Βαμπίρ

 

(Με αφορμή τη Μακεδονία… κάποιες σκέψεις)

Οι αναλογίες μας οδηγούν και σχεδόν πάντα μας φωτίζουν. Καμιά φορά μας απελευθερώνουν κιόλας… Και οι αναλογίες φωνάζουν ενίοτε, κραυγάζουν ώστε και οι κωφοί ν’ακούσουν και οι ανοητίζοντες να συνέλθουν…

Ο μεγάλος Κ. Γκ. Γιουνγκ γράφει κάπου (Ροζάριουμ Φιλοσοφόρουμ), πως στην πορεία του προς την εξατομίκευση, την πνευματική ολοκλήρωση, ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να ανακαλύψει εκείνο το στενό πέρασμα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Ας πούμε πως η Σκύλλα συμβολίζει όλες τις πιθανές διαφυγές από τις ευκαιρίες που του δίνονται για πνευματική ανάπτυξη ενώ η Χάρυβδη συμβολίζει όλες τις αταβιστικές τάσεις που αν επικρατήσουν θα τον βυθίσουν σε ένα πρωτόγονο επίπεδο. Πάει να πει απλά και καθαρά, το έργο της ωρίμανσης, της ειναιικής σφαίρωσης, της πνευματικής ολοκλήρωσης –και όχι τελειοποίησης- είναι έργο ευθύνης. Κι απαιτεί να είσαι ον ευθύνης.

Κάπου βαθιά μέσα μου, θέλω δεν θέλω, υπάρχει εκείνος ο τρελός νεαρός τολμητίας που κάποτε ξεκίνησε από τα χώματα της Μακεδονίας με τριάντα χιλιάδες συντρόφους και κοινωνούς του υπέρ-λογου για ‘να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο’. Η θυελλική, βυρωνική φύση του δεν άντεχε τη ματιά που ορίζεται από τους ορίζοντες της φυσικής όρασης. Η έμπυρη, κοχλάζουσα ψυχή του δεν μπορούσε να ξεδιψάσει απ’τις θεωρήσεις του φρόνιμου, του εφικτού, του πεπερασμένου. Μπορεί στο δρόμο να ξεστράτισε, να παρεξέκλινε, να ‘τρελάθηκε’… Μπορεί να υπερέβη ακόμα και τα δικά του εσκαμμένα, να εξακτινώθηκε στο Αχανές, να γονάτισε στην άνυδρη Γεδρωσία της Ανάγκης. Όμως δεν ηττήθηκε ποτέ. Κι αυτό δεν του συγχώρησε η ιστορία. Πάει να πει η Ειμαρμένη των ασήμαντων.

Δεν είμαστε Αλέξανδροι, δεν έχουμε καμιά δουλειά να ανακατευόμαστε με τις ορίζουσες των υπερανθρώπων ακόμη κι αν ιδεολογικά εύκολα και απλά τους καταδικάζουμε στους αποθέτες της Αιωνιότητας ως τρισκατάρατους ημιπαράφονες που αναζήτησαν το Αδύνατο κι έγιναν ολοκαυτώματα. Άλλωστε είναι καθήκον των μέτριων να κατατροπώνουν τους εξαίρετους. Ήταν πάντα και θα είναι πάντα. Έτσι επιβιώνουμε, έτσι αντέχουμε να ζούμε. Όλοι πέθαναν και όλοι θα πεθάνουν. Αφού ξόφλησαν ως και οι θεοί, γιατί να νιώθουμε συμπλεγματικοί συνωμότες των διαδρόμων εμείς;

Δεν είμαστε βέβαια Αλέξανδροι ούτε Φίλιπποι αλλά έχουμε ένα κληροδότημα φωτός. Αυτό δεν το εμπιστεύτηκαν στους επόμενους μέσα απ’τη φωτιά του ά-λογου φρονήματός τους. Αν μπορούσαν να επιλέξουν επιγόνους δεν θα μας συμπεριελάμβαναν ποτέ. Θα ήμασταν παρίες και παρατρεχάμενοι, θλιβερές σκιές στα δώματα της ιστορίας. Όσο κι αν μας θυμώνει κάτι τέτοιο, είναι η αλήθεια. Και την τεθλιμμένη οδό του Ναζωραίου ή το στενό μονοπάτι του Γιουνγκ δεν θα το ‘επιλέγαμε’ ποτέ.

Ακόμη χειρότερα, δεν θα μας επέλεγε ποτέ αυτό…

Όμως εμείς ήρθαμε μετά. Ήρθαμε κι είμαστε εδώ. Όχι για να απαλλοτριώσουμε αλλά για να φυλάξουμε. Οι μεγάλοι δημιουργούν, πρωτεύουν, καινοτομούν. Οι μέτριοι ας είναι ικανοί να φυλάττουν τουλάχιστον.

Κι αυτό απαιτεί ανάστημα.

Να είσαι ον ευθύνης.

Αν κάποτε ο αγαπημένος σου διδάσκαλος σου εμπιστευόταν ό,τι πολυτιμότερο είχε πριν αναχωρήσει προς τα έσχατα με τη μοναδική απαίτηση να μην το παραδώσεις σε κανέναν παρά μονάχα να το φυλάξεις ως το πέρας του βίου σου ώσπου να εμφανιστεί ο επόμενος στην Άλυσο για να το παραλάβει, εσύ τι θα διαλογιζόσουν να κάνεις;

Είσαι έτοιμος να το υπερασπιστείς;

Είσαι ον ευθύνης;

Είσαι ικανωμένος για το Έργο;

Τούτο το ιερό χρέος μπορείς να το φέρεις εις πέρας;

 

Έχεις Βλέμμα;

Γιατί κάποτε δεν θα γυρίσει να σε φτύσει κατάμουτρα αυτός ο Διδάσκαλος σε μια άλλη διάσταση, σε έναν άλλο χωροχρόνο…

Ούτε οι πρόγονοι, οι ιαχές των ηρώων και οι οιμωγές των θυσιασμένων στην ματωμένη γη θα σε κατατρέχουν…

Ούτε ακόμη και οι απόγονοί σου που θα φέρουν το όνειδος της δικής σου αστοχίας, ανημπόριας και ασημαντότητας θα σε καταδικάζουν…

 

Εσύ ο ίδιος θα επιστρέφεις αέναα και θα περιίπτασαι ως νοσηρό και σκοτεινό πνεύμα πάνω από τα ερείπια της ύπαρξής σου.

Δεν θα ξεκουραστείς ποτέ…

Δεν θα πετύχεις ποτέ την ουράνωσή σου, την εισδοχή σου στο φως, την ανάπαυσή σου…

 

Φρικαλέο βαμπίρ που θα εξοβελίσουν ακόμη και τα έγκατα του συλλογικού ασυνειδήτου, αυτό που οι άνθρωποι κάποτε ονομάτισαν Κόλαση.

Αυτό θα είσαι.

Λερή Σκιά και Εγκάτοικος του Εφιαλτόκοσμου…

 

Και ο κόσμος που ζούμε, δυστυχώς, έχει αναρίθμητους από τούτους τους δικαιούχους του σκότους…