Γιατί έπαψα να είμαι και θέλησα να γίνω;

 

Μερικές σκέψεις γύρω από την αστοχία της αγάπης

Την προδοσία

 

Ο Ιούδας πρόδωσε τον Ιησού μόνο γιατί βρέθηκε στο πλέον ασύλληπτο αδιέξοδο που μπορεί να βρεθεί ένας άνθρωπος: το υπαρξιακό αδιέξοδο.

            Η προδοσία του Ισκαριώτη δεν ήταν πολιτική, δεν ήταν προσωπική, δεν ήταν, πολύ περισσότερο, ψυχολογική, πνευματική δηλαδή. Αν είχε η πράξη του ένα τέτοιο περιεχόμενο θα ήταν, ασφαλώς, ανάξια μνημόνευσης στους αιώνες. Η πράξη του Ιούδα ήταν εδρασμένη σε διαφορετικά βάθρα. Έχω την αίσθηση, μάλλον την βεβαιότητα, πως ο Ιούδας συνάντησε, ή μάλλον συναντήθηκε με το απροσδόκητο. Κι όταν συναντιέσαι με το απροσδόκητο πράττεις απροσδόκητα.

            Η μόνη περίπτωση να μην είχε προδώσει τον διδάσκαλο ο Ιούδας, ήταν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ του. Γιατί από την στιγμή που Εκείνος τον συνάντησε, ο Ζηλωτής Ισκαριώτης αιχμαλωτίστηκε. Κι όταν αιχμαλωτίζεσαι μισείς. Και μισείς πρώτον απ'όλους τον δεσμοφύλακά σου. Και μετά τον εαυτό σου.

            Στην περίπτωση του Ζηλωτή Ιούδα, το μερικό συναντήθηκε με το Απόλυτο. Το ελλιπές με το τέλειο. Το πεπερασμένο με το άχρονο, το γήινο με το υπέργειο. Το υπαρξιακό αδιέξοδο δεν θα αργούσε να εμφανιστεί. Εμφανίστηκε άλλωστε, σε όλους τους μαθητές. Εμφανίστηκε στον Πέτρο, τον 'βράχο', εμφανίστηκε στον Θωμά, είναι σίγουρο πως πλημμύρισε τους πάντες. Απλά, ο Ιούδας δεν το άντεξε, προσπάθησε να το εκλογικεύσει, να το ερμηνεύσει, να το διαχειριστεί, κι αυτό ήταν το μοιραίο του λάθος. Από αυτή την άποψη, η ίδια του η πράξη ήταν ένα λάθος. Ένα λάθος που χρειαζόταν ενέργεια για να αποφευχθεί, για να μην οδηγηθεί ο εν αδιεξόδω ευρισκόμενος μαθητής στην απόδραση και τελικά, στην λύτρωσή του και οι Ζηλωτές, εκτόνωναν όλη τους την ενέργεια στην δράση.

Ο Ιούδας δεν ευτύχησε να έχει την 'αφέλεια' του Πέτρου ή την 'εσωτερικότητα' του Ιωάννη. Ήταν ένας άνθρωπος της δράσης, της πολιτικής και 'ορθής' δράσης -μέσα στο πλαίσιο της εποχής και της πίστης του- και γι'αυτό το αδιέξοδο για εκείνον υπήρξε συντριπτικό και αξεπέραστο.

            Ο Ιούδας Ισκαριώτης, είναι βέβαιο, λάτρεψε τον διδάσκαλο με έναν τρόπο ορμητικό, θυελλώδη και ενθουσιαστικό. Όμως το μέτρο του ήταν πολύ περιορισμένο και η ματιά του αποζητούσε με θράσος να ανοιχτεί σε ορίζοντες που ήταν απαγορευμένοι. Τουλάχιστον για τότε, τουλάχιστον για εκείνον. Είμαι πεπεισμένος πως αδιαφορούσε πλήρως για τους υπόλοιπους μαθητές, για τον κόσμο και για τους Νομοδιδασκάλους της θρησκείας του. Είμαι ακόμη πεπεισμένος πως ο Ιούδας δεν είχε προβάλλει στον Ιησού τον επαναστάτη που θα οδηγούσε τον Ισραήλ στην αναγέννηση και την ελευθερία από τους μισητούς Ρωμαίους. Από τη στιγμή που ενεπλάκη στην υπαρξιακή σύγκρουση, τα ξέχασε όλα αυτά. Κατανόησε -κι ίσως ήταν ο μόνος- τι ήταν ο Ιησούς, ή τι έμελλε να είναι ο Ιησούς αλλά το βάρος της κατανόησης έπεσε σαν ταφόπλακα πάνω του.

Ο Πέτρος, ως και την τελευταία στιγμή αναρωτιόταν τι γινόταν γύρω του και μέσα του και αναζητούσε απαντήσεις που δεν θα έπαιρνε ποτέ. Οι υπόλοιποι μαθητές -πλην του Ιωάννη ίσως και του Ιακώβου- αποτελούν κρίκους ανεξιχνίαστους και προφανώς  έδρασαν στον εξωτερικό πυρήνα της σέχτας. Άλλωστε όλοι αυτοί, μπροστά στον τυφώνα που απεκλήθη Σαούλ ήταν -ή απεδείχθησαν- ποσότητες ασήμαντες και μεγέθη αδιάφορα.

            Ο Ιούδας δεν πέρασε στην επόμενη ιστορική φάση του δράματος. Στην φάση της 'δράσης' και της οργάνωσης της πρώτης κοινότητας των νεοφύτων χριστιανών. Ευτυχώς. Έζησε τον διδάσκαλο χωρίς παραχαράξεις, χωρίς στρατηγικές και αντιμαχίες, βίωσε την αποκαλυπτική δύναμη της Αλήθειας ως το τέλος. Μονάχα που η Αλήθεια σαν Φως τον πλημμύρισε και τον έκαψε.

            Και από το μοναχικό κλαδί που αιωρείται αιώνια κρεμασμένος, αναθεματισμένος και καταραμένος, καταγγέλλει στους ανθρώπους όλων των εποχών την υποκρισία των 'καθαρών', την 'ευθυκρισία' των 'τέλειων' και την αυθεντία των 'πεφωτισμένων'...