Σεμνοί διάλογοι με τον Γυμνό Νύχτιο

 

Εκείνη την ημέρα ο Γυμνός Νύχτιος αποφάσισε να μιλήσει:

          Πάντα αγαπούσα τους ανοιχτούς ορίζοντες.

          Είπες πως αγαπούσες; ...

          Είπα "αγαπούσα"; Γιατί; Το χθες ανήκει στο χθες και η αγάπη δεν συναρτάται από τον χρόνο. Όποιος συναρτά τον χρόνο με την αγάπη, δεν μπορεί να αγαπήσει. Ίσως να θέλει, βαθιά και ειλικρινά, αλλά δεν μπορεί.

          Είναι απλό, αγαπώ τους ανοιχτούς ορίζοντες...

          Είπες τους ανοιχτούς ορίζοντες;

          Είπα "ανοιχτούς ορίζοντες"; Θα πρέπει να μου συμβαίνει κάτι σήμερα και λαθεύω συνεχώς. Μια απλή ρημαδο-φράση με πέντε λέξεις πήγα να σχηματίσω και καταναλώνω καμιά εκατοστή για να διορθώσω τα λάθη μου! Οι ορίζοντες τάχα δεν είναι πάντα ανοιχτοί;

          Οι ορίζοντες είναι πάντα ανοιχτοί... Ακόμη κι εσύ ο ίδιος είσαι ένας ορίζοντας...

          Και μήπως εγώ δεν είμαι αυτός που πάντα ήμουν; Ο Γυμνός Νύχτιος;

          Είσαι πάντα αυτό που ήσουν;...

          Αυτός ο μυστήριος σκηνοποιός από την Ταρσό που λεγόταν Σαούλ και μετά έγινε Παύλος, δεν είναι αυτός που έγραψε κάπου πως "όταν ήμουν παιδί σκεφτόμουν σαν παιδί και έπραττα σαν παιδί και τώρα σαν ενήλικας δρώ και σκέφτομαι σαν ενήλικας;" Άρα, αυτό που έγραψα πριν, πάλι δεν ισχύει! Μα τους χίλιους κουτσοδόντηδες δαίμονες, κάτι έχω πάθει σήμερα, το δίχως άλλο.

          Με μια έννοια αυτό που ήσουν είσαι και σήμερα, με μια άλλη, αυτό που είσαι σήμερα δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που θα είσαι αύριο...

          Έννοιες, πολλές έννοιες. Οι έννοιες συγκρούονται όπως τα συναισθήματα μέσα μας. Κάποιες εποχές είμαι πολλοί, το αισθάνομαι, το νιώθω, δεν είμαι ένας, δεν έχω μια φωνή, ισχυρή και ακλόνητη που να με εκφράζει ολοκληρωτικά, σαρωτικά και ηδονικά! Είμαι πολλές και ασύμμετρες φωνές.

          Η φωνή της παράδοσης, η φωνή της λογικής, η φωνή της γενέθλιας ημέρας σου, η φωνή της καρδιάς σου, η φωνή του θάρρους, η φωνή των αρχαίων δασών, η φωνή των αιώνιων θαλασσών...

          Κι όλες τούτες οι φωνές χωρίς να το επιλέξω, χωρίς να το θελήσω, είμαι εγώ...

 

           Την επόμενη μέρα ο Γυμνός Νύχτιος, είπε:

          Κάποτε ο πατέρας μου είχε ένα μικρό ιστιοφόρο που το είχε ονομάσει "Όμορφο". Του είπα τότε πως το όνομα αυτό δεν είναι καλό και πως θα έπρεπε να το αλλάξει.

          Αλλάζω γιατί το θέλω ή γιατί με έμαθαν να επιθυμώ την αλλαγή;

          Και ο πατέρας μου το σκέφτηκε και μου απάντησε πως είναι σύμφωνος αρκεί να του πω ένα όνομα που δεν το είχε σκεφτεί ποτέ του.

          Του είπα αμέσως να ονομάσει το μικρό ιστιοφόρο με το ξύλινο κατάρτι και την κίτρινη ίσαλο γραμμή, πως το ωραιότερο όνομα είναι το "Πενθεσίλεια". Ο πατέρας μου έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα εμβρόντητος και μετά έσπευσε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου. Όμως δεν πρόλαβε.

          Στο μικρό μόλο που είχε δεμένο τον "Όμορφο" τον περίμενε μια έκπληξη που του στοίχισε τη ζωή του.

          Εκπλήσσομαι όχι γιατί δεν είμαι προετοιμασμένος αλλά γιατί ποτέ δεν ήμουν έτοιμος...

          Η Πενθεσίλεια ή ίδια, η πανέμορφη βασίλισσα των μυθικών Αμαζόνων, με την ασπίδα και το σπαθί της και τους ηλιοκαμένους όμορφους μηρούς της σε κοινή θέα, τον περίμενε καθισμένη στην πλώρη του σκάφους.

          Και μόλις ο σοκαρισμένος πατέρας μου πλησίασε, σήκωσε το σπαθί της και του πήρε το κεφάλι βγάζοντας μια ουρανομήκη κραυγή που τράνταξε τον Όλυμπο και όταν ηρέμησε πριν εξαφανιστεί για πάντα, είπε:

          Κανείς δεν θα βάψει το ιερό όνομά μου σε ξύλο που βρέχεται!

          Πρέπει να μελετάς πολύ καλά τις επιθυμίες των άλλων πριν σπεύσεις να τις ικανοποιήσεις.

          Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να αγγίξει ξανά τον "Όμορφο". Τον πούλησα για καυσόξυλα και το θέμα τελείωσε εκεί.

 

    Πέρασαν χρόνια πριν ο Γυμνός Νύχτιος αποφασίσει να μιλήσει ξανά:       

       Σκέφτομαι όλες αυτές τις μαγικές πόλεις που δεν επισκέφτηκα, που δεν πρόκειται να επισκεφτώ ποτέ.

          Κάιρο, Ρίο Ντε Τζανέιρο, Τόκιο, Κοπεγχάγη, Λάσα...

          Κάθε βράδυ τις επισκέπτεσαι και κάθε πρωί τις νοσταλγείς. Τι είδες, τι γεύτηκες, τι κέρδισες, τι έχασες για πάντα; Τι έχεις μαζί σου που σου θυμίζει τα ταξίδια σου;   

          ...Αμβούργο, Σαγκάη, Βομβάη, Νέα Υόρκη...

          Θα ήθελα να μιλήσω με μια όμορφη κοπέλα από το Μεξικό, να περπατήσω σιωπηλός με έναν γέροντα από την Μανίλα, να δειπνήσω με έναν απλό ιερέα στον Παναμά, να ανταλλάξω ταπεινά δώρα με μια εσχατόγηρη σε κάποια φτωχογειτονιά του Μπουένος Αιρες.

          Έχεις συρρικνωθεί και κλαις, έχεις σταυρωθεί και περιμένεις την ανάστασή σου.

          Πρόσεξε, ο κοσμοπολίτης ποιητής πάντα υπονομεύει τον στοχαστή...

          Και θρηνώ για τα πλοία που βυθίστηκαν και δεν ήμουν επιβάτης. Τουλάχιστον τότε, όλοι θα γνώριζαν πως κι εγώ αποφάσισα να πάω κάπου...

 

          Και ύστερα από πολύ καιρό, ο Γυμνός Νύχτιος συνάντησε στο Μονοπάτι των Ήλων τον αδερφικό του φίλο Σαρωτή και κάθισαν κάπου απόμερα και συνομιλούσαν.

          Σκέφτομαι πριν μιλήσω. Είναι παράλογο μα συμβαίνει. Πρώτα με σκέφτηκε ο Στερεοχτίστης και ύστερα υπήρξα.

          -Σαρωτή, που ήσουν εχθές; Προχθές; Στο απειρόχρονο χθες;

          -Υπήρχα Γυμνέ Νύχτιε. Απλά δεν είχα ακόμη γεννηθεί.

          -Γνώρισα τον γλυκύ πατέρα σου και συνέφαγα με τα σεμνά παιδιά σου. Χαμογελάς μα ξέρεις πως εκείνα είναι που θα σε σκοτώσουν.

          -Με αγάπη αδελφέ Νύχτιε. Μονάχα με αγάπη.

          -Πόσο είναι δύσκολο να βγαίνουν τούτες οι λέξεις από το στόμα σου! Γνωρίζω πως δεν φοβάσαι. Ποτέ σου δεν εφοβήθης τίποτε.

          -Κι όμως, είναι κάτι που ως κι εγώ το φοβούμαι.

          -Εκείνον;

          -Εκείνον δεν Τον φοβούμαι αγαπημένε Νύχτιε καθώς κι εσύ, όσο γνωρίζω.

          -Μα τότε;

          -Φοβούμαι μονάχα τον Χρόνο. Γιατί ο Χρόνος σαρκώνει και διαιρεί, ο Χρόνος από-ταυτίζει και ανα-λύει. Ο Χρόνος είναι το μοναδικό Του Μέγα Μυστήριο που δεν επιθυμεί να αποκωδικοποιήσει ακόμη. Και ξέρεις γιατί;

          -Υποψιάζομαι. Γιατί κι Εκείνος είναι... πως να το ψελλίσω αδελφέ μου;

          -Να το ψελλίσεις. Ως κι Εκείνος είναι...

          Μα η συζήτηση δεν περατώθηκε ποτέ. Ένα περίεργο και τρομακτικό φαινόμενο έλαβε χώρα και μια απόκοσμη ρουφήχτρα, μπροστά στα δακρυσμένα μάτια του Γυμνού Νύχτιου κατάπιε τον Σαρωτή που από εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε για πάντα.

          Τίποτε δεν κατέχεις. Ως κι οι σκέψεις σου δεν είναι δικές σου. Το σώμα σου, το αίμα σου, τα όνειρά σου... Μονάχα θάνατο περιέχεις και δειλές υποσχέσεις αθανασίας.

          Μην γίνεσαι ποιητής!

          Σιχαίνομαι τους ποιητές, είναι ριψάσπιδες, θεομπαίχτες, λάγνοι, νοσηροί και αδίστακτοι. Δώσε μου ύλη! Δώσε μου φωτιά! Δώσε μου σάρκα! Δώσε μου πόθο! Μονάχα γρήγορα, μονάχα τώρα!

          Έστω κι αν αυτό το Τώρα αργήσει μια αιωνιότητα...