ως προς το περιεχόμενό της) πως όλα έχουν ‘χτιστεί’ από τον σκηνοθέτη – και σεναριογράφο - Franck Richard έτσι ώστε να ακολουθήσει κάτι που αν μη τι άλλο θα έχει μια τραχιά, πρωτόγονη, αυθεντική, θα έλεγα ‘ευρωπαϊκή’ γραφή…

Τα εισαγωγικά δεν στερούνται ενδιαφέροντος αν και δεν διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας… μια πολύ νόστιμη κοπέλα (Émilie Dequenne) οδηγεί το πολύ ταλαιπωρημένο και παμπάλαιο αυτοκίνητό της σε έναν επαρχιακό δρόμο -  μικρή σημασία έχει ο τόπος, η χώρα και όλα τα συναφή – όταν αποφασίζει να πάρει έναν νεαρό (Benjamin Biolay) που κάνει auto-stop. Είναι φανερό απ’την πρώτη στιγμή ότι οι δυο τους ‘ταιριάζουν’… έχουν παρόμοιο look, είναι μάλλον αινιγματικοί, δείχνουν να είναι άνθρωποι της περιπέτειας, της αναζήτησης νοήματος έξω απ’τα συμβατικά… κάποιος θα μπορούσε να τους κολλήσει την ταμπέλα ‘ροκόφατσες’, άλλοι θα μπορούσαν να σκεφτούν κάτι καλύτερο. Τα πράγματα εξελίσσονται χαλαρά. Το ζευγάρι φτάνει στο La Spack. Πρόκειται για ένα truck – stop, ένα παρακμιακό μπαρ – εστιατόριο που διευθύνει μια φοβερή και εμβληματική παρουσία. Μια γυναίκα (Yolande Moreau) που καταλαβαίνεις από την αρχή πως πρόκειται να παίξει τον καθοριστικό ρόλο στην συνέχεια της ταινίας.

Από κει και πέρα, ξεκινάει η πραγματική δράση. Ο σκηνοθέτης δεν σπαταλά το χρόνο του σε περιττολογίες και ανοησιολογίες που ενδημούν και αφθονούν στις αμερικάνικες ταινίες εν γένει και στις παραγωγές τρόμου πολύ περισσότερο. Λες και οι ήρωες φλυαρώντας χωρίς σταματημό και επί παντός του επιστητού θα οικοδομήσουν με περισσότερη ενάργεια το ζητούμενο κοντράστ της ‘χαράς της ανέμελης ζωής’ από τη μια και της φρίκης και του ζόφου από την άλλη. Δεν είναι απαραίτητες όλες αυτές οι δυαδικές σχηματοποιήσεις όταν έχεις βαθύτερες επεξεργασίες και πιο μελετημένα σενάρια. Ακόμα και σε τούτη την ταινία οι ήρωες δεν… μας ενδιαφέρουν τόσο, δεν θα τους θυμόμαστε την επομένη –ίσως εξαιρουμένης της εξαιρετικής Yolande Moreau… δεν είναι εκεί το ζητούμενο… είναι σαν να περιμένεις ένα σεισμό 8 ρίχτερ και να συζητάς για το χρώμα των τοίχων στα σπίτια που σε λίγο θα είναι άμορφες μάζες ερειπίων… προσωπικά θεωρώ επιτυχία ενός σκηνοθέτη να με αποσπάσει από τα πρόσωπα και τις ιδιομορφίες τους – όχι πως δεν έχουν κι αυτά το ενδιαφέρον τους ενίοτε – και να με κερδίσει με το σύμπαν που φλέγεται, που γεννιέται ή πεθαίνει. Και μάλιστα, όταν πρόκειται για μια ‘νοσηρή’ ταινία, ένα σουρεαλιστικό - παγανιστικό θρίλερ – έτσι το χαρακτηρίζω – που αποτυπώνει με φωτογραφία συγκλονιστική, ερμηνείες λιτές και σκηνές σοκαριστικές, ‘γυμνές’ και σχεδόν σιωπηλά βίαιες ένα ολόκληρο σύμπαν ‘μέσα σ’ένα δωμάτιο’. Ένα σύμπαν που το διέπει η πανάρχαια σχέση του ανθρώπου με τις μαγικές δυνάμεις της γης… ένα σύμπαν που γεννήθηκε απ’το αίμα αυτής της σχέσης και όσο το αίμα θα υπάρχει η σχέση θα είναι ακατάλυτη, αιώνια και πανίσχυρη.

Το αρχαίο Στόμα, σκέφτηκα κάποια στιγμή. Το αρχαίο Στόμα που απαιτεί να τρέφεται και οι ιερείς Του δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από το να ικανοποιούν την πείνα του. Ως πότε; Άγνωστο… για πάντα. Χωρίς σημασία. Στην ταινία, τούτη η σχέση είναι ολοκάθαρη αποδίδεται όμως ‘μεταμφιεσμένη’ αφού διαφορετικά δεν θα είχαμε μια ταινία τρόμου αλλά μια άλλου τύπου ταινία, κάτι σαν αναπαράσταση ενός μαγικού τελετουργικού με ντοκιμενταρίστικα στοιχεία. Επειδή υπάρχει όμως η ανάγκη της μυθοπλασίας το αρχαίο Στόμα ‘εκπροσωπείται’ από κάποιους νεκρούς ανθρακωρύχους που ‘εκδικούνται’ τον άδικο χαμό τους με την αιώνια επιστροφή τους για να τραφούν από τους ζωντανούς.

Κάτι ακόμα που σκεφτόμουν βλέποντας την αφήγηση της ταινίας ήταν πως ο δημιουργός επέλεξε τον συντομότερο, άρα και ασφαλέστερο ‘δρόμο’ για να εφελκύσει το βλάσφημο και να το σαρκώσει στην οθόνη. Κι αυτό είναι ο κάθετος άξονας. Ο κάθετος άξονας που συνδέει από την αρχαιότητα τον Άδη με τον ενδιάμεσο κόσμο των ανθρώπων και πιο ψηλά, με τον κόσμο των θεών. Ένας άξονας που διαπερνά κάθετα τα επίπεδα της Εκδήλωσης και της ‘ύπαρξης’ και συνεπώς, με τον βραχύτερο δρόμο φέρνει και σε ‘συνομιλία’ αυτά τα βασίλεια. Με συνέπειες θετικές αλλά και αρνητικές. Τούτος ο άξονας είναι και ο μόνος που με τη σαφήνεια και την πρωτόγονη απλότητά του εξυπηρετεί εργαλειακά το σκηνοθέτη. Και με απλότητα άλλωστε ‘γράφει’ και ‘φιλοτεχνεί’ ακόμη και τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες της ταινίας. Η βία και η φρίκη σοκάρουν περισσότερο μέσα σε συνθήκες ‘φυσιολογικές’, όταν όλα είναι ήρεμα και… όμορφα και τίποτε δεν υποψιάζει πως στην επόμενη γωνιά παραφυλάει το Αδιανόητο.

Δεν πρόκειται να προδώσω το ‘στόρι’ της ταινίας – αν και μάλλον το έχω ήδη κάνει σε ένα ποσοστό - γιατί στις ταινίες αυτές έχει σημασία να μην ξέρεις ακόμα κι όταν… ξέρεις. Ακόμα κι όταν φαντάζεσαι ή έχεις σχεδόν συλλάβει το γενικό πλαίσιο. Κάπου διάβασα πως είναι μια sort of zombie ταινία. Καμία σχέση.

Mια από τις τελευταίες μου σκέψεις όταν έπεφταν οι τίτλοι τέλους: Το Le Meute δεν είναι μια ταινία τρόμου.

Είναι όμως, το δίχως άλλο, μια τρομακτική ταινία.

Και κάτι ακόμα. Το τελευταίο πλάνο της ταινίας. Μήπως θυμίζει κάτι από την τράπουλα Ταρό;

 

 

 

 

http://cine-nimertis.webnode.gr/le-meute/