Η Αφύπνιση

 

,

 

Ι. Η Πτώση

 

«Καλημέρα πατέρα!»
Η φωνή ερχόταν από κάποια θολά, ανεξιχνίαστα βάθη… κι όμως ακούστηκε πολύ κοντινή. Φωνή κοπέλας. Μελωδική και δροσερή με κάποια δόνηση ανησυχίας. Κατέβασα νωχελικά, μισοκοιμισμένος ακόμα, το σεντόνι μου ίσα στο ύψος του σαγονιού.
«Πώς κοιμήθηκες;»
Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι όχι πάνω από 20 – 22 χρόνων. Το βλέμμα της συμπονετικό, βαθύ και σκοτεινό. Το ηχόχρωμα της φωνής της πάσχιζε να καλύψει την ταραχή της.
Δεν είχα ιδέα ποια ήταν.
«Καλά», απάντησα μηχανικά. Έτσι θα απαντούσα στον οποιονδήποτε. Πόσω μάλλον στην «κόρη» μου. Ήταν η κόρη μου, δεν υπήρχε αμφιβολία. Για όλους προφανώς. Όχι για μένα.
Το κορίτσι που αγνοούσα το όνομά του τακτοποίησε καλύτερα τα σκεπάσματά μου. Οι κινήσεις της θηλυκές, τρυφερές, επιδέξιες. Απέφυγε να με κοιτάξει κατάματα. Ίσως ήταν στα πρόθυρα να κλάψει. Αισθάνθηκα πως αυτό το πλάσμα έκλαιγε μέρες τώρα για μένα. Και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για ποιο λόγο.
Αρκούσε μια ματιά στο χώρο που ξύπνησα για να καταλάβω.
«Δεν είναι και τόσο άσχημα εδώ πέρα, ε;», με ρώτησε χωρίς να περιμένει απάντηση και πήρε την καρέκλα που ήταν δίπλα στο παράθυρο και την έφερε κοντά στο κρεβάτι. Ήταν λιγνόκορμη, σβέλτα, αθόρυβη. Σαν σκιά.
«Σε λιγάκι θα έρθει το πρωινό σου», είπε πάλι και δεν με κοίταξε. Το βλέμμα της κεντράριζε στο λαιμό μου. Δεν ήθελε να συναντήσει το δικό μου βλέμμα. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως για να μην αναλυθεί σε λυγμούς.
Ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Δωμάτιο νοσοκομείου. Μονόκλινο. Μάλλον κακά μαντάτα, σκέφτηκα. Δεν ήταν δωμάτιο πολυτελείας. Οι τοίχοι ήταν φθαρμένοι, το καλοριφέρ κάτω από το παράθυρο είχε δει πολύ καλύτερες ημέρες, το κομοδινάκι μου ίσα που χώραγε δυο τρία αντικείμενα. Ένα ποτήρι νερό οπωσδήποτε. Κι αυτό ήταν εκεί με ένα πιατάκι να το σκεπάζει.
«Κρυώνεις;», με ρώτησε η άγνωστη κοπέλα που με είχε αποκαλέσει πατέρα και ξανατέντωσε το σεντονάκι μου με στοργή. Είχε καθίσει στην καρέκλα της που έτριζε με την παραμικρή κίνηση και το φως που τρύπωνε από το βρώμικο παράθυρο της έλουζε τα μαύρα της μαλλιά και την στεφάνωνε με μια μυστηριακή αύρα.
Τι στο διάολο συνέβαινε εδώ πέρα;
«Όχι», απάντησα κάπως εκνευρισμένος και τούτο έκανε το κορίτσι να μαζευτεί στη θέση της. Άνοιξε ένα βιβλίο στα γόνατά της και έκανε πως διάβαζε.
Ξανά στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε υποψία άλλου επίπλου. Ούτε καν μια ντουλάπα. Αριστερά, κάτω από το κρεβάτι μου ήταν η πόρτα. Απ’έξω σιγά σιγά έρχονταν θόρυβοι από ένα νοσοκομείο που ξυπνούσε. Κάποιες νοσοκόμες πηγαινοέρχονταν, βαριεστημένα σουρσίματα από παπούτσια, τσόκαρα νοσηλευτών.
Τι ώρα ήταν;
«Πείνασες; Όπου να’ναι θα έρθει το πρωινό», απάντησε η κόρη μου σα να συντονίστηκε μαζί μου. Η μυστική και απόκρυφη επικοινωνία των αγαπημένων.
Άραγε να την αγαπούσα κι εγώ όσο εκείνη;
Ήθελα να τη ρωτήσω για τη γυναίκα μου, τη μητέρα της… ήθελα να τη ρωτήσω πολλά αλλά δεν ήξερα πως… Θα έβρισκα άλλο τρόπο… θα δινόταν η ευκαιρία…
«Εσύ είσαι καλά;», αποφάσισα να σπάσω την αμήχανη σιωπή και έβγαλα τα χέρια μου από τα σκεπάσματα και ανακάθισα. Πρόσεξα την πυτζάμα μου. Γαλάζια και μπλε με κάτι ρίγες στα πλάγια. Χαμογέλασα. Γούστο δικό μου ή της γυναίκας μου;
Είχα άραγε γυναίκα ή ήμουν χήρος; Χωρισμένος ίσως;
«Καλά είμαι μπαμπά», απάντησε το μελαχρινό κορίτσι με τα βαθυσκότεινα μάτια ανεβάζοντας την ένταση στη φωνή της. Η ερώτησή μου έγινε καλόδεκτη προφανώς αφού εισέπραξα ένα ‘μπαμπά’. Ίσως να ήταν ασυνήθιστο για εκείνη να τη ρωτώ αν είναι καλά. Ίσως πάλι να συνέβαινε το αντίθετο, να ήταν συνηθισμένη κι επειδή άργησα να το κάνω είχε δυσφορήσει… ποιος μπορούσε να το ξέρει; Όχι εγώ πάντως.
«Πέρασα και απ’τη μητέρα χθες», είπε μετά από μια σύντομη παύση και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα λυγμό. Ταυτόχρονα, σα να ήταν μέρος ενός πρωτοκόλλου που ακολουθούν οι άνθρωποι μηχανικά, παράτησε το βιβλίο της, έβγαλε ένα χαρτομάντιλο από την τσέπη της και σκούπισε τα νοτισμένα της μάτια.
Κατάλαβα. Κι ευτυχώς που δεν μου ξέφυγε κάποια ερώτηση του τύπου ‘πώς είναι; γιατί δεν ήρθε μαζί σου;’ ή κάποια ανάλογη. Η σιωπή με είχε σώσει ξανά.
«Την άλλη εβδομάδα συμπληρώνονται πέντε χρόνια… απίστευτο…», είπε και βυθίστηκε στην σαραβαλιασμένη καρέκλα. Γύρισα και την κοίταξα με αληθινή συμπόνια. Είχε στυλώσει το βλέμμα της στο χαρτομάντιλο που δίπλωνε και ξεδίπλωνε με τα όμορφα λεπτά της δάχτυλα.
Δεν έχω τέτοια δάχτυλα εγώ, σκέφτηκα και αισθάνθηκα ντροπή που άσχετα πράγματα πετάγονταν στην οθόνη του μυαλού μου.
Ξαφνικά αναρωτήθηκα για την κατάστασή μου. Διέτρεξα απαλά με τις παλάμες μου το σώμα μου. Δεν πονούσα πουθενά, δεν υπήρχε κάποιο σημάδι πληγής ή εστία πόνου. Φαίνεται πως το πρόβλημά μου ήταν βαθύτερο, εσωτερικό. Όμως δεν ένιωθα άσχημα. Δεν είχα δύσπνοια, ζαλάδα ή κάτι άλλο. Το αντίθετο.
Άραγε πόσων ετών ήμουν;
Και βέβαια, τι στο καλό γύρευα σ’αυτό το άθλιο δωμάτιο νοσοκομείου;
Ξαφνικά ένιωσα κάτι άλλο. Κάτι παράξενο. Μια δόνηση μέσα στο χώρο, λες και μια πηγή ενέργειας είχε εισβάλλει από το πουθενά. Φοβήθηκα. Γύρισα πανικόβλητος το βλέμμα ολόγυρα και περιέτρεξα όλο το δωμάτιο. Δεν υπήρχε τίποτε. Ένιωσα ένα ρίγος στη ράχη. Μήπως αυτό ήταν το πρόβλημά μου; Μήπως ήταν πνευματικό το ζήτημα;
Μήπως ήμουν σε δωμάτιο τρελάδικου;
Ξάπλωσα αγχωμένος και ξανάφερα τα σκεπάσματα ψηλά στο πρόσωπό μου. Η παρείσακτη ενέργεια δεν έλεγε να κοπάσει. Δυνάμωνε κιόλας. Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν ήθελα να βλέπω τίποτε πλέον.
«Μην σκεπάζεσαι τώρα μπαμπά, έλα… σε λίγο θα έρθει το πρωινό…», με μάλωσε τρυφερά η κόρη μου και έφερε το λεπτό της χέρι να με ξεσκεπάσει. Με μια ανακλαστική ταχύτατη κίνηση της το άρπαξα από τον καρπό και την ακινητοποίησα. Η αντίδρασή μου με εξέπληξε. Το βλέμμα της για πρώτη φορά καρφώθηκε πάνω μου. Είχε σοβαρέψει τώρα.
«Μπαμπά!», διαμαρτυρήθηκε κι ένιωσα το χεράκι της να στενάζει μέσα στη χούφτα μου που την πίεζε σαν τανάλια.
«Με πονάς, άσε με!», φώναξε και αποφάσισα να την ελευθερώσω. Έτριψε τον πονεμένο της καρπό με το άλλο χέρι και σηκώθηκε όρθια. Αυτό δεν ήταν καλό σημάδι.
«Τι σε έπιασε τώρα;», είπε και αμέσως μετά νιώθοντας πως είχε υψώσει αδικαιολόγητα τον τόνο μου χαμογέλασε. Ώστε αυτό είναι το χαμόγελο της κόρης μου, σκέφτηκα. Και αμέσως πήρα αμυντική στάση. Ένα μαλωμένο παιδί μετά την αταξία του έτοιμο να δεχθεί την κατσάδα της μαμάς.
Η κόρη μου –κι ακόμα αγνοούσα το όνομά της- κάθισε αυτή τη φορά στο κρεβάτι, δίπλα στο δεξιό μου μηρό. Ακούμπησε την παλάμη της στην κοιλιά μου πάνω από τα σκεπάσματα και πήρε θέση. Ετοιμάστηκα να ακούσω τα λόγια της και την κοιτούσα με απορία και ικεσία.
«Το ξέρω ότι σου έχουν σπάσει τα νεύρα εδώ μέσα, δέκα μέρες τώρα. Όμως, τι είχαμε πει με τον Γεωργίου; Θυμάσαι;»
Ποιος ήταν πάλι αυτός; Ο γιατρός μου;
Ένευσα καταφατικά. ‘Θυμόμουν’, φυσικά θυμόμουν.
Δεν θυμόμουν τίποτα.
«Καλά, θα στο θυμίσω εγώ», είπε ξεφυσώντας. «Είπαμε πως αυτή η επέμβαση πρέπει να γίνει. Και θα γίνει όταν θα τελειώσουν όλες οι εξετάσεις. Ναι ή όχι μπαμπά;», με ρώτησε σαν υπομονετική δασκάλα τον μονίμως αμελή μαθητή της.
Ανεβοκατέβασα το κεφάλι μου ζωηρά. Βεβαίως.
«Οι εξετάσεις έγιναν, αύριο θα έχουμε τα αποτελέσματα και αν όλα είναι καλά, μεθαύριο…»
Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και μια χοντρούλα νοσοκόμα με επιθετικό βλέμμα και συριχτή φωνή έβαλε τέλος στην εξιστόρηση της κόρης μου.
Γαμώτο!
«Καλημέρααα, τι κάνουμε;», είπε και ταυτόχρονα επιθεώρησε το δωματιάκι μου στα πεταχτά, ανέβασε εντελώς τα στόρια στο παράθυρο και άνοιξε με μια αποφασιστική κίνηση το ένα φύλλο. Φως και παγωμένος άνεμος εισέβαλλαν θριαμβευτές στο μικρό μας χώρο και κατευθείαν μίσησα τη συγκεκριμένη νοσοκόμα που με ρωτούσε πως είμαι χωρίς να καταδέχεται μια ματιά. Θα μπορούσα να τα είχα τινάξει κάτω απ’τα σκεπάσματα και να μην πάρει χαμπάρι.
«Φάγαμε πρωινό;»
Αυτός ο ελεεινός πρώτος πληθυντικός νοσοκομείων συνεχιζόταν.
«Όχι ακόμα», απάντησε για λογαριασμό μου η κόρη μου παρακολουθώντας τις κινήσεις της νοσοκόμας.
«Σε πέντε, δέκα λεπτά», απάντησε εκείνη χωρίς να μας ρίχνει ούτε βλέμμα και το ίδιο κυριαρχικά όπως είχε μπουκάρει, αποχώρησε αφήνοντας επιδεικτικά ορθάνοιχτη την πόρτα. Το ρεύμα που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά μετέβαλλε το χώρο σε ψυγείο όμως η κόρη μου δεν τόλμησε να αντιδράσει. Ξανακάθισε στην καρέκλα της ήσυχα πειθήνια.
«Σε λίγο θα το κλείσω», μου είπε πάντως και έπιασε πάλι το βιβλίο της απρόθυμα. «Να φύγει η μυρωδιά», συμπλήρωσε αλλά δεν τόλμησα να ρωτήσω τίνος. Η δική μου ή του νοσοκομείου;
Κουκουλώθηκα κάτω απ’ τα σεντόνια μου περιμένοντας. Ευτυχώς, με όλα τούτα, η ανεπιθύμητη ενέργεια είχε εξαφανιστεί. Ώστε ήταν γέννημα του μυαλού μου; Το άγχος επέστρεψε. Αν ήταν γέννημα δικό μου αυτό σήμαινε ότι δεν ήμουν καθόλου καλά και όντως με φιλοξενούσε κάποια πτέρυγα ψυχιατρικού ιδρύματος. Ίσως όλα να ήταν γέννημα του μυαλού μου. Ακόμη και η ‘κόρη’ μου που διάβαζε ήσυχα τώρα το βιβλίο της –και δεν είχα προσέξει ούτε τον τίτλο.
Έκλεισα τα μάτια μου, τυλίχτηκα πιο σφιχτά μέσα στα σάβανά μου τουρτουρίζοντας από το κρύο και αποφάσισα να περιμένω.
Τι άλλο μπορούσα να κάνω;
Ρώτησε αν θες να μάθεις…
Η φωνή αυτή πάλι τι ήταν; Την άκουσα ξεκάθαρα. Ήταν ένας ψίθυρος βέβαια αλλά μου φάνηκε πως κάποιος ψιθύριζε με τα χείλη κολλημένα στ’ αυτιά μου.
Κατέβασα πανικόβλητος τα σκεπάσματα και τον είδα.
Στεκόταν ακίνητος και χαμογελαστός στην απέναντι δεξιά γωνία του δωματίου. Ένας νεαρός, όχι πάνω από 20 χρόνων με άναρχη κόμμωση και παράξενα ρούχα. Ένα βαρύ καφέ παλτό που δεν ταίριαζε με την ηλικία του και ένα γκρί παντελόνι. Είχε τα χέρια μέσα στις τσέπες και με κοιτούσε σαν αξιοπερίεργο φαινόμενο. Με ένα ηλίθιο, πλατύ, αλήτικο χαμόγελο. Μα καλά, η μικρή δεν τον είχε αντιληφθεί;
Σαν απάντηση θεόσταλτη, η κόρη μου σηκώθηκε και με απαλές κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και κατέβασε ως τη μέση το στόρι.
«Αρκετά ξεπαγιάσαμε εδώ μέσα», μονολόγησε.
Μα, τι στο καλό, δεν τον έβλεπε; Ήταν δίπλα της! Δίπλα της, σχεδόν την άγγιζε!
Το μελαχρινό κορίτσι γύρισε και ξανακάθισε στο καρεκλάκι.
Ο παλτοφορεμένος εξακολουθούσε να χαμογελάει με θράσος.
«Αυτοί οι Γάλλοι λοιπόν έχουν ένα μοναδικό τρόπο να… μπαμπά;»
Η κόρη μου πέταξε το βιβλίο στην καρέκλα και ήρθε από πάνω μου με ένα βλέμμα γεμάτο ανησυχία, σχεδόν πανικό.
«Τι έχεις; Άσπρισες!», με ρώτησε και η μυρωδιά απ’το σώμα της πλημμύρισε τα ρουθούνια μου. Ήταν δυσάρεστη και αποπνικτική εμπειρία.
«Καλά είμαι», φώναξα όμως εκείνη ήδη μετρούσε το σφυγμό μου και έπαιρνε τη θερμοκρασία μου με την παλάμη της.
Την ίδια στιγμή έκανε την είσοδό του στο δωμάτιο ένας πανύψηλος κρεμανταλάς με άσπρη ποδιά κι ένα δίσκο. Χωρίς να πει κουβέντα τον άφησε πάνω στο κομοδινάκι και κάνοντας μεταβολή εξαφανίστηκε περνώντας ξυστά δίπλα από το μάγκα με το παλτό και το μάγκικο χαμόγελο.
Ρώτησε
Αν θες να μάθεις
Αν το τολμάς
Και αν το νιώθεις…
Άκουσα τη ‘φωνή’ του ολοκάθαρα στ’ αυτιά μου και η σουρεαλιστική σκηνή με την άγνωστη κόρη μου να με πιέζει στο μέτωπο έχοντας τα στήθια της στο λαιμό μου και τον εισβολέα να με ειρωνεύεται θρασύτατα με έκαναν να θέλω να ουρλιάξω.
ΤΙ ΣΤΟ ΔΑΙΜΟΝΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΔΩ ΠΕΡΑ, Ε;
ΜΕ ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;
Να με πάρει ο διάολος αν καταλαβαίνω!
Η κόρη μου αποφάσισε να αναστείλει τα νοσηλευτικά της καθήκοντα και στράφηκε στο δίσκο. Μια κρέμα, ένα μήλο και ένα ποτήρι πορτοκαλάδα.
«Καλύτερα να φας τώρα πατέρα», είπε και επιτέλους, απελευθερώθηκα από το βάρος της και την παράξενη μυρωδιά της.
«Φάε την κρέμα σου. Τα μήλα δεν σου αρέσουν… θα το φάω εγώ αυτό. Πιες και την πορτοκαλάδα σου. Για να σε δω… χμ… δείχνεις καλύτερα…», αποφάνθηκε και μου πέρασε την κρέμα με το κουταλάκι.
Πήρα στα χέρια μου την κρέμα και την έφερα στη μύτη μου. Γιατί άραγε το έκανα αυτό; Δεν πίστευα ότι ήταν αληθινή; Μήπως αν είχε μυρωδιά θα ήταν τεκμήριο αληθινότητας; Χαμογέλασα με τη διατύπωση και αποφάσισα να δοκιμάσω. Ξαφνικά πεινούσα. Και η γεύση της κρέμας αποδείχθηκε εξαιρετική.
«Θυμάσαι τι έλεγε η μαμά;», σχολίασε η κόρη μου καθαρίζοντας το μήλο με ένα μαχαιράκι –που το έκρυβε αυτό;
«Μμμ…», απάντησα απολαμβάνοντας το πρωινό μου.
«Λίγο καλό φαί σε κάνει να τα βλέπεις όλα πιο αισιόδοξα… έτσι έλεγε… κι εσύ της απαντούσες…», ξαφνικά παράτησε το καθάρισμα του μήλου και με κοίταξε χαμογελαστή. «Τι της απαντούσες μπαμπά;»
Ωχ, είχε φτάσει η ώρα μηδέν. Τώρα έπρεπε να απαντήσω. Δεν είχα δρόμο διαφυγής. Έριξα μια ματιά στον αληταρά με το παλτό. Είχε γίνει άφαντος. Στα τσακίδια!
«Χα, χα!», έκανα με κέφι κι αυτό συμπαρέσυρε τη μικρή δίπλα μου που γέλασε εγκάρδια. Για άλλο λόγο βέβαια.
«Αχ, βρε μπαμπά… όταν κάνατε αστεία οι δυο σας…», αναπόλησε και δεν συνέχισε. Έκοψε μονάχα μια φέτα από το ωραίο της μήλο και το δάγκωσε.
Και ποιος της είχε πει ότι δεν μου άρεσαν τα μήλα; Μου άρεσαν και πολύ μάλιστα. Ευχαρίστως θα το καταβρόχθιζα δεσποινίς μου. Το πρωινό είναι για τους ασθενείς όχι για τους επισκέπτες!
Δεν έβγαλα μιλιά. Καθάρισα σε χρόνο μηδέν το κεσεδάκι μου και το άφησα στο κομοδινάκι, μέσα στο δίσκο.
«Πεινούσες ε; Πιες και την πορτοκαλάδα σου», είπε χαμογελαστή η κόρη μου και μου έδωσε το ποτήρι.
Δεν άργησα να καταναλώσω το περιεχόμενο. Η γεύση δεν ήταν τίποτε σπουδαίο αλλά έγλειψα τα χείλια μου.
Πεινούσα κι άλλο τώρα. Τι σκατά πρωινό σερβίρουν στα τρελάδικα; Δεν ξέρουν ότι ο κόσμος πεινάει; Τσιγκουνεύονται και το φαγητό τώρα;
Δεν ξέρω γιατί αλλά είχα αποφασίσει ότι βρισκόμουν σε ψυχιατρική κλινική. Κι αν δεν ήμουν σύντομα θα χρειαζόμουν νοσηλεία με ζουρλομανδύα το δίχως άλλο.
Η κόρη μου απόφαγε, μου έδωσε ένα μαντιλάκι να σκουπιστώ και πήρε το δίσκο στα λεπτά της χέρια.
«Τον πάω μέσα στα κορίτσια» μου ανακοίνωσε και θαύμασα ξανά τη σβελτάδα και τη νοικοκυροσύνη της. Της είχα δώσει αρχές το λοιπόν. Η μάνα της κι εγώ βέβαια.
Η κόρη μου με το δίσκο ανά χείρας βγήκε από το δωμάτιο και με άφησε μόνο.
Και τότε τον άκουσα ξανά.
Αν το τολμάς…
Έκλεισα τα μάτια μου και πίεσα με τις παλάμες μου τ’ αυτιά μου. Δεν ήθελα να ακούω, δεν ήθελα πλέον να είμαι σ’ αυτό τον εφιάλτη, ήθελα να μάθω γιατί είχα βρεθεί σ’ αυτό το κωλοδωμάτιο, ήθελα να…
Να ξυπνήσω…
Ναι… αυτό ήταν το κλειδί. Πώς δεν το είχα σκεφτεί ως εκείνη τη στιγμή; Αν ο νους έδινε την εντολή όλα θα ήταν απλά. Τώρα που συνειδητοποιούσα ότι κοιμόμουν κι έβλεπα όνειρο, αυτό το φριχτό όνειρο με την υποτιθέμενη θυγατέρα και τον παλαβιάρη με το παλτό, όλα μπορούσαν να ανατραπούν. Μπορούσα να ξυπνήσω και βέβαια μπορούσα. Φτάνει να έδινε την εντολή ο νους.
Θέλω να ξυπνήσω… τώρα!
ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ, ΤΩΡΑ!
Άρχισα να ψέλνω μονότονα και κλιμάκωνα την ένταση της φωνής μου.
Όταν ξαναπέρασε η ‘κόρη’ μου το κατώφλι του δωματίου σχεδόν φώναζα.
ΘΕΛΩ ΝΑ Ξ…
«Μπαμπά;! Τι…»
Δεν ήταν μόνη. Την ακολουθούσε ένας αστυφύλακας κι ένας νοσοκόμος.
Θέλω να ξυπνήσω… τώρα… επανέλαβα ξεπνεμένα και η καρδιά μου χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Είχαν μαζευτεί όλοι πάνω απ’ το κεφάλι μου και με κοιτούσαν ανέκφραστοι.
Ήμουν τρελός. Έτσι νόμιζαν. Έτσι πίστευαν.
Δεν ήμουν τρελός… απλώς κοιμόμουν… όχι πλέον…
Όχι, δεν ήμουν τρελός. Ήμουν καλά… απλά είχα παγιδευτεί… ναι, είχα παγιδευτεί σε αυτό το κωλοδωμάτιο, σε μια άγνωστη διάσταση… είχα παγιδευτεί αλλά αν ξυπνούσα… αν ξυπνούσα…
«Να βγω εγώ;», ρώτησε ο αστυφύλακας την κόρη μου και το νοσοκόμο αλλά είχε καρφώσει το χυδαίο του βλέμμα πάνω μου.
«Ναι… καλύτερα…», απάντησαν σχεδόν ταυτόχρονα οι άλλοι δυο.
«Είναι απλά μια κρίση», αποφάνθηκε ο νοσοκόμος και με πλησίασε απειλητικά. Συρρικνώθηκα στο στρώμα μου και κόλλησα την πλάτη μου στον τοίχο.
«Μην… μην φοβάσαι μπαμπά…», είπε με ένα ψεύτικο χαμόγελο η μικρή. «Δεν θέλουμε να σου κάνουμε κακό… Να… δες, ο αστυνομικός θα φύγει…», είπε και γύρισε το κεφάλι της προς τον ένστολο άντρα που ένευσε και αποχώρησε με αργά βήματα από το δωμάτιο.
Μα, τι διάολο ήθελε αυτός σε δωμάτιο νοσοκομείου;
Εκτός από τρελός ήμουν και κρατούμενος;
Μικρή παύση.
«Θα τα καταφέρετε;», ρώτησε ο νοσοκόμος τελικά την κόρη μου και κοιτούσε εμένα.
«Φυσικά! Μην σε νοιάζει. Πήγαινε. Σε πέντε λεπτά θα τον έχω έτοιμο…», απάντησε εκείνη και του κράτησε απαλά το μπράτσο.
«Τώρα κανονικά θα έπρεπε… τέλος πάντων», είπε αυτός και κάτι έβγαλε από την τσέπη του και της το έκλεισε στη χούφτα.
Ένεση! Ήταν μια ένεση!
Αν το τολμάς…
Η φωνή του παλαβιάρη γέμισε το κεφάλι μου.
Να ρωτήσω λοιπόν… να ρωτήσω… θα τολμήσω… θα περιμένω να μείνει μόνη και θα την ρωτήσω… την κωλοένεση δεν θα μου την πατήσει…
Ο νοσοκόμος μου έριξε μια τελευταία ματιά. Με είδε πιο ήρεμο, πιο ‘συνεργάσιμο’, ικανοποιήθηκε, έκανε μεταβολή και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Η κόρη μου τον ακολούθησε στην πόρτα.
«Αν ζορίσουν τα πράγματα…», τον άκουσα να της λέει απ’ το διάδρομο.
«Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά», είπε εκείνη και έκλεισε απαλά την πόρτα. Ύστερα πήρε πάλι την καρεκλίτσα κι έκατσε δίπλα μου.
Ξάπλωσα ανάσκελα στο κέντρο του κρεβατιού και της χαμογέλασα. Ψεύτικα κι εγώ. Απόλυτα συνεργάσιμος θα είμαι κορίτσι μου. Μη σκιάζεσαι.
«Να σε ρωτήσω κάτι;», της είπα ξαφνικά και την αιφνιδίασα. Είχα ηρεμήσει εντελώς και η φωνή μου ήταν βαθιά και δυνατή. Ό,τι είχε κάνει την κίνηση να ανοίξει τη χούφτα της με τη σύριγγα αλλά το ανέβαλε. Με κοιτούσε με αληθινή απορία.
«Ναι… ό,τι θέλεις πατέρα»
«Τι είναι εδώ; Γιατί με έφερες; Από τι πάσχω;»
Τα φρύδια της είχαν σμίξει και τα χείλη της είχαν γίνει μια ίσια γραμμή. Το βλέμμα της είχε σκοτεινιάσει κι άλλο.
«Τι… τι εννοείς;»
«Εννοώ αυτό που ρώτησα… γιατί με φέρανε εδώ; Τι δουλειά έχει ο αστυφύλακας; Τι έκανα; Είμαι επικίνδυνος; Πείραξα κανέναν;»
Αν το τολμάς…
Τολμάω όπως βλέπεις ρε αρχίδι! Τολμάω!
Η ‘κόρη’ μου έγειρε το σώμα της στην πλάτη της καρέκλας. Την είχα μπερδέψει. Δεν περίμενε τον καταιγισμό των ερωτήσεων, δεν ήξερε τι να κάνει.
«Δεν… δεν θυμάσαι τίποτα πατέρα;», είπε τελικά και απίθωσε το περιεχόμενο της χούφτας της στο κομοδινάκι. Καλά το είχα μαντέψει. Ήταν μια σύριγγα με μια βελόνα τεράστια λες κι ήμουν ελέφαντας.
«Όχι, πες μου λοιπόν. Και μετά κάνε μου την ένεση. Μετά κάντε μου ό,τι θέλετε», είπα αλλά έκρυβα τις προθέσεις μου από τη μικρή μέγαιρα.
Για πρώτη φορά με την άκρη του ματιού μου είδα τον τίτλο του βιβλίου της στο κομοδίνο: ‘Η Πτώση’. Συγγραφέας κάποιος Αλμπέρ Καμύ. Δεν ήμουν βέβαιος αλλά τον είχα ξανακούσει. Ίσως και να τον είχα διαβάσει. Προς στιγμήν δεν έδινα δεκάρα.
…Η Πτώση;
«Δεν γύρισες καλά από εκεί πατέρα… δεν γύρισες καλά…», ξεκίνησε να λέει η κόρη μου και το βλέμμα της είχε καρφωθεί σε κάποιο σημείο στον τοίχο, μακριά μου. Η φωνή της πάλευε να σταθεροποιηθεί. Μέσα της αγωνιζόταν να μαζέψει τις κατάλληλες λέξεις και να τις βάλει στη σειρά.
Από εκεί;
«Στην αρχή νόμιζα πως έφταιγε η προσαρμογή… χρειαζόσουν χρόνο… όλοι όσοι γυρνούν από τέτοια μέρη κι έχουν δοκιμαστεί τόσο σκληρά χρειάζονται χρόνο… πίστευα πως μετά από μερικούς μήνες θα ήσουν και πάλι καλά… όπως παλιά… όταν ζούσε κι η μητέρα… αλλά εσύ χειροτέρευες…»
Νάτο πάλι το χαρτομάντιλο. Τα δάκρυα, το κόμπιασμα στη φωνή.
Από τέτοια μέρη;
«Επισκέφτηκα κρυφά κι ένα νευρολόγο που μένει στην πολυκατοικία μας… δεν τον ξέρεις… μετακόμισε όταν εσύ έλειπες… μου είπε να σε παρακολουθώ στενά, να σε προσέχω… και να φροντίσω να μην έχεις επαφές με τους παλιούς σου… ‘φίλους’…»
Η τελευταία λέξη την έκανε να σιγήσει σχεδόν λες κι ήταν απαγορευμένη.
«Λοιπόν;», την ενθάρρυνα να συνεχίσει. Από στιγμή σε στιγμή μπορούσε να μπουκάρει καμιά χοντρή νοσοκόμα και να τα κάνει πάλι όλα ρημαδιό.
«Ήμουν μόνη, η μητέρα είχε φύγει, εσύ μόλις είχες γυρίσει… πανικοβλήθηκα, έχασα το θάρρος μου αλλά ο γιατρός αυτός με βοήθησε. Μου έδωσε και κάτι ηρεμιστικά και στα έβαζα στο χαμομήλι σου το βράδυ για να κοιμάσαι. Που να ξέρω… πώς να το ξέρω βρε μπαμπά ότι αυτός ο γιατρός…», είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.
Γύρισα και την κοίταξα. Αυτή τη φορά δεν είχα για κείνη ούτε συμπάθεια ούτε μίσος ούτε τίποτα. Ήταν μια μηχανή αφήγησης, η μοναδική πηγή αλήθειας που διέθετα. Υποκρίθηκα πως την ένιωθα.
Της άπλωσα το χέρι. Το άρπαξε και το έκλεισε στα δικά της.
«Συνέχισε σε παρακαλώ», της είπα απαλά.
Μου άφησε το χέρι και ξαναφύσηξε τη μύτη της. Πήρε τα πάνω της, η φωνή της στερεωνόταν πάλι.
«Σιγά σιγά έγινα πληροφοριοδότης του. Ήθελε να ξέρει τα πάντα για σένα. Με ποιους μιλούσες, τι διάβαζες, αν είχες επαφές με τους παλιούς σου φίλους… από το Κόμμα… δεν έδινε σημασία πλέον σε ό,τι αφορούσε στην υγεία σου. Εσύ χειροτέρευες μέρα με τη μέρα, είχες εφιάλτες από το κελί σου και τα… βασανιστήρια κι αυτός ενδιαφερόταν αν είχες επαφές με την Οργάνωση…»
Είχα συνοφρυωθεί και δεν ήξερα τι να υποθέσω. Το μυαλό μου άρχισε να βράζει, είχα πονοκέφαλο.
Συνέβαιναν αληθινά όλ’ αυτά;
…να μάθεις…
Βούλωστο!
«Πώς να ξέρω ότι τον είχαν βάλει από την Ασφάλεια για να μας παρακολουθεί; Που να το φανταστώ; Ίσως να ήμουν αφελής, ίσως πάλι να ήθελα να πιαστώ από μια σανίδα… ήταν καλός, ευγενικός, μου έδινε χρήματα να σε φροντίζω…»
Η κοπέλα σταμάτησε για λίγο και έφερε την παλάμη της στο κεφάλι της. Τα ξαναζούσε όλα και ίσως την πλημμύριζαν ενοχές.
Ίσως… δεν πίστευα κανέναν και τίποτα…
Άκουγα όμως…
«Ήμουν απελπισμένη πατέρα. Τα χρέη μας είχαν φουσκώσει, ήσουν άνεργος κι εγώ μια απλή πωλήτρια σε ένα βιβλιοπωλείο να περιμένω το διορισμό μου σε κάποιο σχολείο που ποτέ δεν θα’ρχόταν γιατί εσύ… Φως από πουθενά. Σε έβλεπα κι εσένα να πετάγεσαι τα βράδια μούσκεμα στον ιδρώτα και να φωνάζεις από τους εφιάλτες και δεν ήξερα πια τι να κάνω… μέχρι και την αυτοκτονία σκέφτηκα…»
Σιωπή.
Έσκυψα το βλέμμα μου. Κοίταξα τα δάχτυλα των χεριών μου. Γύρισα τις παλάμες και τις εξέτασα κι αυτές. Ξαφνικά αυτά τα χέρια είχαν μια γεωμετρία αλλόκοτη, δεν μου ανήκαν, δεν τα αναγνώριζα. Περιέγραψα το πρόσωπό μου. Άγγιξα ουλές, παράξενες ανωμαλίες, σημεία που με πόνεσαν, φοβήθηκα.
Πώς ήμουν άραγε;
Ποιος ήμουν;
«Έχεις ένα καθρεφτάκι;», την ρώτησα σπάζοντας τη σιωπή.
«Απαγορεύεται πατέρα, το ξέρεις», μου απάντησε αλλά ήδη άνοιγε το τσαντάκι της.
«Θέλω να δω», της είπα. «Για μια στιγμή μόνο».
Απρόθυμα μου έδωσε ένα μικρό καθρεφτάκι, το κράτησα μακριά μου για λίγο, πήρα μια ανάσα και το έφερα στο ύψος των ματιών μου.
Αυτό που είδα κόντεψε να ανατινάξει την καρδιά μου.
Ο άνθρωπος που με κοιτούσε και τον κοιτούσα δεν ήμουν εγώ… δεν μπορεί να ήμουν εγώ… ο άντρας αυτός, ήταν ένα τέρας! Απροσδιόριστης ηλικίας, απροσδιόριστης νοημοσύνης. Άσχημος, παραμορφωμένος, άθλιος! Γύρισα και κάρφωσα το πιο θυμωμένο, πύρινο βλέμμα μου στην δήθεν κόρη μου. Μου αποκρίθηκε με τους λυγμούς της.
Ο άντρας αυτός είχε μόλις επιστρέψει από κάποια αδιανόητη κόλαση… ένας νεκρός που περπατούσε ανάμεσα στους ζωντανούς… κάποιος που απέδρασε απ’τον Άδη και σεργιάνιζε με θράσος περισσό στις ρούγες του κόσμου…
Ποιος ήταν αυτός;
Ποιος ήμουν εγώ;
Εγώ είσαι…
Εσύ είμαι…
Ο αλήτης με το παλτό!
Θεέ μου… αν υπήρξες ποτέ…
«Δώστο μου», άκουσα τη θλιβερή φωνή της κοπελίτσας δίπλα μου και το χεράκι της είχε απλωθεί με την παλάμη ανοιγμένη… «Δώστο μου, σε παρακαλώ πατέρα!»
«Σκάσε! Δεν είμαι ο πατέρας σου!», της πέταξα στη μούρη και τη βύθισα σε μεγαλύτερο κοπετό.
Το χειρότερο απ’ όλα ήταν εκείνη η ουλή… αυτή η τρομακτική γραμμή που διέτρεχε οριζόντια όλο μου το πρόσωπο και μ’ έκανε να μοιάζω με ένα κλόουν της Αποκάλυψης.
Το πλατύ, αλήτικο χαμόγελο…
Μια μάσκα… ένα προσωπείο…
Έφερα το χέρι μου και την χάιδεψα απαλά… από αριστερά προς τα δεξιά… και πάλι πίσω… δεν με πονούσε… εξωτερικά… με έσφαζε στα σπλάχνα μου…
«Ποιος είναι… αυτός;», φώναξα στο κενό.
«Πατέρα!», έκραξε η μικρή και μου άρπαξε το καθρεφτάκι απ’τα χέρια. Πάλεψα να της το ξαναπάρω αλλά το είχε κρύψει κιόλας στο τσαντάκι της και είχε απομακρυνθεί. Ετοιμαζόταν να ειδοποιήσει τον κρεμανταλά νοσοκόμο που περίμενε σα μαντρόσκλυλο απ’ έξω.
Γύρισα καταβεβλημένος στο κρεβάτι μου, συρρικνώθηκα, άρχισα να κλαίω… Τα μαλλιά μου… το δέρμα μου… οι γραμμές των ματιών μου… το σχίσιμο στο στόμα… ένα τέρας…
«Θα έρθουν σε λίγο για τη θεραπεία σου», είπε εκείνη. Γύρισα στο κομοδινάκι και άρπαξα τη σύριγγα.
«Έχεις καμιά φωτογραφία μου; Κάποια παλιά; Πριν…», ψέλλισα και την είδα να ψάχνει πάλι απρόθυμα στο τσαντάκι της.
«Ναι, έχω μία… φοράς εκείνο το καφέ παλτό που σου είχε κάνει δώρο η μητέρα…», είπε η μικρή και ο πονοκέφαλος έγινε θύελλα στο κεφάλι μου…
Η μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία ήρθε κάτω από το κεφάλι μου… άνοιξα τα μάτια μου… ήξερα τι θα αντικρίσω… τα έκλεισα ξανά…
Μην το κάνεις… μην…
Ο αλήτης εμφανίστηκε δευτερόλεπτα πριν… πήρε τη θέση του στη γωνία… με το παγωμένο του χαμόγελο στο κάποτε όμορφο νεανικό του πρόσωπο…
Πάτησα με δύναμη τη σύριγγα στο μπράτσο μου…
Το κάνω όπως βλέπεις!
Σας αφανίζω όλους…
Δες με! Τολμώ και το κάνω!
Η κόρη μου δεν με εμπόδισε. Κανείς δεν θα μπορούσε να με εμποδίσει.
Ό,τι θυμάμαι τελευταίο είναι το μελαγχολικό της χαμόγελο… και τον Αλμπέρ Καμύ πάνω στο βιβλίο του…
Η Πτώση…
Η Λήθη…
Αντίο…
 
 
ΙΙ. Χαρακώματα
 
«Καλημέρα πατέρα… άργησα; Δεν άργησα!»
Κατέβασα αργά με τα ακροδάχτυλα το σεντόνι λίγο κάτω απ’ το ύψος των ματιών μου.
Κάποιος με καλημέριζε. Κάποιος με αποκαλούσε πατέρα.
Του έριξα μια ματιά.
Άντρας, όχι πάνω απ’ τα τριάντα ίσως τριάντα πέντε. Φωνή καλλιεργημένη με προσεγμένο χρωματισμό, χωρίς συναισθηματικές δονήσεις. Φωνή ανθρώπου που έχει κάποιες επικοινωνιακές δεξιότητες.
Του έριξα μια εντιμότερη ματιά.
Στεκόταν όρθιος από πάνω μου και με κοιτούσε με αβρότητα. Με γλυκύτητα ίσως. Καλοζωισμένος, ζωηρός, γεμάτος αποθηκευμένη ενέργεια. Όμορφος. Καλοντυμένος. Μάλλον πολύ ακριβά ντυμένος.
«Here we are! Τα έχω όλα εδώ. Ώπα! Ό,τι μου ζήτησες!», είπε και σήκωσε μια μεγάλη τσάντα να μου τη δείξει και την απέθεσε ξανά στο πάτωμα δίπλα μου. Ύστερα έβγαλε το μακρύ του παλτό, το κασκόλ του, τα άφησε στην πολυθρόνα και κάθισε αναπαυτικά.
Τι να περιείχε η τσάντα; Τι είχα ζητήσει;
Δεν αφιέρωσα άλλο χρόνο. Δεν με ενδιέφερε.
Γύρισα το βλέμμα μου στο δωμάτιο. Απέναντί μου μια μεγάλη μαύρη οθόνη τηλεόρασης. Από αυτές τις επίπεδες που τις καρφώνουν στους τοίχους. Δεξιά και πιο ψηλά ένα κλιματιστικό. Μετά το παράθυρο… καθαρές κρεμ κουρτίνες με χώριζαν από τον έξω κόσμο… Πάνω στο κομοδίνο μου ένα βάζο γεμάτο λουλούδια που μοσχοβολούσαν.
«Όπου να’ ναι έρχεται και η μητέρα!», είπε χαμογελώντας ο… γιος μου. «Ξέρεις τώρα πως είναι… τακτοποιεί εκκρεμότητες στο γραφείο, τηλεφωνήματα, όλα τα σχετικά… αξημέρωτα έπιασε δουλειά!»
Φλύαρος, κατατοπιστικός, περιγραφικός. Δικηγόρος ίσως, με ευφράδεια, κεκαλυμμένη αναίδεια, ευγένεια προπονημένη και σφυρηλατημένη να στέκει πάντα στο σωστό ύψος, με τον ορθό τόνο.
«Today is the day… σωστά; Τι λες; Είσαι έτοιμος να γυρίσεις και πάλι στα ‘χαρακώματα;’», με ρώτησε με ένα πεταχτό, αισιόδοξο τόνο και περίμενε μάλλον απλά ένα χαμόγελο. Όταν το εισέπραξε έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα μεγάλο κινητό και βυθίστηκε στον μαγικό του κόσμο. Επαφές, μηνύματα… ποιος ξέρει;
Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος.
Το δωμάτιο… κάτι μου έφερνε στο νου… δεν ήξερα τι… κάποιες αναμνήσεις, άσχημες αναμνήσεις, δυσάρεστες στιγμές… δεν μπορούσα να διακρίνω μέσα στη θολούρα του μυαλού μου τίποτα… Καλύτερα… το δυσάρεστο ας μένει εκεί που είναι.
Έριξα μια ματιά στις πυτζάμες μου. Μαύρες, σατέν, απαλές. Γούστο της συζύγου μου ίσως. Μπορεί και δικό μου. Τι σημασία είχε;
Με την άκρη του ματιού του, εξασκημένου να μην αφήνει τίποτα να πέσει κάτω, ο γιος μου με παρακολουθούσε ελαφρά απορημένος. Κάτι μου είχε πει στα αγγλικά αλλά δεν το κατάλαβα… το αγγλικό το δούλευε με άνεση όπως φαινόταν… κάτι είχε πει για τη σημερινή μέρα… τι όμως;
«Είσαι οκ;», τον άκουσα να λέει και τον είδα να αφήνει το κινητό του στο κομοδινάκι.
«Ναι… μια χαρά», απάντησα αλλά δεν ήμουν βέβαιος.
«Μήπως θέλεις να πάς… στο μπάνιο;»
«Όχι», είπα κάπως ξερά.
«Let me guess… το πρωινό σου αναζητάς ε; Χε, χε… σήμερα αργεί λίγο γιατί έδωσα εντολή για κάτι πολύ σπέσιαλ. Η Νάταλι το φρόντισε βέβαια, να είμαι δίκαιος αλλά…»
Η Νάταλι; Η γυναίκα μου; Η κόρη μου; Κάποια νοσηλεύτρια;
«Που… που είναι η Νάταλι;», τόλμησα να ψελλίσω και ο αγνώστου ταυτότητας υιός μου πήρε μπρος.
Και τι ήταν αυτά τα χαρακώματα;
«Ω, έλα τώρα πατέρα. Την ξέρεις τη Νάταλι! Χαμένη στις ποιητικές της περιπλανήσεις. Όμως ελπίζω σήμερα να έρθει στην ώρα της επιτέλους. Έχω κανονίσει τα πάντα. Το αργότερο στις 11.00 φεύγουμε! Και παρήγγειλα να είναι όλοι εδώ! Αλλιώς θα κόψω μερικούς κώλους στο επόμενο ΔΣ, να είσαι σίγουρος γι αυτό! Καλά η μητέρα… ο Νίκος είναι στην εταιρία αλλά δεν τον φοβάμαι. Ως τις 10.30 το αργότερο θα είναι εδώ. Στρατιώτης στο καθήκον! Με τη Νάταλι ή χωρίς εμείς στις 11.00 αναχωρούμε από δω μέσα. Δυο τρεις κουβέντες στα ‘θηρία’ που θα’ναι μαζεμένα απ’ έξω και… φσσστ!»
Τον παρατηρούσα με αληθινό ενδιαφέρον. Ακόμα και όταν έμενε σιωπηλός… μιλούσε… οι σκέψεις του έμοιαζαν με μια διαρκή συνομιλία.
«Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις», είπε πάλι και ανακάθισε στην καρέκλα. Τι μου έλεγε ο διευθυντής του νοσοκομείου χτες… Ξέρεις τι υπήρχε εδώ πριν;»
Δεν είχα ιδέα φυσικά. Τον κοίταξα με απορία.
«Τι εννοείς εδώ;»
«Εδώ, σ’αυτό το οικόπεδο. Υπήρχε ένα παλιό κτήριο που οι στρατιωτικοί το είχαν χρησιμοποιήσει για ανακρίσεις. Έφερναν εδώ πολιτικούς κρατούμενους, καταλαβαίνεις. Στα υπόγεια είχαν γίνει τρομερά πράγματα!».
Ο γιος μου δεν έλεγε να κλείσει το στόμα του. Με ευεργέτησε το απαλό χτύπημα της πόρτας. Η πόρτα μισάνοιξε και μια όμορφη κοπέλα έκανε την εμφάνισή της.
«Καλημέρα σας. Μπορώ να…»
«Come inside Julie…», φώναξε ο γιος μου χαρούμενα.
Η Τζούλι έκανε δυο δειλά βήματα και στάθηκε στα πόδια του κρεβατιού μου.
«Πώς είστε σήμερα;», ρώτησε με τη μεταξένια φωνή της.
«Ο πατέρας είναι έτοιμος να ριχτεί ξανά ‘στα χαρακώματα’ Τζούλι», είπε ο γιος μου που προφανώς έβρισκε πολύ πετυχημένη τη γελοία λέξη που είχε συνεχώς στα χείλη.
Η Τζούλι χαμογέλασε ευγενικά. Φορούσε ένα αυστηρό, σκούρο ταγέρ και μια φούστα ως τα γόνατα. Δεν έλειπαν και τα ψηλά τακούνια. Ήταν ξανθιά, μεσαίου ύψους με ήρεμη αν και κάπως βαρετή αρχιτεκτονική οστών. Μια γυναίκα που θα την προσέξεις αν στην δείξουν αλλά θα την ξεχάσεις σε λίγα λεπτά. Η ιδανική γραμματέας. Ελκυστική αλλά όχι χυδαία.
«Έχουμε δουλίτσα να κάνουμε ε;», ρώτησε ο παρλαπίπας γιος μου που έψαχνε ευκαιρία να σκοτώσει το θηρίο της νευρικότητας που ζούσε μέσα του.
«Ναι, έχουμε λίγη… τώρα βέβαια αν ο κ. πρόεδρος δεν μπορεί…»
Πρόεδρος;
Ήμουν πρόεδρος;
«Και βέβαια μπορεί. Αλλά όχι ακόμη. Σε μισή ωρίτσα μάλλον Τζούλι. Προς το παρόν θα δουλέψουμε μαζί. Come with me please. Έχω να σου υπαγορέψω κάτι. Έχεις το εργαλείο σου μαζί;»
«Ναι, φυσικά!», απάντησε εκείνη και πριν καλά καλά το συνειδητοποιήσω είχαν και οι δυο βγει από το δωμάτιό μου.
Δόξα στο Γιαραμπή!
Σηκώθηκα από το κρεβάτι για να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου. Όλα φαίνονταν να δουλεύουν καλά. Χέρια και πόδια. Αρθρώσεις, λαιμός, μέση. Δεν πονούσα πουθενά. Δεν είχα κάποιο εμφανές τραύμα. Τι στο καλό ζητούσα εδώ μέσα; Κάποια στιγμή θα μάθαινα. Θα τα μάθαινα όλα. Κοίταξα την τηλεόραση. Το τηλεχειριστήριο πάνω στο κομοδίνο. Αν την άνοιγα ίσως… το μετάνιωσα. Δεν ήθελα θορύβους από τον κόσμο. Όχι ακόμα τουλάχιστον.  
Δίπλα στο κομοδίνο υπήρχε άλλη μια πόρτα. Το μπάνιο. Επιτέλους, θα έβλεπα το είδωλό μου.
Δεν πρόλαβα ν’ ανοίξω την πόρτα του λουτρού. Πίσω μου αισθάνθηκα μια νέα παρουσία. Γύρισα το κεφάλι μου. Μια όμορφη γυναίκα στεκόταν όρθια δίπλα στο κρεβάτι και με κοιτούσε χαμογελαστή. Καλοντυμένη, περιποιημένη από την κορυφή ως τα νύχια… μια γυναίκα που ανάσαινε την αριστοκρατική της καταγωγή από μακριά… όμως είχε κάτι εύθραυστο το χαμόγελό της… κάτι αβέβαιο… κάτι πολύ ερεθιστικό… αυτή ήταν η γυναίκα μου;
«Καλημέρα αγάπη μου!», είπε αμέσως για να μην εκκρεμούν τα ερωτήματά μου.
«Μπήκες αθόρυβα», είπα και με εντυπωσίασε ότι αυτό ήταν το πρώτο που μου ήρθε να της πω. Ίσως γιατί με είχε εμποδίσει να μπω στο μπάνιο.
«Χα, χα. Δεν μου το έχεις ξαναπεί αυτό! Τι καλά, ξαναβρίσκεις το χιούμορ σου!», είπε και με πλησίασε με τρυφερές προθέσεις. «Απορώ που δεν έχεις ανοίξει ακόμα την τηλεόραση. Καλά κάνεις… όλα τα κανάλια μας έχουν πρώτο θέμα. Συζητήσεις, αναλύσεις, κουτσομπολιά. Άσε καλύτερα», είπε και με πλησίασε. Η μυρωδιά της χώθηκε βαθιά στο είναι μου. Κάποιο πανάκριβο γαλλικό άρωμα φυσικά. Δεν είχα ιδέα ποιο αλλά δεν ήταν η ώρα να μάθω.
Πήρε τα χέρια μου στα δικά της. Από κοντά έδειχνε μεγαλύτερη. Μια καλοστεκούμενη 60άρα ίσως; Μια πολύ ελκυστική ώριμη γυναίκα που έχει δαπανήσει περιουσίες για την αναχαίτιση της φθοράς. Τα είχε καταφέρει. Σε μεγάλο βαθμό.
«Μμμ… με πεθύμησε κανείς;», είπε ψιθυριστά ενώ με φιλούσε στο λαιμό και το δεξί της χέρι με πίεζε χαμηλά.
Η στύση μου την αιφνιδίασε ευχάριστα. Αποφάσισε να μην προχωρήσει.
«Δεν έχουμε χρόνο… θα παίξουμε στο σπίτι απόψε, ε πρόεδρέ μου;»
Η στύση μου είχε αιφνιδιάσει κι εμένα. Η απομάκρυνση της παλάμης της δεν ήταν απαραίτητη.
Αν εκείνη ήταν εξηντάρα εγώ άραγε πόσο ήμουν; Πόσο πάνω από τα εβδομήντα;
«Πήγαινε στο μπάνιο… εγώ θα είμαι έξω να τακτοποιήσω το εξιτήριο… σε λίγο θα αρχίσει το τρελοκομείο…», είπε και μου έδωσε ένα πολλά υποσχόμενο για το βράδυ φιλί στο στόμα. Το φίνο άρωμα με πλημμύρισε ως τα έγκατα του σεξουαλικού μου είναι.
Η γυναίκα μου έκανε μεταβολή όμως ξαφνικά έσκυψε ψάχνοντας δήθεν κάτι στο πάτωμα. Ο τουρλωμένος πισινός της ήταν ένα ωραιότατο θέαμα που δεν εξυπηρετούσε όμως την κατάστασή μου εκείνη τη στιγμή.
«Το βράδυ θα είναι δικός σου», είπε και σηκώθηκε πάλι. Τακτοποιήθηκε, πίεσε απαλά τα άψογα μαλλιά της, καθάρισε τη φωνή της και βγήκε από το δωμάτιο.
Ανακεφαλαίωση: Ακριβό μονόκλινο δωμάτιο με όλα τα ξενοδοχειακά αξεσουάρ που είναι περιττά στον ασθενή αλλά απαραίτητα στους συγγενείς και επισκέπτες, γιος με Λονδρέζικη μόρφωση και άψογο ντύσιμο, σύζυγος από τα πάνω κοινωνικά ράφια, σέξι γραμματέας τύπου αμερικάνικης ταινίας με διεφθαρμένους πολιτικούς και συνεργάτιδες έτοιμες για όλα… επίσης μια αγνοούμενη εισέτι κόρη και… προεδριλίκια… πόσα ακόμα να θέλει να μάθει κανείς;
Ποιος είμαι;, μονολόγησα.
Πώς είμαι, σκέφτηκα.
Ήμουν αποφασισμένος να μάθω. Και γρήγορα πριν μπουκάρει κανένας άλλος και με διακόψει πάλι.
Ήρθα μπροστά στον καθρέφτη με τα θάρρητα ανθρώπου δίχως μνήμη. Το είδωλό μου δεν με απογοήτευσε. Ήμουν σίγουρα πάνω από εξήντα χρόνων αλλά έδειχνα τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερος. Άφθονο μαλλί, συμμετρικά χαρακτηριστικά μεσογειακής αρρενωπής κατασκευής. Ένας γοητευτικός κωλόγερος, σκέφτηκα. Έστω, περίπου κωλόγερος. Κι ύστερα παρατήρησα κάτι.
Ξεκινούσε κάτω από το αριστερό μου αυτί και διέτρεχε όλο το πρόσωπο ως τον άλλο κρόταφο. Μια καμπύλη που ήταν ευδιάκριτη όταν χαμογελούσα. Χαμογέλασα. Ναι, βέβαια, ήταν ευδιάκριτη. Ένα σημάδι που ίσως κάποτε να ήταν έντονο, τρομακτικό. Μια παραμόρφωση.
Και ξαφνικά δέχτηκα την επίθεση στο κεφάλι μου. Ξεκίνησε σαν μια απλή ζαλάδα και γρήγορα έγινε ολόκληρη τρικυμία. Έχασα την ισορροπία μου και σωριάστηκα κάθιδρος στα πλακάκια του μπάνιου. Ύστερα πήρε σειρά μια έντονη δυσφορία, στηθάγχη και παράλυση των αριστερών άκρων.
Πέθαινα;
Εικόνες άρχισαν να παίζουν σαν τρελή ταινία μέσα στο κεφάλι μου. Εικόνες από κάποιο βρωμερό κελί, φωνές αγριεμένων βασανιστών, βούρδουλας, κραυγές πόνου… ηρεμία, ανάσες, χαλάρωση της γροθιάς στο στήθος.
Πάλεψα να σηκωθώ, απέτυχα.
Ξανά η ταινία. Ένα αυτοκίνητο, περιπολικό μάλλον, ένστολοι που με σέρνουν σε ένα διάδρομο μεγάλου κτηρίου με τοίχους στο χρώμα του θανάτου. Μια κοπέλα με ακολουθεί φωνάζοντας, θολά είδωλα, κάποιο ξεχαρβαλωμένο ραδιόφωνο ακούγεται από κάποιο δωμάτιο… παλιό λαϊκό τραγούδι γεμάτο παράσιτα.
Νέα απόπειρα να ορθώσω ανάστημα, πετυχημένη. Σηκώνομαι και κάθομαι στο καπάκι της τουαλέτας. Μπροστά μου ο νιπτήρας. Ανοίγω τη βρύση, τεντώνω το κεφάλι μου, ετοιμάζομαι για παγωμένο ντους.
Δεν προλαβαίνω, η ταινία συνεχίζεται.
Ένα μονόκλινο δωμάτιο με φθαρμένους τοίχους, γιατροί και νοσοκόμες πάνω απ’το κεφάλι μου, χαμηλόφωνες συζητήσεις, συνωμοτικά σχέδια, άνθρωποι που σχεδιάζουν πράγματα για μένα χωρίς εμένα… ύστερα μια σύριγγα, μια παλάμη που μου κλείνει το στόμα, περίδεσμοι στους καρπούς, σκοτάδι…
Αδειάζω το περιεχόμενο του στομαχιού μου στο νιπτήρα, ανοίγω τη βρύση, χώνω βιαστικά το κεφάλι μου, βιώνω το δυσαρεστο-ευχάριστο σοκ της παγωνιάς στο σβέρκο μου… αρχίζω να συνέρχομαι…
Τελευταία μένει μια μονάχα εικόνα.
Ένας νεαρός άντρας ντυμένος με ένα παλιομοδίτικο παλτό κι ένα πλατύ, παράξενο χαμόγελο στο πρόσωπο.
Τρομάζω, σηκώνω απρόσεχτα το κεφάλι, χτυπάω στη βρύση, ματώνω.
«Σκατά!», φωνάζω κι ακολουθεί μια σειρά νέων κινήσεων να αντιμετωπίσω την αιμορραγία.
Βρίσκω χαρτί υγείας, το ξετυλίγω, κόβω ένα γενναίο κομμάτι, το μαζεύω, πιέζω το τραύμα μου. Το χαρτί ποτίζεται αμέσως, η αιμορραγία είναι μεγάλη. Πάω να σηκωθώ, ζαλίζομαι, αδύνατον να φτάσω ως το κρεβάτι.
Τι είναι αυτά που είχα ζητήσει απ’ το γιο μου μέσα στην τσάντα;
Αναρωτιέμαι για τα άσχετα που πετάει ο νους και κάθομαι πιο αναπαυτικά στην τουαλέτα. Θέλει λίγο χρόνο να σταματήσει το αίμα, το ξέρω. Κοιτάζω ολόγυρα για κάποιο κουτί πρώτων βοηθειών. Βάζω τα γέλια. Είμαι μέσα σε νοσοκομείο και ψάχνω τις πρώτες βοήθειες!
Γέλιο τρανταχτό που μου φέρνει δάκρυα και ξορκίζει την ταινία τρόμου που με τσάκισε.  
Άκου πρώτες βοήθειες σε δωμάτιο νοσοκομείου!
Βάζω τα γέλια πάλι, δεν κρατιέμαι, δεν θέλω να κρατηθώ!
Αριστερά μου μια σκιά. Κάποιος εμφανίζεται, δεν τον διακρίνω, ίσως είναι ο γιος μου, μάλλον αυτός είναι, φοράει ακριβά δερμάτινα παπούτσια… έχει βάλει τις φωνές, δεν τον ακούω, δεν ακούω τίποτα…
Ο μάλλον γιος μου ξαναβγαίνει απ’ το μπάνιο… σίγουρα πάει να φέρει βοήθεια… πρώτη βοήθεια άραγε; Αναρωτιέμαι φωναχτά και σκάω στα γέλια… το γέλιο ενός παρανοϊκού ή το παρανοϊκό γέλιο ενός λογικού; Το ίδιο το ερώτημα μου φέρνει νέο κύμα γέλιου… το τραύμα μου με πονάει καθώς κοπανιέμαι έτσι απ’ τα γέλια, χάνω την ισορροπία μου ακόμη και καθιστός, βλέπω τα πράγματα να γέρνουν, τα πλακάκια με πλησιάζουν, ορμάω με χίλια να τα συναντήσω, η μύτη μου χτυπάει, νέα αιμορραγία… σκοτάδι…
Ημίφως…
Ένα τρεμάμενο είδωλο…
Ένα παλιό, φθαρμένο βιβλιαράκι ξεχασμένο από αμέτρητα χρόνια σε ένα συρτάρι… οδυνηρή ως και η προσπάθεια ανάκλησης… Ο Αλμπέρ Καμύ που καπνίζει…
Παλεύω να διαβάσω τον τίτλο… γιατί; τι σημασία έχει; Τι σημασία έχει οτιδήποτε;
Η Πτ… ένα ένα τα γράμματα έρχονται και χάνονται…
ώση
Νέο κύμα γέλιου μέσα στο σκοτάδι μου… Ποια πτώση; Μήπως η δική μου;
Δεν μπορώ να σταματήσω το τσουνάμι του γέλιου που με πνίγει…
Σκοτάδι… οριστικά…
 
 

ΙΙΙ. Μετάσταση

 
Ένιωσα ότι ξημέρωσε πριν ανοίξω τα μάτια μου. Πρώτο αντέδρασε το δεξί μου χέρι πάνω απ’ το σεντόνι που άρχισε να ζεσταίνεται γλυκά και τούτο το τρυφερό χάδι του ήλιου χυνόταν αργά αργά σε όλο μου το σώμα. Πρώτα η μέση, η τσακισμένη, διαλυμένη μου μέση, ύστερα το στήθος, ο λαιμός, τελευταίο το κεφάλι.
Αν έφτασε η ζέστη στα πόδια μου δεν θα το μάθαινα ποτέ μου πλέον.
Άφησα να περάσουν μερικά λεπτά για να απολαύσω το βίωμα ολοκληρωτικά όπως του άξιζε. Είναι τέτοιες στιγμές που λες πως η ιερότητα σου χαρίζεται κι είναι δώρο χιλιάκριβο, ατίμητο. Να είσαι ζωντανός, να ξυπνάς και να υποδέχεσαι το βασιλιά του στερεώματος σε όλο σου το είναι… κι ας είσαι μισός, κι ας έμεινες κάποτε μισός… η αρτιότητα έχει όρους του είναι κι όχι της σάρκας…
Άφησα να περάσουν μερικά λεπτά κι ύστερα, πριν η ηδύτητα μετατραπεί σε θλίψη, αναζήτησα με τα δάχτυλα του δεξιού μου χεριού αυτό το χειριστήριο που μου είχαν δώσει. Είχε όλα τα πλήκτρα πάνω. Ένα για να ανεβοκατεβάζει το πάνω μέρος του κρεβατιού, ένα άλλο για να σημαίνει συναγερμός, άλλο για να καλείται η νοσοκόμα βάρδιας… υπήρχαν και κάποια ακόμα πλήκτρα, δεν τα είχα χρησιμοποιήσει ποτέ…
Βρήκα εύκολα το μικρό αντικείμενο και έφερα το δείκτη πάνω από το πλήκτρο ειδοποίησης της νοσοκόμας. Μια στιγμή μονάχα πριν το πατήσω, ένιωσα κάτι παράξενο.
Δεν ήμουν μόνος στο δωμάτιο!
Το βίωμα ήταν τόσο πειστικό που με έκανε να ανατριχιάσω. Ως και η σμπαραλιασμένη μου ράχη το μετέδωσε όπου μπορούσε πια να το μεταδώσει.
Κάτι υπήρχε μέσα στο δωμάτιο.
Κάτι ή κάποιος…
Ναι, είχα σοκαριστεί αλλά περιέργως δεν είχα φοβηθεί. Δεν ξέρω γιατί αλλά σχεδόν καλωσόρισα το αναπάντεχο συμβάν όπως ο ερημίτης τον συνάνθρωπο. Στη δική μου έρημο τούτο ήταν κάτι καινούργιο, κάτι που επιτέλους συνέβαινε. Υπήρχαν βέβαια και οι καθημερινές συναντήσεις με την Ελευθερία, ας την έχει πάντα ο θεός καλά… όμως αυτές είχαν ένα άλλο χαρακτήρα… ας τον πούμε περισσότερο επαγγελματικό. Εσωτερικά, στα έγκατα του είναι μου έμοιαζα με αφιλόξενο, σκοτεινό, άνυδρο πλανήτη.
Και τούτο το κάτι ήταν μια σταγόνα δροσιάς…
Χαμογέλασα με τις σκέψεις μου και αποφάσισα να μην πατήσω το πλήκτρο. Όχι ακόμη. Ήθελα να επιτρέψω στο αναπάντεχο να συμβεί. Αν ήταν όντως κάτι κακό, καλόδεχτο κι αυτό. Είχα πάρει τις αποφάσεις μου για μένα και την κατάστασή μου καιρό τώρα. Αν ήταν κάτι καλό όμως…
Ονειρεύεσαι μάλλον γέρο… ή το χειρότερο, ελπίζεις… ελπίζεις ακόμη…
Χαμογέλασα πικρά αυτή τη φορά. Είναι κακό να ελπίζει κανείς;
Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις να μην έχεις άλλη επιλογή.
Ίσως να είναι κάτι ανακλαστικό στην ψυχή όπως η κίνηση των βλεφάρων του νεκρού.
Ακόμη κι αν έχουν νεκρωθεί όλα μέσα σου, μια σταγόνα αρκεί να…
Κρύο… ναι, το ένιωσα, το ένιωσα ήμουν βέβαιος!
Ένα ρεύμα με σάρωσε από την κορυφή του κεφαλιού ως κάτω, χαμηλά, ως εκεί που είχα ακόμα επαφή με το σώμα μου… ένα ρεύμα σαν ριπή με μαστίγωσε… ευεργετικά και υπέροχα. Μπορεί στα κατάβαθα του είναι μου να είχα ριγήσει όμως ζούσα κάτι συναρπαστικό, μοναδικό, ασύλληπτο.
Όταν το Καλό σε έχει εγκαταλείψει, το Κακό μοιάζει παράδοξα καλό… αυτό δεν σε ξεχνάει όπως φαίνεται…
Αναζήτησα πάλι το αντικείμενο με τα πλήκτρα και το κράτησα σφιχτά μέσα στη χούφτα μου. Όπως ο απειλούμενος διαβάτης που περνάει κάποιο σκοτεινό δρομάκι και κρατάει την πέτρα για να την ρίξει στον κακόβουλο άνθρωπο ή το λυσσασμένο σκύλο. Μπορεί όταν βγει απ’ το δύσκολο κομμάτι να περιγελά τον εαυτό του, όμως ο τρόμος είναι αρχαιότερος από τη λογική.
Ευτυχώς!
Έκλεισα τα μάτια. Ο ήλιος σηκωνόταν αργά αργά και άπλωνε το φως και τη θερμότητα μέσα στο μικρό μου δωμάτιο. Η μάχη με την παγωμένη ριπή μαινόταν. Η προαιώνια μάχη του φωτός με το σκότος. Χαμογέλασα. Το ταπεινό δωμάτιό μου, σε κάποια ξεχασμένη κλινική της πόλης μου είχε μετατραπεί σε θέατρο της φοβερής αναμέτρησης των δυνάμεων της δημιουργίας! Οι μεγάλοι διδάσκαλοι του παρελθόντος δεν λάθευαν σε τούτο. Ο κάθε άνθρωπος είναι το Δέντρο, είναι η Δημιουργία, είναι το πεδίο της μάχης του καλού με το κακό… από τη στιγμή που το Αχανές τον… ξερνάει στην ενσάρκωση, στην παχυλή ύλη ώσπου να τον καλέσει πάλι πίσω για να δώσει λογαριασμό. Έδωσες τη μάχη σου; Ποια θέση πήρες; Νίκησες ή έχασες, αδιάφορο… μπήκες στο στίβο ή φοβήθηκες κι έκατσες στην άκρη να βλέπεις τα θεριά να σωριάζονται στην άμμο;
Έζησες ή ήσουν επισκέπτης στη ζωή;
Μάτωσες ή προτίμησες την ασφάλεια της κερκίδας;
Νέα ριπή… τούτη τη φορά σάρωσε την κοιλιά μου κι ένιωσα πως ανασηκώθηκα μια ίντσα από το στρώμα μου… η ζέστη απ’ το παράθυρο δεν έφτανε να κάψει τον εχθρό… μα ο αγώνας δεν είχε κριθεί ακόμα…
Έσφιξα στην κλειστή μου χούφτα το πληκτρολόγιο… λίγο έλειψε να πατήσω κατά λάθος κάποιο πλήκτρο… δεν ήθελα ακόμα… ίσως τούτη η μέρα να ήταν η τελευταία μου… ήθελα να είναι διαφορετική, γεμάτη, συναρπαστική…
Άρχισαν οι παρηχήσεις, οι πονοκέφαλοι, οι εικόνες να χορεύουν μέσα στο κεφάλι μου…
Όπως μέσα έτσι κι έξω… όπως άνω έτσι και κάτω…
Θυμήθηκα τις παλιές ερμητικές μου περιηγήσεις… όλα εκείνα που με έκαναν κάποτε να μελετώ με πάθος σκοτεινά συγγράμματα και σκονισμένες αλήθειες…
Μάχη εκτός… μάχη εντός…
Δεν γίνεται αλλιώς…
Το διπλό πέλεκυ να θυμάσαι, έλεγε ένας παλιός δάσκαλος… Η λάβρυς… το διπλό τσεκούρι των Μινωιτών… δεν υπάρχει ιερότερο σύμβολο σε όλη την αρχαιότητα, μυστικό κι όμως σαφές, συμμετρικό, αρμονικό, φονικό, υπέροχο!
Ένιωσα το τράνταγμα στη μέση μου, μια σουβλιά στα νεφρά μου… Κάτι μοχθηρό και άσχημο υλοποιήθηκε προς στιγμήν και ανάσανε στ’ αυτιά μου… και με κλειστά τα μάτια το είδα… το άκουσα, το γεύτηκα…
Η πληγή στο πρόσωπό μου, με πονούσε πάλι… ύστερα από τόσα χρόνια ξυπνούσε κι αυτή…
Η κατάσταση χειροτέρευε…
Ο χρόνος μου λιγόστευε…
Και τότε όρμησα ξαφνικά στο τούνελ του χρόνου, βαθιά μέσα στο σκοτεινό πηγάδι, σε κείνο το φριχτό κελί μιας άλλης εποχής που μοιραζόμουν με τους άλλους δυο…
 
Ο Άρχοντας μου έδωσε χρόνια αλλά μού πήρε όλα τ’ άλλα… με ελευθέρωσε αμέτρητες φορές για να με υποδουλώσει αιώνια… Αυτός, ο Χιλιονόματος… Θέλω να γράψεις όσα θα σου πω… να μη διστάσεις, να μη φοβηθείς… δεν κινδυνεύεις, κανείς δεν κινδυνεύει πια από μένα… μονάχα να μην διαστρεβλώσεις όσα θα σου πω… μην τα αλλοιώσεις, έτσι όπως θα στα αφηγούμαι να τα γράφεις, κλείνε τ’αυτιά σου αν τρομάζεις, κλείνε τα μάτια σου στις ανίερες λέξεις… άνοιγέ τα πάλι, μη στενοχωριέσαι, είσαι ασφαλής… Μακάρι να είχα άλλον τρόπο να το κάνω, δεν έχω… Μακάρι να είχα δύναμη στα χέρια, στα μάτια, στο σώμα, δεν έχω… έζησα πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε… είδα και την άλλη όψη του κόσμου, είδα μέσα στο Αχανές, Αυτός μού επέτρεψε να δω, Αυτός με τιμώρησε να δω… Ήμουν νέος όταν τον κάλεσα, ένας μωρός εργάτης, ένας λειτουργός της αρχαίας επιστήμης… δεν ήξερα πως έπαιζα με τη φωτιά… κάηκα… δεν πρέπει άλλος να αιχμαλωτιστεί στο κάτεργο που κλείστηκα εγώ… αυτοθέλητα… να το υπογραμμίσεις τούτο… αυτοθέλητα…
Έρχεσαι όλο αυτό το διάστημα εδώ καλό μου κορίτσι για να με βοηθήσεις… σ’ευχαριστώ μέσα από τη γέρικη καρδιά μου… είσαι έξυπνη, χαρούμενη, υγιής, δυνατή… κοντά σου αισθάνομαι πως μπορώ να επιτελέσω το στερνό μου έργο… η συνδρομή σου είναι πέρα από πολύτιμη, πάνω από σπουδαία… να ξέρεις πως χωρίς εσένα Ελευθερία, θα είχα κιόλας σαπίσει… θα περιδιάβαινα κιόλας στους ερημότοπους της Σεόλ και θα κρυβόμουν απ’ τα κοράκια του Αχανούς… σκληρή η αιωνιότητα για τους καταραμένους…
 
…δεν ξέρω ποια διεστραμμένη δύναμη μάς είχε ταιριάξει και τους τρεις σε κείνο το βρωμερό υπόγειο… εμάς τους τόσο αταίριαστους σε όλα… τρεις άνθρωποι από τόσο διαφορετικούς κόσμους… ούτε καν τα νιάτα μας δεν είχαμε κοινό… εκείνοι οι δυο ίσως… ίσως και την ανοησία να πιστεύουμε ακόμη τότε πως ο κόσμος αυτός μπορεί να αλλάξει.
Περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες κι εμείς σαπίζαμε. Μια έπαιρναν τον έναν, μια τον άλλο… ανακρίσεις, φάλαγγες, εικονικές εκτελέσεις… παραδόξως κανείς μας δεν έλεγε να ‘σπάσει’… πιο πολύ από ντροπή ίσως, από ψωροπερηφάνια ακόμη… είχαμε φάει το γάιδαρο, λέγαμε, δεν θα κιοτεύαμε στην ουρά.
Ο ένας ήταν από μεγάλο σόι. Ξεπεσμένο όμως και κακότυχο. Τον είχαν προδώσει απ’ τις πρώτες κιόλας μέρες του κινήματος και τον συνέλαβαν με τις πυτζάμες, στην κυριολεξία. Δεν είχε φέρει καμιάν αντίσταση. Ψηλός, καλοφτιαγμένος, γόης. Σπουδαγμένος, πολυλογάς, καπάτσος. Είχε φλογερή καρδιά, πύρινες ιδέες και μεγάλη γλώσσα. Παρά λίγο να του την κόψουν μια μέρα που τους έβρισε πατόκορφα όλους με τις πιο ευρηματικές βωμολοχίες. Κάποιοι γελούσαν κιόλας. Κείνο το βράδυ τον κουβαλήσαν στο κελί σαν σακί πατάτες. Πίστεψα πως δεν θα έβγαζε τη νύχτα. Έφτυνε αίμα επί ώρες. Πέρασε ξυστά ο Χάρος άπειρες στιγμές από κοντά του αλλά δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Γερός, πεισματάρης, τον θαύμαζα. Κι όμως δεν έλεγα να πάρω ακόμη την απόφαση.
Ο άλλος ήταν μια διαφορετική περίπτωση. Στενομούρης, λιγομίλητος, καχύποπτος. Με ένα βλέμμα σαν του φιδιού. Κοκκαλιάρης αλλά χοντρομάγουλος, καμπούρης, αναρμόνιστος… κάθε φορά που τον κοιτούσες έβλεπες άλλον άνθρωπο. Απ’ την αρχή τον αντιπάθησα, απ’την αρχή μας αντιπάθησε. Όμως ήταν ξεροκέφαλα πιστός, έντιμος, αλύγιστος. Ήρθε η στιγμή που άρχισα να τον θαυμάζω κι αυτόν για άλλους λόγους. Μια μέρα τον πήραν για να τον τελειώσουν. Κι όχι εικονικά, είχε έρθει το θανατόχαρτό του, θα ήταν ο πρώτος απ’ τους τρεις. Λίγη ώρα πριν τον στήσουν στον τοίχο έπεσε πάνω σε έναν παλιό του συμμαθητή. Τον βοηθούσε κάποτε στα μαθήματα, τον ξελάσπωνε στα διαγωνίσματα, έδειξε ανθρωπιά αυτός, τον ξανάστειλε πίσω στο κελί. Του’ δωσε παράταση λίγες μέρες, άλλο δεν θα μπορούσε να κοροϊδεύει τους από πάνω. Μπήκε σαν τον αναστημένο Λάζαρο μέσα στο κελί, χλωμός, αμίλητος, κατσούφης κι έκατσε στη γωνιά του. Ξαφνικά έκραξε ‘Μάνα!’ κι άρχισε να κλαίει γοερά… Το κοκκαλιάρικο κορμί του κοπανιόταν πάνω στο γδαρμένο τοίχο και με τα νύχια του έγδερνε το κεφάλι του. Μα ούτε και τότε πήρα την απόφαση…
 
…Θέλω να σου πω δυο λόγια μονάχα για μένα Ελευθερία… για το σκεύος, την πήλινη κανάτα, το κουφάρι… είχα πολύ άσχημη γέννα, η μάνα μου πέθανε δυο ώρες μετά τον τοκετό, ο πατέρας μου κόντεψε να τρελαθεί απ’ τη λύπη του… δεν άντεχε να με βλέπει, τη λάτρευε τη μάνα μου, με στιγμάτισε για το θάνατό της… με πέταξε σαν περιττό φορτίο στην αδελφή του, σε ένα ορεινό χωριό… κείνη ήταν μια γυναίκα τρομερή, σκύλα και μάγισσα… ναι, ακόμη τότε μπορούσες να βρεις αληθινές μάγισσες… όχι σαν κι αυτές στα παραμύθια ή στα λαϊκά τραγούδια της συμφοράς… μάγισσες που κατείχαν την ιερή τέχνη και την ασκούσαν επί πληρωμή… ειδικά σε κάποια κωλοχώρια όπως αυτό που ζούσε εκείνη με τον άντρα της και την κόρη της σαν γουρούνια στη λάσπη… εκεί με πέταξε ο πατέρας μου να σαπίσω να μην μάθει ποτέ κανείς τίποτε για μένα… η θειά μου εκτός από όλα τα άλλα ήταν και ωραία γυναίκα… ο άντρας της ακαμάτης, χαρτοπαίκτης, ανεπρόκοπος, μια μέρα σηκώθηκε κι έφυγε και δεν τον ξανάδαμε ποτέ… οι άντρες του χωριού ανέλαβαν τη χήρα και την ορφανή… εμένα δεν με υπολόγιζαν… η θεια μου δεν δούλεψε ποτέ της, δεν χρειάστηκε… ήξερε ν’ ανοίγει πρόθυμα τα όμορφα της πόδια και όλα τα προβλήματα λύνονταν αυτοστιγμεί… κι έτσι ασκούσε με δεξιότητα και τις δυο αρχαίες τέχνες… κι όσο μεγάλωνα και καταλάβαινα τον κόσμο και τον εαυτό μου μ’ έζωναν οι ροές και οι αύρες από τούτες τις σκοτεινές δυνάμεις που ανάσαιναν μέσα σε κείνο το βλάσφημο σπίτι… και δεν άργησε να’ ρθει η μέρα που η θεία μου θα με έδενε για τα καλά στο άρμα του Κερασφόρου…
 
…Την απόφαση την πήρε Αυτός για μένα.
Μια μέρα μπήκε ένας χωροφύλακας μέσα στο κελί, με άρπαξε απ’ τον καρπό και με έβγαλε έξω στο διάδρομο. Είχα τα χάλια μου, βρωμοκοπούσα ξεραμένα κάτουρα και ιδρώτα, έκλεισε τη μύτη του πριν μου μιλήσει.
«Τη Δευτέρα… σας έχουν για τη Δευτέρα! Δεν ξέρω τι θα κάνεις, κοίτα να γλιτώσεις του λόγου σου…»
Ο χωροφύλακας τούτος ήταν ένα απλό, λαϊκό παιδί από κάποιο ξεροβούνι της Ελλάδας. Ήταν δεν ήταν 25 χρόνων τότε, ο μόνος που μας είχε σπλαχνιστεί κι ιδιαίτερα εμένα. Μας έφερνε κανένα πακέτο τσιγάρα, λίγο ψωμί, που και που λίγο κρασί, μας έλεγε τα νέα του έξω κόσμου. Μου έδινε μολύβι και χαρτί να του γράφω γράμματα στη γυναίκα του γιατί ντρεπόταν να υποχρεώνεται σε συναδέλφους του. Όποτε είχε βάρδια στο υπόγειο πεταγόταν, ανταλλάσσαμε δυο λέξεις, μας ζέσταινε κάπως την καρδιά.
«Άσε τώρα τις παλληκαριές και κοίτα να γλιτώσεις το τομάρι σου! Αυτό σου λέω μονάχα, τη Δευτέρα σας ντουφεκάνε όλους!», είπε, μου έδωσε ψωμί, γάλα και τσιγάρα και με ξανάβαλε γρήγορα στο κελί.
Τους κοίταξα και τους δυο και αναλογίστηκα και την κατάστασή μου. Κείνοι ήταν νέοι, εγώ δεν ήμουν, όσο κι αν ξεγελούσε η όψη μου. Άλλη λύση δεν υπήρχε, είχαμε μονάχα το Σαββατοκύριακο, προλάβαινα δεν προλάβαινα.
«Ακούστε με, έχω να σας πω», είπα και δεν σάλεψε κανείς τους. Ο ένας ροχάλιζε πάνω στο κουρελιάρικο στρώμα του, ο άλλος είχε γυρίσει την πλάτη και έβηχε κι έφτυνε. Πάλι θα είχε πυρετό και δεν μιλούσε. Μονάχα αρνιόταν πλέον το κάθε τι, αναχωρούσε σιγά σιγά για τον άλλο κόσμο.
«Ελάτε να φάμε κάτι και μετά έχω να σας πω το πώς θα φύγουμε από δω μέσα», τους είπα πάλι και τους είδα να αργοσαλεύουν επιτέλους…
 
…Δεν θέλω να πω πολλά για κείνη την περίοδο Ελευθερία. Σημασία έχει ότι μεγάλωσα και σπούδασα δίπλα σε κείνη τη γυναίκα πράγματα που κανένα βιβλίο δεν θα βρεις να γράφει ούτε και άνθρωπο να μιλήσει να σου πει. Πράγματα που γεννήθηκαν μαζί με τον Κόσμο και τους Αιώνες. Πράγματα που σκέφτεται κανείς και πασχίζει να χωρέσει στο κεφάλι του. Τα αρνείται, πρέπει να τα αρνείται γιατί αλλιώς η λογική του κλονίζεται, σπάει σαν κλαράκι και αφανίζεται στα χάη της τρέλας. Μα εγώ ήμουνα ξεχωριστός, έτσι μου έλεγε η θεία μου, με είχε δει από νωρίς, με είχε κιόλας χρίσει. Δεν έπρεπε η αρχαία τέχνη να μείνει δίχως υπηρέτη, όλη ετούτη η γνώση να πάει στα χαμένα. Ήμουν δυνατός και αδίστακτος, σκληρός και επιδέξιος μαζί. Το μυαλό μου έκοβε, η ματιά μου σάρωνε γρήγορα τα πάντα, ήξερα να σιωπώ, να πράττω χωρίς λάθη, να φυλάω μυστικά, να διακρίνω τα χρήσιμα απ’ τα άχρηστα. Και τα άχρηστα έπρεπε να πετιώνται στα σκουπίδια, έλεγε η θεία μου και γυρνούσε κι έδειχνε με το βλέμμα της την κόρη της που μεγάλωνε σα ζώο σε κλουβί. Είναι καλοφτιαγμένη, το δέρμα της είναι άσπρο, το μυαλό της κλούβιο, έλεγε η μάγισσα, θα αρέσει στον Άρχοντα. Καθόλου άχρηστη το λοιπόν, ίσως πεις. Μα δυστυχώς για εκείνη, τα προσόντα της δεν ήταν για να κληρονομήσει την τέχνη. Ήταν για να γίνει τροφή για το Στόμα. Κι αυτός που θα σερβίριζε το φαγητό στον Σκοτεινό ήμουν εγώ…
 
Κείνο που κυρίως χρειαζόμουν κι απ’ τους δυο ήταν ένα κομμάτι σάρκας, τρίχες και αίμα. Αυτά απαραίτητα αλλά δεν έφταναν. Είχα δουλειά να κάνω. Κι έπρεπε να βοηθήσουν και οι δυο. Μα είχαν αντιρρήσεις και μου δυσκόλευαν το έργο.
«Αυτό είναι τρέλα, αποκλείεται!», έλεγε ο γόης που είχε λιώσει απ’ το βήχα και είχε γίνει η μούρη του σαν ξεπλυμένο καραβόπανο.
«Θα πάμε στην κόλαση», μουρμούριζε ο ποντικομούρης μέσα απ’ τα κιτρινιασμένα δόντια του.
«Εγώ δεν πιστεύω στην κόλαση», έλεγε ο άλλος κι έφτυνε το αίμα στον τοίχο.
«Εγώ πιστεύω ότι η κόλαση είναι εδώ μέσα και τη Δευτέρα το τίποτα», αντιγύριζε ο άλλος και σφύριζε η φωνή του σαν του φιδιού.
«Κάντε ό,τι θα σας πω. Είναι η μόνη λύση. Θέλω χαρτί να γράψω το κοντράτο με τον Άρχοντα. Δεν προλαβαίνουμε να βρούμε τα υλικά που πρέπει μα και το χαρτί μας κάνει»
«Θες και μελάνι», είπε ο ένας.
«Έχουμε. Το αίμα και των τριών μας», είπα και δεν άκουσα μιλιά. «Και τώρα βοηθάτε με με τις σφραγίδες. Πρέπει ως αύριο να τις έχουμε χαράξει. Ελπίζω να θυμάμαι, λάθη δεν χωράνε, βουλώστε το και πιάστε να δουλεύετε», τους είπα και δεν σήκωνα αντιρρήσεις.
«Πώς θα τις φτιάξεις;», με ρώτησε ο καμπούρης. «Κάτι σκαμπάζω, δούλεψα τυπογράφος μια εποχή».
«Θα χαραχτούν στο πάτωμα, στους τοίχους με ό,τι έχουμε, μπρος, στη δουλειά», τους φώναξα και καταπιαστήκαμε κι οι τρεις στο απελπισμένο έργο.
Τι ήξεραν; Τι είχα πει; Όσα έπρεπε να ξέρουν… αν πετυχαίναμε, βγαίναμε ζωντανοί από δω μέσα… μα όχι ακέραιοι…
Άλλα δεν έπρεπε να ξέρουν…
 
…Αγαπητή μου φίλη Ελευθερία… καλό μου παιδί… συναισθάνομαι, αλήθεια στο λέω το πώς νιώθεις τούτη τη στιγμή που ακούς και καταγράφεις όλα τούτα που σου ιστορώ… δεν στο κρύβω πως δεν έλαβα την απόφαση να τα εξωτερικεύσω χωρίς βασανιστική σκέψη, χωρίς πολλούς ενδοιασμούς… δεν είναι πράγματα να τα ακούει ένας υγιής και ισορροπημένος άνθρωπος αυτά… όλα τούτα που είναι γεννήματα εχιδνών του πνεύματος… όλα τούτα που είναι απορροές και βδελύγματα από τους ρυπαρούς αποθέτες του Αχανούς… μα από την άλλη, κάποια στιγμή ως και το ανίερο, το βλάσφημο, το νοσηρό θα πρέπει να εξωτερικεύεται, να εκτίθεται, να αναδύεται στην επιφάνεια… γιατί, αναρωτιέσαι… Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι μονάχα καλοί, δεν είναι μονάχα κακοί… Γιατί είμαστε παιδιά της ύλης και του πνεύματος… είμαστε παιδιά του σκότους και του φωτός… μπορεί οι περισσότεροι να διαλέγουν, ευτυχώς για όλους μας, το δρόμο του φωτός μα από κοντά είναι και το σκότος… μέσα στα όνειρα, στις λάγνες σκέψεις, στους λογισμούς καταστροφής… σε κάθε πράξη του καλού ελλοχεύει και το φίδι που θέλει να το σκοτώσει… σε κάθε ενέργεια καλή υφέρπει μια σκιά που θέλει να την υπονομεύσει, να την καταπιεί… μην αναρωτιέσαι το γιατί… κανείς δεν ξέρει, δεν μας πέφτει λόγος… έτσι τα δημιούργησε Εκείνος κι εμείς απλά στρατιωτάκια είμαστε, όπως μας βαράν χορεύουμε… αν διαμαρτύρεσαι πως τάχα υπάρχει αυτό που κάποιοι λένε ελεύθερη βούληση, ας μην μπούμε τώρα σε αυτή την περιοχή της ψευδαίσθησης… θες να την έχεις; Έχε την, καλή είναι για όσους νιώθουν δυνατοί και σίγουροι και άτρωτοι και αθάνατοι… μα ελεύθερη βούληση είναι απλά ένας ακόμη ελιγμός για να ξεφεύγουμε από τη Μεγάλη Αλήθεια…
Σε κούρασα όμως και πρέπει να συνεχίσουμε, να με συμπαθάς… όταν κάποιος έχει τα χρόνια τα δικά μου κι ίσως να μην φαντάζεσαι πόσα είναι αυτά, του αρέσει να κηρύσσει, να νουθετεί, να σηκώνει το δάχτυλο και να δείχνει το δρόμο… κι ας είναι ο ίδιος το χειρότερο παράδειγμα που θα μπορούσε ν’ ακολουθήσει κανείς…
Ας είναι… δεν λέω άλλα για κείνα τα χρόνια της νεότητάς μου… δεν θέλω, περισσότερο, δεν μπορώ… και δεν προλαβαίνω… θέλω να πάω γοργά σε κείνο τον άνθρωπο που βρέθηκε στο σκοτεινό κελί αντάμα με τους δυο συντρόφους του και μετά από πολλά χρόνια που είχε παρατήσει το σκοτεινό έργο κι έκανε μια τίμια δουλειά όπως όλοι οι άλλοι για να ζήσει, αναγκάστηκε να ξαναπιάσει τις επικλήσεις, τις ικεσίες, τα ματωμένα συμβόλαια με τον Άρχοντα… για να γλιτώσει το τομάρι του και το τομάρι των συντρόφων του… δεν ήθελα φίλη μου να σαπίσω σε κείνο το ανήλιαγο μπουντρούμι κι ούτε να με στήσουν σε ένα τοίχο και να με πυροβολήσουν επειδή είχα παλέψει για κάποιες ιδέες που θεωρούσα καλές και σπουδαίες… με έπιασε μια μανία, μια λαχτάρα να ζήσω… με έπιασε ένα ντελίριο ζωής, αδύνατο να στο μεταφέρω, ένα τρέμουλο θανάτου… μέσα απ’ τα έγκατα αναδύθηκε μια τεράστια άρνηση να αφήσω να με σκοτώσουν, ένα πελώριο όχι, μια κραυγή αρχαία, πελώρια, μεγαλύτερη από μένα… είπα από μέσα μου, κάνε ό,τι μπορείς, σώσου, σώσε και τους φουκαράδες αυτούς… όσα έμαθες, ευκαιρία να αξιοποιήσεις και ας πάνε όλα τα άλλα στα τσακίδια… με κάθε τίμημα; Με κάθε τίμημα… είχα μαζέψει πολλά κρίματα κιόλας στη ζωή μου, είχα ασκήσει την ανίερη τέχνη, είχα ένα γερό κομπόδεμα, ανάγκη για λεφτά δεν είχα αλλά είχα ανάγκη να αποδείξω ότι μπορώ… κι έτσι, έπεσα με τα μούτρα κείνες τις δυο μέρες, τις τελευταίες αν αποτύγχανα της ζωής μου και της ζωής των άλλων δυο να φτιάξω τις ιερές σφραγίδες, τα σύμβολα, να χαράξω τον κύκλο, τα σημάδια… πάλευα να θυμηθώ την ισχυρή επίκληση, πάλευα να θυμηθώ μέσα από τη θολούρα του μυαλού μου και το πεινασμένο βλέμμα των συντρόφων μου… λάθος δεν χωρούσε… ως την Κυριακή τα μεσάνυχτα έπρεπε να είμαστε έτοιμοι, με το κοντράτο ανοιχτό και υπογραμμένο, με τις ματωμένες λέξεις πάνω… και στο πάτωμα πιο κει, κομμάτια απ΄ τη σάρκα και τις τρίχες όλων μας… αίμα δεν μας περίσσευε θα πεις ούτε και κρέας… τα κόκκαλα είχαμε απομείνει και οι τρεις, ρετάλια ανθρώπων… όμως ήταν το έσχατο όπλο μας, το διαβατήριο να περάσουμε τον Αχέροντα χωρίς να μας γραπώσει ο Θάνατος, το τελευταίο εισιτήριο στη ζωή…
Και αλήθεια, λίγο πριν σημάνουν τα μαύρα μεσάνυχτα της Κυριακής, τα είχαμε ετοιμάσει όλα! Και στεκόμασταν γονατιστοί, εξουθενωμένοι, χλωμοί, καταματωμένοι, πιασμένοι απ’ τις παλάμες μέσα στον κύκλο και ψέλναμε… τι; Τις επωδούς, τα ξόρκια, τα βρώμικα λόγια που είχα ανακαλέσει και τα είχαν αποστηθίσει και οι δυο…
Οι τοίχοι ολόγυρα είχαν γεμίσει με κύκλους και κυκλάκια και ιερογλυφικά και σύμβολα που για όλους ήταν ακατάληπτα όμως για μένα είχαν νόημα και ευχόμουν να μην είχα παραλείψει τίποτα… αλίμονό μας… το παραμικρό λάθος θα στοίχιζε το λαιμό μας κομμένο και το κεφάλι μας πεταμένο στο πάτωμα… οι σκοτεινές δυνάμεις δεν συγχωρούν, δεν σπλαχνίζονται, δεν δίνουν άλλη ευκαιρία… και για να έρθει ο ίδιος ο Άρχοντας να υπογράψει θα έπρεπε να είναι όλα στην εντέλεια, όλα κατά πως πρέπει… ήταν; Δεν ήταν; Σύντομα θα το μαθαίναμε κι οι τρεις…
 
 

IV. Ελευθερία

 
Δεν είμαι στο κρεβάτι… δεν είμαι καν στη γη… είμαι ψηλά, ανάλαφρος, αιωρούμαι… ακούω φωνές, σκύβω, από κάτω μου ανθρώπινες φιγούρες! Μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου… όχι οποιοδήποτε δωμάτιο, όχι οποιοδήποτε νοσοκομείο… άνθρωποι με λευκές μπλούζες και μια κοπέλα με μαύρα μαλλιά… δεν βλέπω τι κάνουν… είναι σκυμμένοι όλοι πάνω από ένα κρεβάτι… κάποιος πεθαίνει ίσως… ακούω το ρόγχο του, νιώθω την αγωνία του θανάτου… για κάποιο λόγο μπορώ να τον αισθανθώ, για κάποιο λόγο τον ξέρω… άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν στο δωμάτιο, η μαυρομαλλούσα κοπέλα κλαίει, δεν ακούω καλά, όλα έρχονται θολά ως εδώ πάνω… είμαι εδώ πάνω, ναι… κολλημένος σχεδόν στο ταβάνι… πιο ελαφρύς από ένα φτερό… πιο διάφανος από το φως! Κανείς δεν με αντιλαμβάνεται… οι τύποι με τα άσπρα βγαίνουν προς στιγμήν, ο άνθρωπος μένει στο κρεβάτι μόνος… έχει τη μάσκα του θανάτου… έχει την ακινησία του τίποτα…
Ξαφνικά, βάρος, οδυνηρή πτώση, πόνος, τανάλιες που με σφίγγουν, σφυριά που με κοπανάνε… ορμάω με λύσσα… κάποιος με καλεί… κάποιος με εφελκύει…
«Καλημέρα σας. Πώς είστε σήμερα;»
Άνοιξα τα μάτια μου κι αμέσως μια τανάλια παγωμένη μου έσφιξε το σβέρκο. Ο πονοκέφαλος που πήγαινε μαζί της ζευγάρι με σφυροκόπησε πρώτα στα μηλίγγια και μετά στα μάτια. Νόμιζα πως επέστρεφα βίαια από ένα άγριο γρονθοκόπημα σε όλο μου το σώμα. Και μια αδιόρατη αίσθηση επιστροφής από ένα ταξίδι…
Ονειρευόμουν; Κάποιος εφιάλτης που δεν είχε αφήσει τίποτε.
Εκτός από όλη αυτή τη συναυλία στο κεφάλι μου…
Κι αυτή η φωνή σε ποιαν ανήκε;
«Ήρθα λίγο νωρίτερα σήμερα αλλά να σας πω την αλήθεια είχα αγωνία να μου πείτε τη συνέχεια…»
Μια συμπαθητική νεαρή γυναίκα, όχι πάνω από 30 ή 35… είχε κιόλας πάρει την καρέκλα και είχε καθίσει και με κοιτούσε χαμογελαστή. Τα μαλλιά της ήταν κοντοκουρεμένα, καστανοκόκκινα. Το πρόσωπό της είχε μια ζεστή, απροσποίητη καλοσύνη.
«Έβγαλα και το μαγνητοφωνάκι μου και είμαστε έτοιμοι!»
Δεν είχα ιδέα ποια ήταν αυτή η γυναίκα και τι μου έλεγε.
Έκανα να κουνηθώ αλλά με υπάκουσε με το ζόρι το μισό μου κορμί. Με έκοψε κρύος ιδρώτας. Τα πόδια μου δεν επέστρεφαν τις εντολές του εγκεφάλου. Ήμουν ανάπηρος!
«Μισό λεπτό», είπε η κοπέλα και με ευλυγισία άρπαξε ένα μαραφέτι που δεν ξέρω που το βρήκε, πάτησε κάτι και το μισό κρεβάτι άρχισε να ανασηκώνεται αργά αργά.
«Καλά είναι εδώ;», με ρώτησε και με κοίταξε με τρυφερότητα που την ένιωσα να χώνεται στα έγκατά μου. Ποιον έβλεπε μπροστά της άραγε; Τον πατέρα της;
«Ναι», είπα ξέπνοα και πάλευα να διαχειριστώ το κατεπείγον ζήτημα του σφυροκοπητή μέσα στο κεφάλι μου. Άγγιξα τον κρόταφό μου.
«Πονάτε; Πάω να φωνάξω τη νοσοκόμα να σας φέρει κάτι», είπε με ευστροφία η κοπέλα και πριν καλά καλά το καταλάβω είχε βγει από το δωμάτιο.
Το δωμάτιο…
Μονόκλινο κάποιου νοσοκομείου το δίχως άλλο. Μια τηλεόραση απέναντί μου, πιο πάνω δεξιά ένα κλιματιστικό, το παράθυρο, μια καρέκλα για τον επισκέπτη, το κομοδινάκι μου. Το κρεβάτι μου ήταν μεγάλο και φαρδύ. Κι εγώ ξαπλωμένος και ανασηκωμένος ελαφρά από τη μέση και πάνω.
Ποιος εγώ όμως;
Έριξα μια ματιά στα χέρια μου και έλαβα το πρώτο μήνυμα. Χέρια ανθρώπου ηλικιωμένου, καλύτερα υπέργηρου. Το δέρμα τσιγαρόχαρτο, κιτρινισμένο, γεμάτο κηλίδες και στάμπες. Οι φλέβες χοντρές και πράσινες νόμιζες πως όπου να’ ναι θα ξεπροβάλλουν πάνω απ’το φτενό μανδύα τους.
Σήκωσα τα σκεπάσματα να δω το κορμί μου. Η πρώτη εικόνα ήταν το ίδιο μελαγχολική. Ένας κοκκαλιάρης γέρος χωμένος μέσα σε μια γαλάζια πυτζάμα της συμφοράς. Τα πόδια μου δεν ήθελα να τα κοιτάξω. Φαντάστηκα δυο καλαμάκια άχρηστα, αποσυνδεδεμένα από το υπόλοιπο σώμα, απλές προεξοχές σε ένα σαραβαλιασμένο ανθρωπάκι.
Αυτός είμαι, σκέφτηκα και μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Ένα ετοιμοθάνατο σαράβαλο.
Κείνη τη στιγμή δυο ζωηρές γυναίκες εισέβαλλαν στο δωμάτιο. Η πρώτη ήταν η φίλη μου με τα κοντά μαλλιά και τις κοφτές κινήσεις. Η άλλη ήταν μια νοσηλεύτρια με θεόρατο μπούστο, ξανθιά, αλαζονική χαίτη και καχύποπτο βλέμμα. Ήταν πανύψηλη σαν δέντρο. Ένιωσα δέος μπροστά της.
«Θα σας δώσω κάτι για τον πονοκέφαλο», είπε και μου γέμισε το ποτήρι με λίγο νερό από το μπουκάλι που ήταν πάνω στο κομοδινάκι. Είχε κι ένα βιβλίο εκεί αλλά δεν το είχα παρατηρήσει πριν.
«Ανοίξτε το στόμα…», είπε με την κυριαρχική της φωνή και μου έφερε ένα χαπάκι στη γλώσσα. «Έτσι μπράβο», είπε ικανοποιημένη και μου χάρισε ένα πλατύ, τρομακτικό χαμόγελο. Νόμισα πως το χαμόγελο της προσέθεσε άλλους δέκα πόντους. Τίναξε την ξανθιά της αλογοουρά και στριφογύρισε το δέντρινο σώμα της.
«Εγώ πάω, σας αφήνω να δουλέψετε. Κάτι άλλο Ελευθερία;»
«Όχι ευχαριστώ»
«Ο γιατρός δεν θα έρθει πριν τις 10… έχετε πολλή ώρα…», συμπλήρωσε και χοροπηδηχτή και ζωηρή βγήκε από το δωμάτιο που αισθάνθηκα πως διπλασιάστηκε σε ζωτικό χώρο.
Η Ελευθερία –να που ήξερα πια και το όνομα της καλής μου φίλης- κάθισε ξανά στην καρέκλα της και μου κράτησε τρυφερά την δεξιά παλάμη. Η σύγκριση ήταν σχεδόν κωμική. Το δικό της χέρι απαλό, νεανικό σαν μικρού παιδιού πάνω από το δικό μου που έτσι όπως ήταν πεταμένο πάνω στο λευκό σεντόνι έμοιαζε σαν πεθαμένος δεινόσαυρος στο χιόνι. Αν δεν ένιωθα απέραντη θλίψη και τις σφυριές στους κροτάφους μου σίγουρα θα έβαζα τα γέλια. Κι ας μην ταίριαζαν καθόλου στην περίσταση.
Ποια ήταν όμως η περίσταση;
Και τι ακριβώς θα δουλεύαμε με την Ελευθερία;
Με την άκρη του βλέμματος πρόσεξα κάτι που ακουμπούσε στο ποτήρι πάνω στο κομοδίνο. Μια φωτογραφία. Με το αριστερό μου χέρι την αναζήτησα, η Ελευθερία με βοήθησε αμέσως να την πάρω. Την έφερα στο ύψος των ματιών μου, περιεργάστηκα την εικόνα, πάλευα να βγάλω άκρη.
Ένας νεαρός με ξέπλεκα μαλλιά χωμένος σε ένα βαρύ παλτό. Χαμογελούσε πλατιά με ένα παράξενο ύφος. Δεν τον αναγνώρισα. Γύρισα τη φωτογραφία ανάποδα. Ένα ποίημα γραμμένο με καλλιτεχνικό γραφικό χαρακτήρα.
Ρώτησε
Αν θες να μάθεις
Αν το τολμάς
Και αν το νιώθεις
Αληθινά αν το ζητάς
Μην κοιτάζεις χαμηλά
Ύψωσε το κεφάλι σου
Σήκωσε τα μάτια σου
Στ’άστρα
Και ρώτησε!
 
Χαμογέλασα μελαγχολικά… ίσως εγώ πριν από αιώνες… ποιος ξέρει;
«Λοιπόν, ας μην βιαστούμε σήμερα», είπε η Ελευθερία αποφασιστικά, μου πήρε τη μικρή φωτογραφία και την ξανάβαλε στη θέση της. «Μην σας πιέσω αφού δεν αισθάνεστε πολύ καλά… Ξέρετε τι προτείνω; Να, ανοίγω το εργαλείο μου τώρα… ωραία… λοιπόν… προτείνω να σας διαβάσω όσα δουλέψαμε την τελευταία φορά κι αν έχουμε να συμπληρώσουμε κάτι… μα, στην ουσία έχουμε τελειώσει! Το συνειδητοποιείτε; Δεν είναι υπέροχο; Τα καταφέραμε!»
Δεν μπορούσα να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό της αλλά χαιρόμουν που την έβλεπα χαμογελαστή και φωτεινή. Είχε ένα παράξενο, εσωτερικό φως αυτό το πλάσμα, σκέφτηκα. Δεν έφταιγε η ηλιόσκονη που χυνόταν απ’ το παράθυρο πίσω της και άχνιζε πάνω στα μαλλιά της. Ήταν λοιπόν κάτι άλλο. Δε μπορούσα να το βάλω σε λέξεις αλλά το ένιωθα. Το ένιωθα ως τα κατάβαθα του είναι μου.
Μαζί άρχισα να νιώθω και κάτι ακόμα.
Μια ανησυχία, ένα ρίγος… κάτι ανέβαινε από μέσα μου σιγά σιγά… σαν σαλαμάνδρα πάνω στο βράχο, σα φίδι που αναρριχιέται στο δέντρο… κρύωσα…
Κάτι γινόταν μέσα μου… και δεν ήταν καλό…
Η Ελευθερία έσφιξε το νεκροζώντανο δεινόσαυρο με το παχουλό της χέρι, μου έριξε μια συνωμοτική ματιά και με ρώτησε:
«Τι λέτε; Να αρχίσω να διαβάζω; Είστε έτοιμος;»
Τα σφυροκοπήματα είχαν μειωθεί κιόλας στο μισό, δόξα στη Βαλκυρία νοσηλεύτρια… ένιωθα τα μάτια μου καλύτερα, το κεφάλι μου με λιγότερη πίεση… το φίδι μέσα στα αρχέγονα βάθη του σερνόταν βέβαια και η γέρικη καρδιά μου το ένιωθε πως σύντομα κάτι θα γινόταν όμως η φωνή της φίλης μου είχε ένα ηχόχρωμα άνοιξης, δύναμης και αισιοδοξίας και δεν ήθελα να χάσω την απόλαυση να την ακούω…
Δεν είχα ιδέα βέβαια τι θα μου διάβαζε…
Ίσως να ήξερε το φίδι…
Ένευσα καταφατικά κι εκείνη δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο…
 
«…Πεθάναμε στα πόδια μας, είναι η αλήθεια, εκείνο το φοβερό Σαββατοκύριακο… ίσως το τελευταίο της ζωής μας… έτσι κι αλλιώς το τελευταίο… ό,τι κι αν ήμασταν αν αποδρούσαμε με τη βοήθεια των σκοτεινών δυνάμεων, όποιοι κι αν ήμασταν από τη Δευτέρα το πρωί, σίγουρα δεν θα ήμασταν εμείς οι τρεις μα κάποιοι άλλοι που θα τους έμοιαζαν… και θα κυκλοφορούσαμε ανάμεσα στον κόσμο σαν ομοιώματα κάποιων που έζησαν κάποτε στα σώματα που πλέον θα χρησιμοποιούσαμε εμείς… σαν ξενιστές… όμως, όλα αυτά μπορούσαν να περιμένουν το αύριο καλή μου φίλη, γιατί το σήμερα… το σήμερα είναι πάντα αμείλικτο… δεν είχε άδικο τελικά αυτός παράξενος Ναζωραίος που επέπληξε εκείνον που νοιαζόταν για το αύριο ενώ δεν είχε εξασφαλίσει το σήμερα… πόσο αλαζονικό είναι αν το καλοσκεφτείς… οικοδομείς ένα σπίτι που δεν ξέρεις αν θα αξιωθείς να κατοικήσεις… τέλος πάντων, μη σε κουράζω με αμπελοφιλοσοφίες… ήρθε η Κυριακή το βράδυ όπως σου είπα κι ήμασταν τρία ανθρώπινα κουρέλια μέσα στον κύκλο… είχαμε εναποθέσει την τελευταία μας ελπίδα στο Σκοτάδι και κανείς δεν ήξερε τι πόρτες θα άνοιγαν και ποια Στόματα θα μας περίμεναν… ύστερα ήταν και το Συμβόλαιο… αυτό ήταν ένα σημείο που δεν το είχα μοιραστεί με τους συντρόφους μου… τα λύτρα που είχα προσφέρει για να εφελκύσω τον Άρχοντα, ήταν τα χειρότερα, τα τρομερότερα για την Ατραπό… στην ουσία του τα προσέφερα όλα… με αντάλλαγμα το θάνατο και την ανάστασή μας μετά από κάμποσες ώρες… νεκροφάνεια το λένε αλλιώς, το ξέρεις βέβαια… ήταν ο μόνος τρόπος να βγουν τα σώματά μας από κείνο τον υπόγειο τάφο… αν όλα πήγαιναν όπως τα ήθελα θα έμπαιναν οι δεσμοφύλακες λίγο μετά τα μεσάνυχτα, θα μας έβρισκαν τουμπανιασμένους στο πάτωμα, θα μας κουβαλούσαν και θα μας πέταγαν σε μια γωνιά στο δωμάτιο που έπαιζε το ρόλο νεκροτομείου… ήξερα, το είχα ακούσει από το φίλο μου το χωροφύλακα πως δεν υπήρχαν μέτρα ασφαλείας εκεί πέρα. Οι νεκροί δεν το κουνάνε ρούπι, δεν έχουν τέτοιες κακές συνήθειες, τι να φυλάξεις; Εμείς όμως μετά από κάμποση ώρα θα συνερχόμασταν, θα σηκωνόμασταν σαν νεκροζώντανοι κάποιας μέλαινας αποκάλυψης και θα σουλατσάραμε πάλι ανάμεσα στους ζωντανούς… αυτό ήταν το σχέδιο…»
 
Η φίλη μου σταμάτησε να διαβάζει. Γύρισα το βλέμμα μου πάνω στο πρόσωπό της. αυτά που μου διάβαζε ήταν εξωφρενικά αλλά για κάποιο λόγο μου ήταν οικεία. Τα ερπετό μέσα μου γουργούριζε, ανερχόταν πιο γοργά, έβγαζε τη διχαλωτή του γλώσσα και σύριζε απειλητικά.
Ένιωθα ο χρόνος μου σωνόταν.
Είδα την έκφραση της Ελευθερίας. Είχε σκυθρωπιάσει, το ένα της χέρι έτρεμε λίγο αλλά ήταν δυνατή, αποφασισμένη, πήρε πάλι τα γκέμια. Έβγαλε κι ένα μπουκαλάκι νερό απ’ το τσαντάκι της, ήπιε λίγο, συνέχισε να διαβάζει από την οθόνη που είχε μπροστά της.
 
«…Θυμάμαι καλά Ελευθερία… λίγο πριν αρχίσω να ψέλνω τις καταραμένες ωδές… αγκαλιασμένος από τους δυο συντρόφους μου, τον ένα είχα αριστερά και τον άλλο δεξιά μου… ένιωθα τη βαριά ανάσα τους, μύριζα τον ιδρώτα τους, σχεδόν είχα γίνει πια ένα μαζί τους… ένιωσα λοιπόν να ξέρεις εκείνη τη στιγμή για πρώτη φορά στη ζωή μου βαθιά συμπόνια… κι αγάπη ακόμα, ναι, αγάπη γι αυτά τα δυο πλάσματα… για λίγο μόνο ώσπου ν’ αρχίσουν όλα, ένιωσα την καρδιά μου να ζεσταίνεται, τα σπλάχνα μου να ανοίγουν και να τους χωράνε μέσα! Τι ήταν αυτό, δεν το ήξερα, δεν το είχα ξανανιώσει… είχα ζήσει ως τότε μια ολόκληρη ζωή μέσα στην παγωνιά… δεν μπορείς ίσως να το κατανοήσεις αυτό και σου εύχομαι ποτέ να μην το αισθανθείς… μια ολόκληρη ζωή γεμάτη από τη νεκρότητα… ναι, τούτη τη λέξη διαλέγω τώρα που τα ανακαλώ όλα αυτά… τη νεκρότητα… και κείνη την οριακή στιγμή ένιωσα να θερμαίνεται η ψυχή μου κι ολόκληρος γέμισα με στοργή και συμπόνια για τους δυο αυτούς ανθρώπους που είχαν στηρίξει όλες τους τις λιγοστές ελπίδες πάνω μου… ποιος ήμουν εγώ; Ο κανένας ίσως… κι από την άλλη ήλπιζα να ξεγελάσω τον Πολύφημο, να αποδράσω από την ειρκτή μας και στο φευγιό να του φωνάξω, ‘είμαι ο Κανένας και σε χαιρετάω!’… ποιος ήταν ο Πολύφημος; Ποιος άλλος; Ο Χάρος…
Ας συνεχίσω όμως γιατί χρονοτριβώ… τρέμαμε και οι τρεις σαν τα ψαράκια έξω απ’ το νερό κι ενώ είχα αρχίσει να επαναλαμβάνω τις επικλήσεις με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια μου, το αισθανθήκαμε… τι ήταν; Πρώτα η μυρωδιά… έπνιξε το κελί μας, αποσύνθεση ιστών… αποφορά σάπιων πτωμάτων… σαπίλα από νεκροταφεία, το πρώτο σημάδι ήταν θετικό, οι εμπροσθοφυλακές του Άρχοντα είχαν φτάσει, μας έζωναν ολόγυρα απ’ τον κύκλο, έπρεπε να μείνουμε στέρεοι τώρα, να μη δειλιάσουμε γιατί τα φαινόμενα θα πλήθαιναν… ο ένας απ’ τους δυο συντρόφους μου λύγισε προς στιγμήν, γονάτισε, γονατίσαμε όλοι να μην σπάσει ο κύκλος… του έδωσα θάρρος, ο ένας στον άλλο έδινε θάρρητα να μην τσακίσουμε… ύστερα ήρθαν τα βουητά, οι ανάσες, οι βρυχηθμοί, οι ρόγχοι της κόλασης… αν σήκωνα το κεφάλι μου θα τους έβλεπα… οι ‘φύλακες’ είχαν πλημμυρίσει το κελί, στριμώχνονταν ποιος θα πρωτοβρεί τη χαραμάδα να ορμήξουν όλοι σαν αγέλη λύκων να μας κατασπαράξουν… οι σύντροφοί μου έκλαιγαν, εγώ έψελνα να σκεπάσω το φόβο τους, έσφιγγα τα χέρια, μάτωσαν τα δάχτυλά μου… μετά ήρθαν οι χτύποι… τα στρώματα πετάχτηκαν στον αέρα, η σκόνη έγινε στρόβιλος ολόγυρα, φωνές και σαματάς και ήχοι που σε τρέλαιναν… ουρλιαχτά και οιμωγές και κλάματα μωρών… τα είχα ζήσει όλα τούτα και στο παρελθόν μα εκείνη τη μέρα κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι μεγαλύτερο, κάτι που δεν είχα ξανανιώσει… κι έπειτα ήρθε η πίεση στ’ αυτιά, στα μάτια, στα κρανία… οι πονοκέφαλοι, οι μύτες σπάσανε, τα δόντια ράγισαν, φτύναμε αίμα στο πάτωμα και νομίζαμε πως θα πεταχτούν τα μάτια μας στους τοίχους… κράτησαν ώρα πολλή, δεν ξέρω πόση όλα τούτα και πάνω στο κρίσιμο σημείο που αισθανόμουνα στο σβέρκο μου τις ανασαιμιές των δαιμόνων και στο κορμί μου τις ριπές του Άδη, όλα σταμάτησαν… κοπήκαν μαχαίρι! Όλα μαζί, απότομα! «Προσέχτε μην ξεχωρίσουμε!», τους είπα, ήξερα πως ήταν ένας ακόμη ελιγμός, μια δοκιμασία του Σκοτεινού… «Βαστάτε!», τους έκραζα και μαζί στον εαυτό μου που δεν θα άντεχε πολύ ακόμη… και τότε συνέβη…
 
Η Ελευθερία σταμάτησε, απίθωσε την οθόνη της πάνω στο κομοδινάκι κι έφερε το χέρι της που έτρεμε πάλι στο πρόσωπό της. Άκουγα την ανάσα της, σα λαχανιασμένου ζώου, σα τρομαγμένου κουνελιού. Ήπιε λίγο νεράκι ακόμη και μου είπε:
«Θα βγω για λίγο έξω, να με συγχωρείτε».
Πήρε την τσάντα της μαζί και βγαίνοντας με βήματα γοργά αναρωτήθηκα αν πράγματι θα επέστρεφε.
Η δική μου κατάσταση χειροτέρευε ολοένα. Τα λεπτά μου λιγόστευαν, έτρεχαν σαν την άμμο στην κλεψύδρα. Κείνο το φίδι είχε πυρώσει τα αρχαία μάτια του και το κεφάλι του είχε πρηστεί.
Κι ανέβαινε.
Σύντομα ένιωσα το ψύχος στην κοιλιά μου… αν έμπηγες κείνη τη στιγμή σουβλί δεν θα το ένιωθα… παρέλυα σιγά σιγά, ο θάνατος ανέβαινε προς την καρδιά μου… έγλειψα τα χείλια μου, ένιωσα κάτι στη γλώσσα μου, έφερα το ροζιασμένο μου χέρι στο πρόσωπο! Η γραμμή στο πρόσωπό μου ήταν έντονη, πρησμένη κι έκαιγε! Χάραξα με το δάχτυλό μου την πορεία της από το ένα μάγουλο στο άλλο, τα νεφρά μου χτύπησαν συναγερμό, τραντάχτηκα πάνω στο στρώμα.
Θυμόμουν!
Σαν φλας από προβολέα που ανάβει ξαφνικά άστραψε κάτι στο κεφάλι μου και οι μνήμες ξεδιπλώθηκαν εμπρός μου η μια μετά την άλλη, ανάγλυφες, ζωντανές, τρομακτικές, αβάσταχτες.
Ο κύκλος είχε σπάσει… και τα φαινόμενα διαδέχονταν το ένα το άλλο σαν αστραπές. Πρώτα βρεθήκαμε κι οι τρεις τιναγμένοι σαν αχυρένιες κούκλες στις γωνιές του κελιού, ύστερα κρεμαστήκαμε ανάποδα απ’ το ταβάνι, σκάσαμε κάτω πάλι σαν άψυχες κούκλες. Πρόλαβα ν’ αρπάξω τους ετοιμοθάνατους συντρόφους μου απ’ τα χέρια, τους κράτησα όπως ο ναυαγός τη σανίδα στο κύμα. Δεν πνιγήκαμε. Μονάχα μια στιγμή, μέσα στα ουρλιαχτά, τις κραυγές από τον άλλο κόσμο, τα συρίγματα των δαιμόνων στ’ αυτιά μου, μονάχα μια στιγμή πριν χάσω τις αισθήσεις μου, πρόλαβα να δω το κοφτερό σπαθί που πέρασε τα πρόσωπα και των τριών μας από το ένα αυτί ως το άλλο, τα ποτάμια αίματος, τις φωνές, τη μπόχα που είχε γίνει βαριά σα λάσπη στα πνευμόνια κι ύστερα…
σκοτάδι…
 
Ξυπνήσαμε μέσα στο νεκροτομείο… σα Λάζαροι, σκυθρωποί, μελανιασμένοι, μαυροπράσινοι απ’ το θάνατο που μας είχε στα σπήλαιά του για δυο μέρες… σιωπηλοί, ήσυχοι σαν σκιές ξετρυπώσαμε από κει μέσα, βγήκαμε αθέατοι στους δρόμους της πόλης, χαθήκαμε… δεν ανταμώσαμε ποτέ πια…
 
Το συμβόλαιο… είχε τηρηθεί! Είχα πετύχει… έτσι έδειχναν τα πράγματα… Γλιτώσαμε, ζήσαμε, αποδράσαμε από τον Άδη…
 
Όχι εντελώς… όχι ακριβώς…
 
Το φίδι είχε παραλύσει όλο μου το σώμα, τα χέρια μου πάγωναν πια ξεράδια ακίνητα στα σεντόνια, η καρδιά μου πάλευε με όση γενναιότητα είχε να αποσώσει ό,τι μπορούσε απ’ την πνοή μέσα μου… το ψύχος κέρδιζε τη μάχη…
 
Θυμήθηκα και κάτι ακόμα… κείνο το σύμβολο με το αίμα που είχε χύσει κάποιος δαίμονας στο πάτωμα ως επικύρωση του συμβολαίου… ο ουροβόρος όφις ναι μα κι ένα φλεγόμενο σπαθί πάνω σε ανθρώπινο κρανίο… υπήρχαν κι άλλα, δεν μπορούσα να ξεδιαλύνω όμως κατάλαβα, ούρλιαξα από μέσα μου, πάλεψα να βγάλω φωνή να προειδοποιήσω την καλή μου φίλη… δεν έπρεπε να γυρίσει πίσω, δεν έπρεπε να μου κλείσει εκείνη τα γέρικά μου βλέφαρα, ήμουν καταραμένος, όπως και οι άλλοι δυο… όμως εκείνοι είχαν πεθάνει πια από χρόνια… και είχαν ζήσει την τελευταία τους μέρα μέσα στη λήθη… τον όρο που είχε προσθέσει ο Άρχοντας…
 
Ύστερα ξαφνικά με πλημμύρισε μια θάλασσα επίγνωσης που έκανε τα κύτταρά μου να μουδιάσουν…
Δεν θυμόμουν απλά… είδα… τους είδα… τους είδα ξανά, ναι… με τα εσωτερικά μου μάτια… εδώ… σ’αυτό το δωμάτιο… γέροι πια… βυθισμένοι στη λήθη της στερνής ημέρας τους… τους είδα… είδα την αγωνία στα πρόσωπά τους… αγνώριστα, γερασμένα… εκτός από εκείνη τη φοβερή γραμμή στο πρόσωπο… τους είδα, τους ένιωσα… σχεδόν μπορούσα να τους μιλήσω…
Θυμόμουν με μια ένταση που νόμιζα πως θα γινόταν έκρηξη στο κεφάλι μου!
Όμως γιατί; Γιατί εγώ ξαναθυμόμουν… Γιατί;
Ήμουν ο τελευταίος, έκλεινα τον κύκλο, έσβηνε η κατάρα σε μένα, ψόφαγα εγώ και τελειώναν όλα… γιατί;
 
Ξάφνου κατάλαβα… ένιωθα τη γλώσσα του ερπετού να τρεμοπαίζει στο λαιμό μου, δεν είχα πια παρά μονάχα στιγμές, έπρεπε να μιλήσω στην Ελευθερία… έπρεπε…
 
Την είδα να χιμάει μέσα στο δωμάτιο, να γουρλώνει τα μάτια της με αυτό που έβλεπε, σχεδόν την άκουσα να ουρλιάζει για βοήθεια… δεν είχα φωνή πια να της μιλήσω, έπρεπε να αντέξω λίγο ακόμα, έπρεπε…
 
Μέσα από ένα θολό παραπέτασμα είδα γιατρούς και νοσοκόμες να ορμάνε, να έρχονται από πάνω μου, το κεφάλι μου σηκώθηκε στον αέρα, το σώμα μου είχε παγώσει… δεν άκουγα έβλεπα… οι άνθρωποι είχαν την έκφραση της φρίκης, μιλούσαν έντονα μεταξύ τους, άηχες κραυγές…
Έστριψα μέσα στο χαμό το κεφάλι μου δεξιά και είδα την Ελευθερία να μιλάει πανικόβλητη σε ένα νοσοκόμο… δε μπορούσα να κάνω τίποτε πια… είχαν αργήσει πολύ, πάρα πολύ…
 
Συγνώμη, ψέλλισα και δεν με άκουσε κανείς… μα είδα την Ελευθερία να γυρνάει το κεφάλι της, να με κοιτάζει με τρόμο και απορία κι ύστερα… στερνή εικόνα πριν κλείσουν τα βλέφαρα τα φως του κόσμου, ύστερα την είδα…
 
Σχηματιζόταν στο όμορφο πρόσωπό της… Μια αχνή, κόκκινη γραμμή… που έπιανε από το ένα αυτί, διέσχιζε σαν μαχαιριά όλο το πρόσωπο και τελείωνε κάτω απ’ το άλλο…
 
Ύστερα ένας χοντρός σωλήνας που χώθηκε στο στόμα μου… γδούποι μουντοί πάνω στο στήθος μου…
 
…όλα και τίποτα, ένα…

 

***

 

 

Φθινόπωρο 2017

 

 

 

 

 

Αντώνης Μυκονιάτης

 

anmikon@gmail.com

antonio-nimertis.webnode.gr