Αντιγόνη

 

 

 

Ο συνταξιούχος τμηματάρχης

Δ

εν το περίμενα, όμως τα τρένα είχαν εξελιχθεί πολύ από την εποχή που για τελευταία φορά είχα αποφασίσει να κάνω ένα ταξίδι εμπιστευόμενος τις υπηρεσίες των ελληνικών σιδηροδρόμων. Στα νιάτα μου δεν ήμουν ‘άνθρωπος των τρένων’. Αυτή ήταν μια φράση ενός κουλτουριάρη θείου μου... αν και με διαφορετική νοηματοδότηση. Εκείνος ήταν υπάλληλος στον ΣΕΚ και είχε φάει όλη του τη ζωή σε μεταθέσεις. Δεν υπήρχε κατσικοχώρι και ερημότοπος που να μην τον είχε φιλοξενήσει στις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο. Μαζί του έσερνε και τη θειά μου και μέχρι κάποιας ηλικίας και τα τρία παιδιά του. Δεν είχε ζήσει εύκολη ζωή ο θειός μου αυτός και καθώς είχε και την στάμπα του ‘εαμίτη’ στο φάκελό του, δεν υπήρχε τρόπος να την κάνει ευκολότερη. Τον θυμάμαι να γέρνει προς το μέρος μου, καθισμένος σε κείνη την ειδικά διαμορφωμένη πολυθρόνα που πια κόντευε να γίνει ένα αξεχώριστο όλο με το πληθωρικό του σώμα και να μού ψιθυρίζει, σχεδόν συνωμοτικά: ‘Τρείς τύποι ανθρώπων υπάρχουν Αντρέα μου… οι άνθρωποι των δρόμων, οι άνθρωποι των τρένων και οι άνθρωποι των καναπέδων…’. Θυμάμαι πως χαμογελούσα προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφεύγω την ακτίνα δράσης της αναπνοής του που είχε μια παράξενη οσμή. Ο θείος είχε υπέρταση από νέος και στα γεράματα έπαιρνε σκόρδο. Υπήρχαν μέρες που δεν μπορούσες να τον ζυγώσεις.

‘Και ποιοι είναι ποιοι θείε;’, τον ρωτούσα περισσότερο για να του δώσω τη χαρά της αφήγησης παρά γιατί πράγματι με ενδιέφερε να μάθω.

‘Οι άνθρωποι των δρόμων είναι αυτοί που αλλάζουν τον κόσμο με τα χέρια τους’, μού έλεγε παίρνοντας ένα σοβαρό, στοχαστικό ύφος. ‘Οι άνθρωποι των τρένων είναι αυτοί που αλλάζουν τον κόσμο με τη σκέψη τους…’

‘Και οι τελευταίοι;’

‘Αυτοί υφίστανται τις συνέπειες’, έλεγε και έσκαγε στα γέλια. Έπειτα έμπαινε στο σαλόνι η θεία, τον μάλωνε που μού έλεγε τα ίδια και τα ίδια αλλά θυμάμαι πως κάποια μέρα, όταν είχε αρρωστήσει για τα καλά και ήταν στα τελευταία του, τόλμησα να τον ρωτήσω.

‘Εσύ θείε, σε ποια κατηγορία ανήκεις;’

Το βλέμμα του ζωήρεψε, άναψε, ανασηκώθηκε στην ετοιμόρροπη πολυθρόνα που έτριζε από το βάρος του και μού είπε ‘εμπιστευτικά’: ‘Εγώ ανιψιέ μου ήμουν στο ΕΑΜ… πίστευα ότι θα αλλάζαμε τον κόσμο… με συνέλαβαν δυο φορές, με καταδίκασαν, το έσκασα, γλίτωσα… έπιασα δουλειά, έκανα οικογένεια… μεγάλωσα τις ξαδέρφες σου… κάθισα στην πολυθρόνα μου… κατάλαβες;’

‘Κατάλαβα θείε μου’, είπα όμως δεν είχα καταλάβει απολύτως.

Τα σκεφτόμουν όλα τούτα πάλι καθώς κοιτούσα έξω από παράθυρο να περνούν τα δέντρα και τα χωράφια και τα σπίτια και να αλλάζουν διαρκώς τα σκηνικά με μένα παρατηρητή. Το ταξίδι με το τρένο ευνοεί την αναπόληση, την ονειροπόληση ακόμα και την εσωτερική γραφή. Είσαι ‘ακίνητος’ μέσα σε ένα βαγόνι, διασχίζεις κάμπους και βουνά, περνάς από χωριά και πόλεις κι ανάλογα συμβαίνουν μέσα σου. Άνθρωποι που γνώρισες, τοπία, καταστάσεις, συμβάντα, γεγονότα… ξανά και ξανά… ύστερα αναζητάς κάποια στιγμή το μπαρ… ένα καφεδάκι, ένα τσιγάρο, μια διαφυγή… το ίδιο το ταξίδι είναι πάντα μια διαφυγή βέβαια όμως…

‘Ωπ! Να με συγχωρείτε!’                           

Είχα σηκωθεί και βάδιζα στο διάδρομο προς το τέλος του βαγονιού. Η φωνή ήταν ενός ηλικιωμένου άντρα που ερχόταν στην αντίθετη κατεύθυνση κι ενώ είχα μαζέψει το σώμα μου όσο μπορούσα για να τον διευκολύνω να περάσει μαζί με τον χαρτοφύλακά του, εκείνος σκόνταψε κάπου κι έπεσε πάνω μου. Οι γνωστές σκηνές σε στενούς διαδρόμους απανταχού της Γης.

‘Δεν υπάρχει πρόβλημα’, τού είπα και τον στήριξα για να ισορροπήσει. Κρατώντας με από το χέρι κάθισε στη θέση του. Δεν πρέπει να ήμασταν περισσότεροι από πέντε άνθρωποι σε όλο το βαγόνι. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει ως εκείνη τη στιγμή.

‘Ευχαριστώ’, είπε και μού χαμογέλασε. Είχε ένα αυστηρό, καθαρό πρόσωπο ο άνθρωπος αυτός. Καλοντυμένος, ευπρεπής, παλαιάς κοπής.

‘Πάτε στο μπαρ;’, με ρώτησε.

‘Ναι…’

‘Είναι κλειστό… θ’ανοίξει σε λίγο … από κει έρχομαι’, μού είπε και τούτη η πληροφορία με ώθησε να επιστρέψω στη δική μου θέση στο παράθυρο.

‘Όταν είναι θ’ακούσουμε ανακοίνωση, έτσι μού είπαν’, συμπλήρωσε τις χρήσιμες πληροφορίες του και δεν απάντησα αλλά του χαμογέλασα ήρεμα. Καθόταν στην απέναντι σειρά καθισμάτων, λοξά και αριστερά μου. Τον είδα να βγάζει ένα μαντήλι από το πέτο του, να καθαρίζει τη μύτη του και να το διπλώνει πάνω στο δεξιό μηρό του.

Γύρισα το βλέμμα μου ξανά στα εναλλασσόμενα τοπία έξω από το τζάμι. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Είδα το κλειστό μου βιβλίο πάνω στο μικρό τραπεζάκι. Δεν είχα όρεξη για διάβασμα. Είχα όρεξη για καφέ και τσιγάρο αλλά…

‘Πιστεύετε πως είμαστε ενσυνείδητα όντα κύριε… δεν γνωρίζω το όνομά σας…’

Γύρισα και κοίταξα τον άνθρωπο με το χαρτοφύλακα. Είχε βγάλει το σακάκι του, το είχε διπλώσει με επιμέλεια πάνω στα γόνατά του και με κοιτούσε με ένα σταθερό, κάπως ανατριχιαστικό βλέμμα. Και περίμενε απάντηση στο ερώτημά του.

Δεν ήμουν βέβαιος τι ήθελε να ακούσει. Κλασικό ερώτημα πολλαπλών απαντήσεων που όλες αληθεύουν και όλες αυτό-ακυρώνονται έπειτα από σύντομη εξέταση… δεν μού φαινόταν για τύπος εξυπνάκια. Αποφάσισα να μην τον απορρίψω… ακόμη.

‘Αντρέας… το ψηλαφούμε’, τού απάντησα και στα δυο σκέλη του ερωτήματός του.

‘Ιωσήφ Κεντρόπουλος, πρώην τμηματάρχης στο παλαιό Υπουργείο Γεωργίας… συνταξιούχος πλέον εδώ και χρόνια… χαίρω πολύ Αντρέα’, απάντησε χαμογελώντας ευγενικά. ‘Και τώρα ας ασχοληθώ με την ενδιαφέρουσα απάντησή σου… εκτός αν θέλεις να μείνεις στις σκέψεις σου ή να κάνεις κάτι άλλο… δεν επιθυμώ να γίνω ενοχλητικός’, είπε αλλά δεν το εννοούσε. Ήθελε απεγνωσμένα να συζητήσει, το είχε ανάγκη. Ο τρόπος που είχε περάσει στον ενικό χωρίς να με ρωτήσει, ήταν μια έμμεση επιβολή των κανόνων της συζήτησης.

‘Αφού το μπαρ είναι κλειστό…’, απάντησα αινιγματικά και αργότερα κατάλαβα πως στην ουσία τον ‘άδειαζα’ με τη φράση μου αυτή. Ειδικά ο τρόπος που είχα τονίσει αυτό το ‘αφού’…

‘Σε λίγη ώρα θα σερβίρουν δείπνο’, συνέχισε εκείνος απτόητος. ‘Νομίζω έχουμε δυο επιλογές. Κοτόπουλο με πατάτες ή ψάρι… μην με ρωτήσεις τι ψάρι γιατί δεν γνωρίζω…’

Οι πληροφορίες δεν είχαν τελειωμό από τον κο Κεντρόπουλο, πρώην τμηματάρχη του παλαιού Υπουργείου Γεωργίας.

‘Δεν πρόκειται να φάω’, τού έδωσα κι εγώ μια πληροφορία, απλά να την έχει. ‘Θέλω οπωσδήποτε καφέ και να καπνίσω ένα τσιγάρο’.

Ο πρώην τμηματάρχης άνοιξε χαμογελώντας τον χαρτοφύλακά του και έβγαλε ένα πακετάκι με υγρά χαρτομάντιλα. Άρχισε με σχολαστικότητα χειρουργού να καθαρίζει ξανά και ξανά τα χέρια του. Όταν τελείωσε, δίπλωσε και αυτό το μαντηλάκι και το απίθωσε στον άλλο του μηρό. Πέσαμε στην περίπτωση, σκέφτηκα.

«Λοιπόν, αυτό το ‘ψηλαφούμε’ που ανέφερες… πιστοποιεί και θα έλεγα τεκμηριώνει κατά κάποιον τρόπο την πρώτη μου εντύπωση για σένα»

Τον κοίταξα με αυξημένο ενδιαφέρον. Φαίνεται ότι οι τμηματάρχες των υπουργείων κάνουν και σεμινάρια ποπ – ψυχολογίας.

‘Δηλαδή;’, τον ρώτησα.

‘Ε, δεν είναι δα και τόσο δύσκολο…’, είπε και ξαναπήρε το πρώην υγρό του μαντηλάκι για να επαναλάβει μερικές κινήσεις καθαρισμού σε σημεία των χεριών που ίσως να τού είχαν ξεφύγει. ‘Είσαι ερευνητής… συγγραφέας ίσως… μπορεί και δημοσιογράφος… όχι, το παίρνω πίσω… δεν είσαι δημοσιογράφος… οι δημοσιογράφοι είναι υπερκινητικοί και συνήθως απότομοι… είσαι ευγενικός, οι κινήσεις σου μελετημένες, προσεκτικές, ήρεμες… εσύ ίσως δεν είσαι ήρεμος… γιατί σκέφτεσαι… διαρκώς… άρα…’, είπε και ακολούθησε μια τεχνητή παύση εντυπωσιασμού. Και δεν τα είχε καταφέρει άσχημα. Καθόλου άσχημα.

‘Άρα;’, επέμεινα.

‘Συγγραφέας… πάει και τελείωσε’, είπε και με κοίταξε για πρώτη φορά με ένα παράξενο, επιθετικό βλέμμα. Λες και οι συγγραφείς σε αυτό το μέρος του κόσμου που διέσχιζε με ταχύτητα το τρένο ήταν κάτι σαν μαύροι μάγοι στον μεσαίωνα.

‘Εντάξει, το πέτυχες. Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα’, απάντησα.

Μειδίασε ικανοποιημένος. Επιτέλους εγκατέλειψε στην ησυχία του το χιλιοταλαιπωρημένο μαντηλάκι και ακούμπησε τα χέρια του στα πόδια του.

«Και λες ‘ψηλαφούμε’ που σημαίνει πως η έρευνά σου δεν έχει καταλήξει ακόμα κάπου. Είμαστε άραγε ενσυνείδητα όντα ή όχι; Δεν είσαι σίγουρος… κάποτε ίσως να ήσουν… κάποτε ήμουν κι εγώ… όμως τώρα έχουμε πάρει το δρόμο που δεν έχει γυρισμό’, αποφάνθηκε και καταπιάστηκε τώρα με το σακάκι του. Το ξεδίπλωσε, το ξαναδίπλωσε καλύτερα, το απίθωσε ευλαβικά σαν βαρύτιμο αντικείμενο στο διπλανό του κάθισμα. Το κοίταξε για μια στιγμή. Ένιωσε να ικανοποιείται. Γύρισε να με κοιτάξει πάλι. Στην κλίμακα από το ένα ως το 100 η ψυχαναγκαστική του διαταραχή είχε πιάσει τα χίλια!

‘Πάντα όταν ταξιδεύω είμαι νευρικός’, απολογήθηκε λες και αισθάνθηκε ότι τον κρίνω. ‘Δηλαδή πάντα είμαι νευρικός… απλά όταν ταξιδεύω επιδεινώνεται η κατάστασή μου. Έτσι αρχίζω την κουβέντα. Κι έχω τρεις αγαπημένες ερωτήσεις. Εσένα σού έθεσα τη μια. Να σού πω τις άλλες δυο;’

‘Λέω να πάω μια βόλτα ως το μπαρ… ίσως άνοιξε και βαριούνται να το ανακοινώσουν’, είπα καθώς λίγο ακόμα και θα άρχιζα κι εγώ τα ψυχαναγκαστικά. Είναι κολλητικά, το δίχως άλλο.

Με κοίταξε με θλιμμένο ύφος.

‘Να με συγχωρείς Αντρέα… σε κούρασα ήδη…’, είπε και τον λυπήθηκα. Είχα αποφασίσει να σηκωθώ αλλά το μετάνιωσα. Ακούστηκε μια ανακοίνωση αλλά όχι για το μπαρ. Πλησιάζαμε στο χωριό Μ.

‘Αλήθεια, αν δεν είμαι αδιάκριτος, πού κατεβαίνεις;’, άλλαξε θέμα. Έριξε και μια ματιά στο σακάκι, μετά στα χέρια του, ήταν καθαρά, μετά στα μαντηλάκια, μετά πάλι στο σακάκι. Ζαλάδα.

‘Στην Κ.’, τού είπα και παρά λίγο να βάλω τα γέλια. Αν τον παρατηρούσε για ώρα κανείς μπορεί να την ψώνιζε.

‘Αλήθεια;’, είπε και έλαμψε το βλέμμα του. ‘Αυτός είναι ο τόπος μου’.

‘Θα κατέβουμε μαζί λοιπόν’, είπα.

‘Όχι, εγώ πάω ως το τέρμα της διαδρομής… επισκέπτομαι το γιο μου… σπουδάζει…’

Δεν θα άντεχα ένα γύρο ποταμιαίων πληροφοριών για τις σπουδές του γιου του, ήταν πάνω απ’τις δυνάμεις μου.

Κι άλλη ανακοίνωση με το απαραίτητο ηχητικό σήμα. Σερβιριζόταν το φαγητό.

‘Ίσα που προλαβαίνεις να φας. Σε κανένα μισάωρο είναι ο σταθμός σου’, είπε και χάιδεψε απαλά το σακάκι του με το πεντακάθαρο χέρι του. Τα μαντηλάκια στη θέση τους, όλα μια χαρά.

Κοίταξα αδιάφορα έξω από το παράθυρο. Έπιασε να βρέχει. Μέχρι να σκεφτώ τι γινόταν η βροχή έγινε μπόρα. Χαλάζι. Έπεφτε πάνω στα παράθυρα με κρότο λες και μας πετροβολούσαν.

‘Χαρακτηριστικό της περιοχής’, είπε ήσυχα ο Κεντρόπουλος. ‘Ο πατέρας μου έλεγε ότι γεννηθήκαμε σε μια γωνιά του πλανήτη όπου κάθε μέρα ζούμε όλες τις εποχές. Το πρωί παγωνιά, το μεσημέρι ζέστη, το απόγευμα ανεμοθύελλες… παράξενα πράγματα’.

Πήγε να πιάσει πάλι το σακάκι αλλά τον διέκοψε η κοπέλα που μπήκε στο βαγόνι με το τροχήλατο. Στο πάνω ράφι δυο μεγάλες κατσαρόλες. Στα κάτω ράφια πιάτα, κουβέρ κλπ. Ο κος Κεντρόπουλος έσπευσε να οργανωθεί. Άπλωσε ένα άλλο μαντήλι πάνω στα πόδια του, δεν πρόλαβα να δω από πού το έβγαλε, κι ένα άλλο σκέπασε τη γραβάτα του. Δεν ήθελα να σκεφτώ τι θα γινόταν αν λερωνόταν με κανένα λεκέ το πουκάμισο ή το παντελόνι του. Θα είχαμε δράματα στο τρένο.

Η κοπέλα εξυπηρέτησε τους μπροστινούς μας κι έπειτα ήρθε ως εμάς με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ήταν κοντούλα και νόστιμη. Μού θύμισε μια παλιά, τσαχπίνα ηθοποιό του ασπρόμαυρου Χόλιγουντ αλλά δεν θυμόμουν πια το όνομά της. Ο τμηματάρχης με το ολυμπιακό ρεκόρ των ψυχαναγκαστικών συνδρόμων επέλεξε το ψάρι. Εγώ το κοτόπουλο.

‘Είπες πως δεν θα φας’, μού είπε ενώ κοιτούσε προσεκτικά το πιάτο του πάνω στα πόδια του.

‘Ε, τελικά είπα να δοκιμάσω την κουζίνα της ταχείας’, απάντησα κοιτάζοντας κι εγώ το δικό μου πιάτο που είχα βάλει πάνω στο τραπεζάκι μου.

‘Γιατί δεν χρησιμοποιείς το τραπεζάκι;’, ρώτησα τον Κεντρόπουλο και απόρησα. Τι με ενδιέφερε άραγε μια τέτοια πληροφορία;

‘Χα! Καλή ερώτηση φίλε μου’, είπε σχεδόν με ενθουσιασμό ο τμηματάρχης του κάποτε. ‘Ο ασφαλέστερος τρόπος να πέσει όλο πάνω μου και να με δει ο γιος μου τα μεσάνυχτα σε μαύρο χάλι’.

Δεν φαντάστηκα ότι το άγχος του ήταν τι θα έλεγε ο νυσταγμένος γιος του κατά τη μία που θα έφτανε το τρένο στον τελικό προορισμό του. Αποφάσισα να απολαύσω το καλομαγειρεμένο, όπως αποδείχθηκε κοτόπουλο και για λίγη ώρα έπεσε σιωπή στο βαγόνι. Όλοι έτρωγαν. Κάποια στιγμή γύρισα και κοίταξα τον Κεντρόπουλο. Το θέαμα ήταν συναρπαστικό. Από κλινικής άποψης τουλάχιστον. Κι άλλα μαντήλια είχαν ξεφυτρώσει από παντού και τον είχαν σκεπάσει ολόκληρο. Δεν είχε αφήσει χιλιοστό ακάλυπτο. Καθάριζε το ψάρι του με αργές, ήρεμες κινήσεις και έτρωγε λες και δοκίμαζε κάτι για λογαριασμό άλλου. Μήπως ήταν δηλητηριασμένο; Μήπως απειλούσε την υγεία του; Πεινούσε όμως. Και ήθελε δεν ήθελε θα έτρωγε.

Πέρασαν δέκα λεπτά ακόμα, η κοπέλα μάζεψε τα πιάτα, μας ρώτησε αν μείναμε ευχαριστημένοι και χαμογέλασε ζεστά.

‘Σταμάτησε η βροχή… να δεις που όταν θα βγεις στο σταθμό θα πατάς πάνω στο χαλάζι… αλλά θα είσαι στεγνός’, είπε ο τμηματάρχης που είχε ξαναβρεί την παλιά του χωροταξία. Τα περιττά μαντηλάκια είχαν κρυφτεί στις φωλιές τους, νέα υγρά μαντηλάκια μιας χρήσεως είχαν καθαρίσει ξανά και ξανά τα χέρια του, το σακάκι διπλωνόταν και ξαναδιπλωνόταν, ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.

Κοίταξα το ρολόι μου. Σε κανένα τέταρτο έφτανα στην Κ.

‘Και σε ποιο σπίτι θα μείνεις, αν επιτρέπεις την όντως αδιάκριτη ερώτηση;’, είπε ο Κεντρόπουλος και με κοίταξε με ειλικρινή αγωνία.

‘Είμαι καλεσμένος μιας οικογένειας… είναι μεγάλη ιστορία’, είπα έχοντας τη γεύση του κοτόπουλου στο στόμα μου. Ήθελα να καπνίσω σαν τρελός αλλά αποφάσισα να απολαύσω το πρώτο τσιγάρο στον ελεύθερο αέρα του σταθμού.

‘Ποιας οικογένειας;’, επέμεινε ο τμηματάρχης που κάποτε ήταν και αυτή τη φορά γύρισα και τον κάρφωσα με επιτιμητικό βλέμμα.

‘Με συγχωρείς, υπερέβην τα εσκαμμένα’, είπε και σήκωσε τις παλάμες του. Τι το ήθελε; Το βλέμμα του έπεσε στους αντίχειρες. Οι αντίχειρες ήταν ‘βρώμικοι’!

Δεν το πιστεύω, σκέφτηκα και χαμογέλασα κοιτώντας το παράθυρο ενώ με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τα υγρά μαντηλάκια να πιάνουν και πάλι δουλειά. Ο άνθρωπος αυτός βασανιζόταν.

‘Στο σπίτι του Μιχάλη Βάινα’, τού είπα τελικά. Δεν ξέρω το γιατί. Ίσως επειδή ήθελα να αποσπάσω κάποιες πληροφορίες για τον άνθρωπο που θα με φιλοξενούσε για το σαββατοκύριακο. Και την οικογένειά του. Ειδικά την Αντιγόνη, την κόρη του. Από εκείνη είχαν ξεκινήσει όλα.

Ήταν η πρώτη φορά που η αντίδραση του ευγλωττότατου συνταξιδιώτη μου ήταν η σιωπή. Μια παράξενη σιωπή όμως που μού έφερε νευρικότητα. Ήθελα να την σπάσω και να την διαλύσω αυτή τη σιωπή οπωσδήποτε. Και δεν είχα και πολύ χρόνο στη διάθεσή μου.

‘Παλαιός φίλος ο Μιχάλης… και η οικογένειά του’, αρκέστηκε να πει μονάχα ο πρώην τμηματάρχης του πρώην υπουργείου του. Όμως απέφευγε να με κοιτάξει και το χειρότερο, να με ρωτήσει περισσότερα. Τι δουλειά είχα εγώ με αυτούς, γιατί με είχαν καλέσει, πώς τον γνώρισα κλπ. Τίποτα, ησυχία. Ούτε καν με τα μαντηλάκια του δεν θέλησε να παίξει. Λες να τού είχα θεραπεύσει και τους ψυχαναγκασμούς του;

‘Για να πω την αλήθεια δεν έχω γνωρίσει κανέναν τους’, αποφάσισα να ρίξω εγώ πλέον το δόλωμα. ‘Μέσω της Αντιγόνης έγινε η επαφή’, είπα και τότε για πρώτη φορά τον είδα να γυρνά ανήσυχος το κεφάλι του προς εμένα και να με κοιτάζει με όλο το σκοτεινό σύννεφο που θα μπορούσε να σκεπάσει τα μάτια του. Είχα χτυπήσει κάποια ευαίσθητη χορδή;

‘Η οικογένεια αυτή βίωσε κάποτε μια μεγάλη τραγωδία’, είπε τελικά και στύλωσα τ’αυτιά μου. Πλησίασα περισσότερο μάλιστα, κάθισα στο διπλανό μου άδειο κάθισμα για να μην αναγκάζεται να μιλά δυνατά.

‘Τραγωδία;’

‘Ναι… η Αντιγόνη είναι η μικρότερη κόρη. Υπάρχει ακόμα η Ευμενία. Τρία χρόνια μεγαλύτερη και πρεσβυγενής… αλλά υπήρχε κι ένα ακόμα παιδί… ‘, συμπλήρωσε και έστρεψε το βλέμμα του προς το ένα μαντηλάκι. Όχι, όχι, δεν είχα σκοπό να τον ‘χάσω’ τώρα που μπαίναμε στο ζουμί. Μια χαρά ήταν τα μαντηλάκια του, εγώ είχα αρχίσει να ταρακουνιέμαι.

‘Τι έγινε με αυτό το παιδί;’, τον ρώτησα αμέσως.

‘Σκοτώθηκε… έτσι μάθαμε… κανείς δεν ξέρει πως… δηλαδή ξέρουμε ότι έπεσε από την στέγη του σπιτιού τους και… ήταν μονάχα οκτώ ή εννιά… ο Ερρίκος. Η λατρεία της μητέρας και το καμάρι του πατέρα του…’, αναστέναξε ο τμηματάρχης και πήρε στα χέρια του το σακάκι του. Το χάιδεψε απαλά και το άφησε άθυμα ξανά στη θέση του.

‘Πότε έγινε αυτό;’, συνέχισα την ανάκριση σκύβοντας και το κεφάλι μου προς το μέρος του.

‘Πριν αρκετά χρόνια… δέκα ίσως… όλοι βυθίστηκαν στο πένθος… φοβερές στιγμές… αδύνατον να περιγραφούν φίλε μου…’

Έμεινα συνοφρυωμένος και σιωπηλός. Όπως συμβαίνει με όλους στην παρουσία του θανάτου. Έστω και μέσω μιας αφήγησης.

‘Δεν είχα ιδέα για όλα τούτα’, είπα τελικά και αποφάσισα να ξαναγυρίσω στη θέση μου. Το τρένο σε λίγο θα έπιανε το σταθμό μου.

‘Δεν ξέρω πως σε ανακάλυψε η μικρή’, είπε ξαφνικά ο Κεντρόπουλος και άκουσα τη φωνή του διαφορετική, σα να ανήκε σε κάποιον άλλο. Ανατρίχιασα. ‘Όμως θα σού έλεγα να προσέχεις… και να μην μείνεις καιρό σε αυτό το σπίτι… και τώρα κάνε πως δεν τις άκουσες ποτέ αυτές τις φράσεις που ξεστόμισα’, είπε και αποφάσισε να ριχτεί με πάθος στα διπλώματα και ξεδιπλώματα. Επίσης ένα νέο υγρό μαντηλάκι έκανε την εμφάνισή του και νέοι χειρουργικοί καθαρισμοί στα χέρια, στο πρόσωπο, στο λαιμό.

Προηγήθηκε η ανακοίνωση κι έπειτα σηκώθηκα από τη θέση μου.

‘Χάρηκα για τη γνωριμία’, είπα στον τμηματάρχη που μού πρότεινε χαμογελαστός το χέρι του. Του το έσφιξα με θέρμη. Περίμενα πως θα ανταλλάσσαμε αριθμούς τηλεφώνου αλλά δεν το κάναμε. Μείναμε σιωπηλοί και όταν σταμάτησε η αμαξοστοιχία βγήκα στην πλατφόρμα. Στάθηκα για λίγο να απολαύσω το βραδινό αεράκι που ερχόταν από τα ανατολικά. Ήμουν ο μόνος που έμεινε όταν το τρένο αναχώρησε ξανά. Το όλο σκηνικό μού θύμισε κάποιες ωραίες παλιές ταινίες του Σέρτζιο Λεόνε με τους παλιούς μεθοριακούς σταθμούς της Άγριας Δύσης όπου περιπολούν πιστολάδες ‘ντρίφτερς’ με μακριές καπαρντίνες και οι σταθμάρχες είναι γραφικά ανθρωπάκια που χειρίζονται τον τηλέγραφο μουρμουρίζοντας.

Άναψα τσιγάρο και σχεδόν ναρκώθηκα από την ηδύτητα της νικοτίνης. Οι σκέψεις μου όμως δεν με άφηναν στιγμή. Αποφάσισα να καθίσω στο μοναχικό παγκάκι του σταθμού για λίγα λεπτά πριν τηλεφωνήσω στον Βάινα. Κάποια στιγμή μού πέρασε από το νου να μην το κάνω. Μπορούσα να φύγω, να το σκάσω. Θα έβρισκα μια καλή δικαιολογία. Ήμουν άρρωστος, ξαφνικές υποχρεώσεις… κάτι θα σκάρωνα.

Δεν μού δόθηκε η πολυτέλεια ούτε να εξετάσω το ενδεχόμενο. Άκουσα την κόρνα ενός αυτοκινήτου. Βγήκα από το παλαιό κτήριο του σταθμαρχείου και είδα δυο φωτεινές δέσμες να με σημαδεύουν. Εδώ είχαμε μια σκηνή από παλιό αμερικάνικο φιλμ-νουάρ. Ο μοναχικός ταξιδιώτης που φθάνει στον ακριτικό σταθμό μιας άγνωστης πόλης στη μέση του πουθενά και τον υποδέχεται… το πουθενά το ίδιο.

Πλησίασα το αυτοκίνητο. Έμπαινα στο χορό, έπρεπε να χορέψω.

 

(σχεδόν όλη) Η οικογένεια Βάινα

Μ

ια BMW της σειράς 7, πολυτελέστατη, ‘επιθετική’ και εντελώς ασύμβατη με τον οδηγό και κάτοχό της. Τα λίγα που γνώριζα για κείνον από την Αντιγόνη ήταν πως ασχολείτο με οικοδομές και πως ήταν γύρω στα 50. Τα υπόλοιπα ‘φώναζαν’ από μόνα τους. Ο Μιχάλης Βάινας ήταν ο τύπος εκείνος του νοικοκυραίου της ανερχόμενης μεσαίας τάξης που κατάφερε να πλουτίσει μέσα από την εργασία του αλλά περισσότερο την ένταξή του σε διάφορους χώρους και ομάδες, την απόκτηση και χρησιμοποίηση φίλων σε καίριες θέσεις και την περίφημη ‘ευελιξία’ του ‘ικανού και έξυπνου’ που αποτελεί μοντέλο και πρότυπο του καπιταλισμού από τις απαρχές της γέννησής του. Ήταν ένας άνθρωπος βραχύσωμος. παχουλός, ροδοκόκκινος, ντυμένος παράξενα, κακαίσθητα αλλά στο όριο, με μικρά μάτια και έξυπνο, αεικίνητο βλέμμα που σε ‘έκοβε και σε έραβε’ μέσα σε δευτερόλεπτα.

‘Καλώς τον. Πέρασε!’, άκουσα τη φωνή του με μια χαρακτηριστική προφορά. Η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να βολευτώ μέσα στην μαυλιστική πολυτέλεια του γερμανικού τετράτροχου θωρηκτού. Τα κρεμ δερμάτινα καθίσματα σε αγκάλιαζαν με έναν τρόπο που μπορούσε να σε αποχαυνώσει. Ο Βάινας μού άπλωσε το χέρι του με τα δάχτυλα-λουκάνικα. Τού το έσφιξα δυνατά.

‘Είχες καλό ταξίδι; Χαλάζι κι αυτό ε;’, είπε.

‘Ενδιαφέρον ταξίδι. Παραγωγικό θα έλεγα’

Ο κοντόχοντρος άντρας με κοίταξε με ένα εξεταστικό βλέμμα προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει μάλλον τη λέξη ‘παραγωγικό’. Τελικά μού χαμογέλασε κάπως πονηρά. Ίσως να συνέδεσε τη λέξη με κάποια ενδιαφέρουσα γνωριμία με εκπρόσωπο του άλλου φύλου.

Με το δεξί στρουμπουλό του χεράκι άγγιξε έναν μοχλό και το πανάκριβο απόκτημά του, αθόρυβα και υπέροχα κύλησε πάνω στο χωματόδρομο και έστριψε αρχοντικά για να βγει λίγο αργότερα στον επαρχιακό δρόμο που διέσχιζε την μικρή πόλη.

‘Μάς περιμένουν, Η γυναίκα μου έχει μαγειρέψει. Από το πρωί ασχολείται. Την έβαλε βλέπεις η μικρή στη… δουλειά. Να σ’ευχαριστήσει’

Ο Βάινας είχε περάσει κι αυτός ομαλά και ήρεμα στον ενικό όπως το θαύμα της τεχνολογίας και της πολυτέλειας που οδηγούσε γλιστρούσε πάνω στο ελεεινό οδόστρωμα της επαρχιακής οδού. Φαινόταν κάπως αστείος έτσι στριμωγμένος στο κάθισμά του. Έμοιαζε σαν τον οδηγό του πλούσιου αφεντικού που ‘δανείστηκε’ την λιμουζίνα και απολαμβάνει την παράνομη βόλτα του.

‘Έχεις ξανάρθει στα μέρη μας;’, ρώτησε κάποια στιγμή.

‘Όχι, πρώτη φορά’, απάντησα ήρεμα. Οι προβολείς της ΜπεΕμΒε έσχιζαν το πυκνό σκοτάδι και έδιναν μια παράλογη υπόσταση στα σκοτεινά αντικείμενα μπροστά μας. Δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος από τη μηχανή αυτού του τέρατος. Κάτι σαν φύσημα μονάχα όταν η ροπή αυξομειωνόταν. Ο Βάινας ήταν καλός οδηγός. Θα μπορούσες να κοιμηθείς μακαρίως ως τον προορισμό σου και να το απολαύσεις.

«Δεν λέει και τίποτα σπουδαίο η πόλη μας. Αλλά δεν θέλουμε την Αθήνα. Κάποτε η Μαρία, η γυναίκα μου, με είχε ‘φάει’ να φύγουμε και να πιάσουμε ένα διαμέρισμα στην Κηφισιά, κοντά σε μια ξαδέλφη της. Με είχε πρήξει σου λέω. Ήθελε Κηφισιά σώνει και καλά. Ωραία είναι βέβαια η Κηφισιά, συμφωνείς Αντρέα;»

Συμφώνησα κουνώντας το κεφάλι μου και κοιτάζοντας τα χαμηλά, άσχημα σπίτια που προσπερνούσαμε, τους λερωμένους μαντρότοιχους, τις παράνομες κατασκευές, τα παρκαρισμένα αγροτικά σε όλες τις πιθανές γωνίες, κάποια σκελετωμένα σκυλιά που περπατούσαν νωχελικά στο πουθενά.

‘Την κατάφερα και το ξέχασε. Πήρα το κτήμα, χτίσαμε και το σπίτι… ωραία δεν περνάμε εδώ;, της είπα, τι τη θέλεις την Αθήνα; Για σκοτούρα; Καλά δεν της είπα Αντρέα;’

Ξανακούνησα το κεφάλι μου και ενεργοποίησα όλο τον… εφοπλισμό σε υπομονή και κουράγιο που διέθετα. Πρώτα ο τμηματάρχης με τα μαντηλάκια του, ύστερα ο Βάινας με τις ανόητες ερωτήσεις του. Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη. Παρηγορήθηκα με τη σκέψη ότι σύντομα θα γνώριζα την Αντιγόνη. Για χάρη της είχα κουβαληθεί ως εδώ.

Όλα είχαν ξεκινήσει πριν από περίπου δυο χρόνια. Στην αρχή κάποιος ‘ανώνυμος’ άφηνε ενδιαφέροντα σχόλια, ενίοτε και προκλητικά αλλά ποτέ χυδαία σε κείμενά μου στις αναρτήσεις του λογοτεχνικού ιστολογίου μου. Σύντομα ο ανώνυμος έπαψε να είναι ανώνυμος και αποκαλύφθηκε η Αντιγόνη. Το πικάντικο και δηκτικό της χιούμορ μού κέντρισε την προσοχή. Όπως και το ότι δεν έχανε ανάρτηση που να μην τη σχολιάσει. Μετά από λίγους μήνες η Αντιγόνη εμφανίστηκε και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Το πρώτο της μήνυμα ήταν μικρό αλλά χαρακτηριστικό.

«Καλησπέρα Μετάρσιε Λόγε… Μού κρατάς συντροφιά, με παιδεύεις, με μαθαίνεις, με εκνευρίζεις, με τεντώνεις και μερικές φορές με θυμώνεις κιόλας…»

Αρχίσαμε να επικοινωνούμε.

Καθώς το βίτσιο μου είναι οι ‘επιθετικοί’ άνθρωποι που έχουν όμως περιεχόμενο και βάθος, έβρισκα την επικοινωνία με την Αντιγόνη γόνιμη, αν μη τι άλλο ουδέποτε πληκτική και επίπεδη. Η Αντιγόνη ήξερε να κρατά τις ισορροπίες του διαλόγου. Δεν απλωνόταν ποτέ περισσότερο απ’όσο άντεχε, δεν με προκαλούσε σε ζητήματα που ήξερε πως ήταν ‘ανοχύρωτη’ και συχνά πυκνά επιστράτευε το ιδιότυπο χιούμορ της για να εκτονώσει μια ας πούμε ‘φορτισμένη’ ατμόσφαιρα. Κάποια στιγμή μού αποκάλυψε πως ήταν 22 ετών και μού έστειλε μια φωτογραφία της. Φαινόταν μονάχα το κεφάλι της και οι ώμοι της. Έγερνε λίγο αριστερά, λίγο βαριόταν, λίγο χλεύαζε τον φωτογράφο –η αδελφή της μάλλον. Χωρίς να διαθέτει κάποιο ιδιαίτερα εντυπωσιακό ή έντονο χαρακτηριστικό, ήταν χαριτωμένη, αρμονική και γλυκιά. Στο όριο όμως. Εκείνο που ίσως ξεχώριζε κάπως ήταν το βλέμμα της. Μέσα από τη φωτογραφία αυτή δεν μπορούσα να το αξιολογήσω ικανοποιητικά, το ένιωσα όμως διαπεραστικό και θα έλεγα, με μια έννοια, ερεθιστικό. Καθώς πιστεύω πως το πλέον σεξουαλικό στοιχείο σε έναν άνθρωπο είναι το βλέμμα του, μετά η φωνή του κι έπειτα οι σωματικές του αναλογίες ή το όποιο φετίχ έχει ο καθένας, το βλέμμα της εντυπώθηκε μέσα μου. Για έναν περίεργο, ανεξήγητο λόγο με ενοχλούσε, με αναστάτωνε, ήταν σα να μού μιλούσε.

Πέρασαν αρκετοί μήνες πυκνής επικοινωνίας όταν αποφάσισα να κάνω έναν ελιγμό ‘απόκρυψης-παραλλαγής’. Ο λόγος ήταν πως ένιωθα αυτή την ενόχληση να γίνεται ή να προσπαθεί να γίνει κάτι άλλο. Κατελάμβανε ή διεκδικούσε ζωτικό χώρο μέσα μου και αυτό με αποσυντόνιζε. Έπιασα τον εαυτό μου σχεδόν να ‘απολογείται’ κάθε φορά που αναρτούσα κάτι λες και οι αναρτήσεις πλέον αφορούσαν αποκλειστικά εκείνη. Ένιωθα πλέον άβολα με την επικοινωνία μας και ιδιαίτερα όταν εκείνη άρχισε να περνάει σε πιο προσωπικά, πιο ιδιαίτερα ζητήματα. Αισθανόμουν ότι η Αντιγόνη δυσφορούσε μέσα στο οικογενειακό της περιβάλλον και αναζητούσε κάποιον ή κάτι για να ‘γραπωθεί’ ψυχολογικά, να ‘διασωθεί’. Κι αυτό με έφερνε σιγά σιγά σε μια παράξενη θέση, σα να είχα ‘χριστεί’ ξαφνικά εγώ ο πνευματικός της Μεσσίας, ένας ψυχολογικός της παραστάτης, ένας δάσκαλος και μαζί ένας ενδιάμεσος μεταξύ εκείνης και της μοναχικής ζωής της. Κι αυτό δεν μπορούσα να το εξηγήσω γιατί η Αντιγόνη δεν ήταν ένα τυχαίο κορίτσι. Ένιωθα μια σκοτεινή άλω να την περιβάλλει, κάτι βαθύτερο και δυσερμήνευτο ακόμη και δυσοίωνο κι έτσι άρχισα να υποχωρώ και να αραιώνω την επικοινωνία μας. Όταν μάλιστα το προηγούμενο καλοκαίρι έφτασα στο σημείο να μην της γράφω σχεδόν καθόλου, η αντίδρασή της αρχικά περιελάμβανε βίαια ξεσπάσματα, οργή και αυτολύπηση. Με κατέταξε στους ‘προδότες’ και ‘συνωμότες’ της ζωής της, τους ανθρώπους που αφού πέρασαν ένα διάστημα ‘παίζοντας’ μαζί της, στο τέλος την πέταξαν σε μια γωνιά, την εγκατέλειψαν. Το φορτίο ήταν πολύ βαρύ και παράλογο και με στρίμωξε στα σχοινιά του εαυτού μου. Είχα μπλέξει σε μια ‘σχέση’ που δεν την ξεκίνησα ούτε την τροφοδότησα με αυτό το νοσηρό υλικό. Υπήρχε ένα υπόβαθρο έρωτα ή σεξουαλικών φαντασιώσεων που καραδοκούσε στη γωνιά και δεν τόλμησα ούτε διανοήθηκα ποτέ να προσεγγίσω ή να ενθαρρύνω. Αν το έκανα ίσως τα πράγματα να ήταν χειρότερα. Όμως είχα εμπλακεί σε αυτό το λαβύρινθο και η Αντιγόνη ένιωθε πως έψαχνα τη διέξοδο μακριά της, στο ημίφως της επίγνωσής της. Ίσως να είχε δίκιο. Ήθελα βέβαια να απομακρυνθώ αλλά δεν ήθελα να την πληγώσω.

Για κάμποσο διάστημα έπαψε εντελώς η επικοινωνία μας. Εξαφανίστηκε από το ιστολόγιο, δεν λάμβανα μέιλ της για καιρό. Και τότε, γύρω στα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ξανά περνώντας σε ένα καινούργιο ‘γήπεδο’. Μού εξομολογήθηκε πως είχε σκεφτεί πολύ σοβαρά τη ‘σχέση’ μας και πως τα κείμενά μου και ο στοχασμός μου την είχαν επηρεάσει βαθιά. Είχε μιλήσει στους δικούς της για μένα και είχαν αποφασίσει οικογενειακώς να με γνωρίσουν. Μού πρότεινε να με φιλοξενήσει για όλες τις ημέρες των εορτών. Ευγενικά της το αρνήθηκα. Η νέα προοπτική με τρόμαξε. Η δυαδική μας σχέση περνούσε σε έναν άλλο στίβο και δεν ήξερα τι να υποθέσω. Όμως από την άλλη η μετοχή και των άλλων σε αυτή τη σχέση με εξασφάλιζε και με ‘κατοχύρωνε’ απέναντί της. Θα ήμουν πλέον απλά ο πνευματικός της συνοδοιπόρος, καμιά διολίσθηση προς άλλες ατραπούς. Ήταν μια λύση αυτό όμως δεν ήμουν έτοιμος.

Όλους αυτούς τους μήνες της επικοινωνίας μας, είχαμε αποφύγει την τηλεφωνική επαφή. Δεν την είχα ενθαρρύνει εγώ αλλά δεν είχε επιμείνει κι εκείνη. Αυτό άλλαξε. Μετά τις γιορτές, μού τηλεφώνησε αρκετές φορές, αρχίσαμε να συνομιλούμε. Μού μετέφερε την επιθυμία των γονιών της, ιδιαίτερα της μητέρας της που επίσης μελετούσε τα κείμενά μου, να με φιλοξενήσουν επιτέλους για ένα σαββατοκύριακο στο μεγάλο και άνετο σπίτι τους. ‘Δεν δαγκώνουμε ανθρώπους Αντρέα, γιατί είσαι τόσο αρνητικός;’, μού είπε κάποια μέρα η Αντιγόνη κι ένιωθα στη φωνή της έναν υπόρρητο λυγμό. Δεν θέλω να κρυφτώ, η φωνή της ακουγόταν στ’αυτιά μου ιδιαίτερα ερεθιστική, η φωνή μιας γυναίκας όχι ενός κοριτσιού. Και οι επικοινωνίες μας ‘σερφάριζαν’ πάνω στα κύματα του φλερτ με τέτοια δεξιότητα που το όλο ζήτημα είχε αρχίσει να γίνεται τυραννικό και σωματικά και ψυχικά για μένα. Ένιωσα κάποια στιγμή πως αν εξακολουθούσα να ‘κρύβομαι’ το πράγμα θα γινόταν απλώς χειρότερο. Συσσωρευόταν ενέργεια ανάμεσά μας, χρειαζόταν εκτόνωση. Η βαλβίδα ήταν αυτό το σαββατοκύριακο. Μια πιθανή απομάγευση θα έλυνε από μόνη της το πρόβλημα. Θα ξαναβρίσκαμε όλοι τις ισορροπίες μας, θα μαζευόμασταν στις φωλιές μας. Έτσι, συμφώνησα γι αυτό το τελευταίο σαββατοκύριακο του Μάρτη. Και είχα πάρει Παρασκευή βράδυ το τρένο από την Αθήνα με χίλια δυο αλληλοαντικρουόμενα συναισθήματα. Κυριαρχούσε πάντως η ένταση. Η Αντιγόνη είχε καταφέρει τελικά αυτό που διεκδικούσε από την αρχή. Κατελάμβανε ζωτικό χώρο μέσα μου.

Τώρα, καθώς έκανα τούτη την ανασκόπηση, καθισμένος στην πολυτελή θέση του συνοδηγού, δίπλα στον πατέρα της που οδηγούσε ήρεμα και σιωπηλά, αναρωτιόμουν για δυο βασικά πράγματα. Το πρώτο, πώς να ήταν άραγε από κοντά το βλέμμα αυτής της κοπέλας; Το δεύτερο, γιατί ποτέ της δεν μου ανέφερε για το τραγικό συμβάν με τον αδελφό της;

Υπήρχε κι ένα τρίτο. Καθώς τα σκεφτόμουν όλ’αυτά, είχα μέσα μου τη φωνή της και συνέλαβα τον εαυτό μου να την επιθυμεί σαρκικά. Καθαρά σαρκικά όμως, πέρα από οποιαδήποτε άλλη συνάφεια. Κι αυτό είχε επιτείνει την έντασή μου.

‘Να’μαστε… φτάσαμε…’, άκουσα τον πατέρα Βάινα να λέει και οι προβολείς της ΜπεΕμΒε έπεσαν σε έναν ψηλό μαντρότοιχο και μια μεγάλη, διπλή καγκελόπορτα. Ο Βάινας έβγαλε ένα τηλεχειριστήριο και το αριστερό του χέρι έξω από το παράθυρο. Σε λίγο τα δυο φύλλα άνοιξαν και το γερμανικό θωρηκτό των δρόμων κύλησε αργά αργά και τεμπέλικα στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βάινα.

Η πρώτη μου σκέψη βλέποντας το σπίτι ήταν πως το χρήμα κάνει καλά τη δουλειά του βέβαια αλλά χρειάζεται και αισθητική. Η αρχιτεκτονική της βίλας αυτής ταίριαζε απόλυτα σε έναν αρμονικό, ελληνικό συνδυασμό. Ο νεοπλουτισμός μαζί με την επαρχιώτικη παράδοση της μη-πρόκλησης. Εδώ είχε σίγουρα συμβάλλει η σύζυγος του Βάινα, ήμουν βέβαιος.

Όταν βγήκα από το αυτοκίνητο με χτύπησε ο ψυχρός αέρας της νύχτας και με υποδέχθηκε ένα άγριο γάβγισμα κάπου στα δεξιά μου.

‘Βίλι, σιωπή!’

Ο Βίλι ήταν ένα θηριώδες βελγικό λυκόσκυλο, κατάμαυρο και απολύτως τρομακτικό. Ήταν δεμένο έξω από το μεγάλο του σκυλόσπιτο σε αρκετή απόσταση όμως μού μετέφερε ένα ρίγος. Ο Βάινας το πλησίασε και το μεγαλόσωμο σκυλί γρύλλισε. Τούτος ο ήχος και η λάμψη των ματιών του μέσα στη νύχτα θα μπορούσε να καθηλώσει τον οποιονδήποτε. Η κεντρική βεράντα του σπιτιού ήταν λουσμένη στο φως και μετά από δευτερόλεπτα είδα την εξώπορτα να ανοίγει και μια γυναικεία φιγούρα να βγαίνει.

‘Καλώς τους. Έλα Μιχάλη, άσε το Βίλι, έχει ψύχρα, ελάτε μέσα…’

Ο Βάινας αγαπούσε προφανώς παθολογικά το σκύλο του και ένιωσα πως αυτός τον είχε επιβάλλει στην οικογένεια ενάντια στα συναισθήματα της συζύγου του. Το σκυλί έπαιξε λίγο με το αφεντικό του κι έπειτα ο Βάινας ήρθε κοντά μου και με συνόδεψε ως την είσοδο του σπιτιού. Εκεί μας περίμενε όρθια και χαμογελαστή η Μαρία.

‘Καλώς ήρθατε κε Αντρέα’, είπε και μου άπλωσε το χέρι της.

‘Καλησπέρα σας’, είπα κρατώντας την παλάμη της και χαμογελώντας. Η  ομοιότητα με την Αντιγόνη δεν περνούσε απαρατήρητη.

Η Μαρία ήταν σχεδόν συνομήλικη με τον άντρα της. Ψιλόλιγνη, αριστοκρατική, με τους μορφωμένους, λεπτούς, ήρεμους τρόπους της ‘καλής κοινωνίας’ της επαρχίας. Χαμογελούσε εγκάρδια και τιμούσε την πατροπαράδοτη φιλοξενία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

‘Ελάτε, περάστε… ελπίζω να είχατε όμορφο ταξίδι’

 Άκουσα την βαριά εξώπορτα να κλείνει πίσω μου και προχώρησα στο εσωτερικού του σπιτιού. Η οικοδέσποινα με συνόδευσε στο ολοφώτεινο, μεγάλο σαλόνι που έμοιαζε γιορτινό, λες και επρόκειτο να υποδεχθεί δεκάδες καλεσμένους για μια εντυπωσιακή δεξίωση. Αναρωτήθηκα αν όντως είχε ετοιμαστεί κάτι τέτοιο χωρίς να το γνωρίζω.

‘Δώστε μου το σακάκι σας και καθίστε όπου θέλετε…’, είπε η γυναίκα και αφού έβγαλα τη ταμπακιέρα μου με τα στριφτά τσιγάρα, της παρέδωσα το σακάκι μου και την τσάντα μου.

‘Εγώ πάω να κάνω ένα τηλεφώνημα κι έρχομαι αμέσως’, μού είπε με απολογητικό τόνο ο κύρης του σπιτιού και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο.

Διάλεξα μια γωνιά στον μεγάλο γωνιακό καναπέ ακριβώς δίπλα στο καφασωτό παράθυρο με την μεγάλη αψίδα που έπιανε ουσιαστικά έναν ολόκληρο τοίχο ανάμεσα σε δυο κολώνες. Παρατήρησα εν τάχει την αρχιτεκτονική και την επίπλωση. Ο χώρος ήταν πολύ μεγάλος αλλά όχι πνιγμένος. Στο πρώτο επίπεδο βρισκόταν ο μεγάλος καναπές με τις πολυθρόνες και ένα μακρύ, χαμηλό τραπέζι. Στην απέναντι γωνία, δεξιά, ένα τζάκι με πάγκους και μαξιλάρια γύρω του ενώ αριστερά μου μια βαριά γεμάτη βιβλιοθήκη που είχε και κάθετα στοιχεία. Σε ένα από τα ράφια μια εντυπωσιακή μοντέρνα επίπεδη τηλεόραση. Στο δεύτερο επίπεδο, στην απέναντι πλευρά, λίγο ανυψωμένη, η τραπεζαρία. Όρθια φωτιστικά σε επιλεγμένα σημεία και φυτά εσωτερικών χώρων. Πίνακες ζωγραφικής προσεχτικά διαλεγμένοι σε συγκριμένα σημεία με διάφορα θέματα και γήινα, ζεστά χρώματα. Από εδώ που καθόμουν είχα οπτική πρόσβαση και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό του σπιτιού. Νομίζω πως είχα διαλέξει το ωραιότερο σημείο. Μπορούσε να χαλαρώσει και να διαβάσει ένα βιβλίο κάποιος σε αυτό τον καναπέ ή να αφεθεί να χαζεύει τον κήπο. Ήμουν βέβαιος πως και η Αντιγόνη θα απολάμβανε τις ανέσεις αυτού του χώρου και προσπάθησα να την φανταστώ στη θέση μου με ένα ανοιγμένο βιβλίο στα πόδια της κάποιο κυριακάτικο απόγευμα και μια κούπα ζεστή σοκολάτα.

‘Σας άφησα μόνο, να με συγχωρείτε’, άκουσα τη φωνή της οικοδέσποινας και την είδα να με πλησιάζει από τον διάδρομο με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι. Πήρε από κάπου ένα σουβέρ και το άφησε πάνω στο τραπεζάκι δίπλα μου.

‘Έτσι, να σας ζεστάνω πριν το φαγητό’, μού είπε και κάθισε δίπλα μου.

‘Ευχαριστώ’, είπα και καλοδέχθηκα το κρασί.

‘Μπορείτε και να καπνίσετε’, μού είπε και σηκώθηκε για να μού φέρει από κάποιο άλλο τραπεζάκι ένα περίτεχνης διακόσμησης τασάκι.

‘Να είστε καλά’, είπα και είχα αρχίσει να χαλαρώνω κιόλας. Μαζί είχα και την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά την κα Βάινα και μητέρα της Αντιγόνης. Είχε διαλέξει να φορέσει ένα σκούρο απλό ημι-επίσημο φόρεμα που της πήγαινε πολύ. Ήταν όμορφη γυναίκα η Μαρία. Μακριά, λεπτά χέρια, ψηλά πόδια και λευκό δέρμα. Τα μάτια της είχαν μια ήρεμη μελαγχολία, μια γλυκιά θλίψη που έκαναν τις εκφράσεις της ακόμα και όταν χαμογελούσε πολύ αριστοκρατικές. Οι κινήσεις της έμοιαζαν όλες φυσιολογικές, απέριττες, η φωνή της ξεκούραστη, σχεδόν υπνωτιστική, ψιθύριζε περισσότερο παρά μιλούσε. Και τα ελληνικά της προσεγμένα και ανεπιτήδευτα. Η βαριά προφορά του συζύγου της είχε εξαφανιστεί από τη δική της ομιλία.

‘Εσείς λοιπόν είστε ο περίφημος Μετάρσιος Λόγος., είπε και χαμογέλασε. Τής ανταπέδωσα το χαμόγελο.

‘Τα κορίτσια θα κάνουν την εμφάνισή τους όπου νάναι. Η Ευμενία είναι ακόμη σε ένα μάθημά της. Παραδίδει μαθήματα χορού ξέρετε’, μού είπε και δεν απόρησα καθόλου. Αν οι κόρες είχαν κληρονομήσει το ‘σκαρί’ της μάνας τότε είχαν σίγουρα προικιστεί κατάλληλα για υψηλές χορευτικές επιδόσεις.

‘Η Αντιγόνη;’, ρώτησα και είδα το πρόσωπο της μητέρας να φωτίζεται. Η φωνή της είχε έναν συνωμοτικό τόνο.

‘Είναι πάνω. Στο δωμάτιό της. Θα κατέβουμε μαζί σε λίγο’, μού απάντησε και αυτό το ‘μαζί’ με διαπέρασε. Δεν πρόλαβα να το αναλύσω όμως. Ο Μιχάλης Βάινας έκανε την ορμητική είσοδό του. Είχε αλλάξει ρούχα. Σε αντίθεση με την σύζυγό του είχε διαλέξει μια γυαλιστερή ολόσωμη, μαύρη αθλητική φόρμα με λευκές ρίγες και αθλητικά παπούτσια. Το βλέμμα της συζύγου του καρφώθηκε σαν ακτίνα λέιζερ πάνω του.

‘Μιχάλη γιατί ντύθηκες έτσι;’, την άκουσα να τον επιπλήττει.

‘Τα βράδια, τα έχουμε πει, δεν μπορώ τα παντελόνια και τα σκαρπίνια… δεν παρεξηγεί ο Αντρέας, έτσι δεν είναι;’

Είχα γίνει κιόλας μάρτυρας μιας άβολης οικογενειακής ‘σκηνής’ της οικογένειας Βάινα ακόμα δεν είχα μπει καλά καλά στο σπίτι τους. Πήγα να πω κάτι αλλά η οικοδέσποινα με πρόλαβε.

‘Δεν είναι σωστό. Απλά αυτό έχω να σού πω. Δεν είναι σωστό!’

Το τελευταίο ‘σωστό’ από τα δυο ακούστηκε δυνατότερο και με τις συλλαβές του χτυπητές. Ένιωσα ένα ρίγος και αποφάσισα να πιω σχεδόν όλο το κρασάκι μου.

Την αμηχανία έσπασε το γάβγισμα του Βίλι απ’έξω. Γύρισα το κεφάλι μου και είδα μια άλλη ψιλόλιγνη κοπέλα να τον πλησιάζει και να τον χαϊδεύει στη μουσούδα του. Το άπλετο φως της βεράντας διευκόλυνε τη λεπτομερή παρακολούθηση. Αυτή ήταν η Ευμενία, το δίχως άλλο αν και από μακριά θα μπορούσε κάποιος να την μπερδέψει με τη μητέρα της.

Ο Βίλι γρύλισε με ηδύτητα από τις περιποιήσεις της κοπέλας και έπειτα από λίγο είδα την Ευμενία να τον αποχωρίζεται και να πλησιάζει δεξιά την εξώπορτα. Σηκώθηκα από τη θέση μου για να την υποδεχθώ μαζί με τους γονείς της. Στο μυαλό μου είχε ‘κολλήσει’ η Αντιγόνη και αυτό το ‘μαζί’ της μητέρας της.

Τι συνέβαινε με τη μικρή θυγατέρα του ζεύγους Βάινα;

 

Άλιεν

Μ

ε είχαν τοποθετήσει στην κεφαλή του τραπεζιού. Η οικογένεια Βάινα δεν μου επιδαψίλευε απλώς τιμές επιτίμου καλεσμένου αλλά με αναγόρευε και οιωνεί αρχηγό της βραδινής ευωχίας!

Κοίταξα για μια στιγμή το ωραίο έπιπλο-ρολόι κούκο απέναντι. Κόντευε δέκα. Ύστερα έριξα μια ματιά στον καθένα τους. Δεξιά μου είχα τον ‘φυσικό’ αρχηγό, την κεφαλή, τον Μιχάλη Βάινα που κολυμπούσε μέσα στην φουσκωμένη του αθλητική φόρμα. Απέναντί του και αριστερά μου η ‘πραγματική’ αρχηγός, η σύζυγός του, η Μαρία που είχε αρχίσει να κυριεύεται από νευρικότητα. Το βλέμμα της έπεφτε δολοφονικό πάνω στο σύζυγό της καταδικάζοντας τη γελοία περιβολή του αλλά δεν ήταν νευρική γι αυτό. Ακριβώς δίπλα της καθόταν η Ευμενία. Έχοντας μάνα και κόρη σε ένα βολικό κάδρο μπορούσα να διακρίνω τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Η 25χρονη Ευμενία έμοιαζε με αντίγραφο της μητέρας. Οι γωνίες του προσώπου, το βλέμμα, τα μακριά μέλη, ακόμα και οι κινήσεις, η στάση του σώματος. Νόμιζες πως έβλεπες ταινία επιστημονικής φαντασίας για τα αποτελέσματα της κλωνοποίησης. Κι έπειτα γυρνούσες το βλέμμα στον πατέρα. Τι δουλειά είχε αυτός ο μικρόσωμος, παχουλός τύπος στο τραπέζι; Ίσως να ήταν ένας ακόμα επισκέπτης, ένας ξένος, κάποιος που διατάρασσε την αρμονία του οίκου.

‘Πέρασε η ώρα. Πάω να τη φέρω’, είπε η μητέρα ακούγοντας τον κούκο να σημαίνει την δεκάτη βραδινή.

‘Να πάω εγώ;’, την κοίταξε η κόρη.

‘Όχι βέβαια’, απάντησε κοφτά η μητέρα.

Όχι βέβαια!

Το τραπέζι ήταν στρωμένο. Υπήρχαν σερβίτσια για όλους. Για πέντε άτομα. Ήταν ίσως τα καλά σερβίτσια, οι ακριβές πορσελάνες, έτσι υπέθεσα. Στη μέση τρεις μεγάλες σαλατιέρες με τρεις διαφορετικές σαλάτες. Ακόμη υπήρχαν δυο καλάθια με διαφορετικά είδη ψωμιού, μικρά πιάτα με κομμένα τυριά και διάφορα άλλα ορεκτικά. Με το ζόρι κρατιόταν ο πατέρας. Η δική του νευρικότητα οφειλόταν στην πείνα. Έπρεπε να ομολογήσω πως πεινούσα κι εγώ. Και το φαγητό δεν είχε καν σερβιριστεί ακόμα. Πόσα ‘πιάτα’ να είχε ετοιμάσει η σχολαστική νοικοκυρά του σπιτιού;

Η μητέρα αποχώρησε αθόρυβα. Την απουσία της φρόντισε να καλύψει αμέσως η Ευμενία. Με κοίταξε χαμογελώντας ευγενικά.

‘Το ιστολόγιό σου αποτελεί θέμα καθημερινής σχεδόν συζήτησης ξέρεις Αντρέα’, είπε παίρνοντας μια φτενή φετούλα μαύρο ψωμί και κόβοντάς την σε μικρά κομματάκια. Σε αντίθεση με τη μητέρα της, εκείνη είχε περάσει κατευθείαν στον ενικό.

‘Αλήθεια;’, την ρώτησα απορημένος.

‘Μα βέβαια… ειδικά τα Σάββατα… διαβάζουμε όλοι μαζί και πέφτει μελέτη’, παρενέβη δυναμικά ο πατέρας που άρπαξε ξεθαρρημένος μια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι κασέρι κι άρχισε να μασουλάει. Ένιωθα το αριστερό του πόδι να παίζει νευρικά κάτω απ’το τραπέζι. Η Ευμενία τον κοίταξε με αποδοκιμασία αλλά και με ανοχή. Δεν είχε άδικο να λιμοκτονεί ο άνθρωπος τέτοια ώρα.

‘Πραγματικά’, επαλήθευσε η κοπέλα. ‘Τα Σάββατα μάς βάζει τεστ η Αντιγόνη. Και μάς βαθμολογεί. Κανονικά!’, είπε και τσιμπολόγησε σαν πουλάκι ένα κομματάκι ψωμί.

‘Δηλαδή;’, είπα και βρήκα την ευκαιρία να πάρω λίγο μπλε τυρί, το αγαπημένο μου και μια φέτα ψωμί. Ο Βάινας με διευκόλυνε.

‘Το τελετουργικό έχει ως εξής’, άρχισε να αναλύει η Ευμενία. ‘Πρώτα καθόμαστε στις θέσεις μας όλοι, στο σαλόνι. Ύστερα η Αντιγόνη μάς διαβάζει μια ανάρτησή σας που έχει εκτυπώσει μέσα στην εβδομάδα. Κι έπειτα αρχίζει η συζήτηση. Παράγραφο παράγραφο… φράση φράση!’

Γύρισα και κοίταξα τον πατέρα που μασούλαγε σαν υπερφυσικό κουνέλι μέσα σε φόρμα Αντίντας. Κούνησε το κεφάλι του συμφωνώντας με την κόρη του.

‘Μα, αυτό είναι… υπερβολή’, είπα και συνοφρυώθηκα. Έπειτα άκουσα θορύβους. Κάτι που κυλούσε, ρόδες, τροχοί πάνω σε πλακάκια. Κάποιοι ψίθυροι, γυναικείοι. Μάνα και κόρη έρχονταν.

Πρώτη έκανε την εμφάνισή της η Αντιγόνη. Αυτό που αντίκρισα με αιφνιδίασε. Ήμουν προετοιμασμένος για αρκετά, όχι όμως γι αυτό. Η Αντιγόνη ήταν καθισμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο. Πίσω της η μητέρα της που την ‘τακτοποίησε’ ακριβώς απέναντί μου, στο τραπέζι κι έπειτα ήρθε και κάθισε ξανά στη θέση της, δίπλα μου.

Μπορεί το σοκ αυτής της απρόσμενης εξέλιξης να με είχε κυριεύσει αλλά δεν με καθήλωσε. Σηκώθηκα και έκανα το γύρο του τραπεζιού. Πλησίασα την Αντιγόνη που με κοιτούσε εξεταστικά και της πρότεινα το χέρι μου.

‘Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω Αντιγόνη’, της είπα και διαπίστωσα πως είχα ένα κόμπο στο λαιμό μου. ‘Σ’ευχαριστώ για την πρόσκληση’, συμπλήρωσα.

Σήκωσε το δεξί, λεπτό της χέρι και το έβαλε μέσα στην παλάμη μου. Της το κράτησα για λίγο κι έπειτα γύρισα ξανά στη θέση μου χωρίς να παίρνω τα μάτια μου από πάνω της ούτε εκείνη από τα δικά μου.

‘Πάμε να φέρουμε και τα τρία’, είπε ξαφνικά η μητέρα και μαζί με την Ευμενία σηκώθηκαν και με κινήσεις μπαλέτου σχεδόν χάθηκαν αθόρυβα στο εσωτερικό του σπιτιού.

‘Δόξα σοι ο Θεός’, αναφώνησε ο πατέρας και δεν μπόρεσα να μην χαμογελάσω.

Η Αντιγόνη δεν είχε πει ακόμα τίποτε. Ένιωθα το βλέμμα της όμως να με ακολουθεί στην παραμικρή μου κίνηση. Το ένιωθα σαν μικροσκοπικό ζώο που έχει κρεμαστεί απ’το μέτωπό μου και θέλει να γίνει ένα με μένα. Κάτι σαν τον Άλιεν στην περίφημη ταινία. Ένας ξενιστής που αναζητά φιλόξενο υποδοχέα.

Είναι πολύ πιο όμορφη απ’όσο νόμιζα…

Αυτή ήταν η πρώτη φράση που πέρασε σαν ‘σούπερ’, όπως τα λένε στην τηλεοπτική γλώσσα τα γραπτά μηνύματα στο κάτω μέρος της οθόνης. Κι αυτό αναβόσβηνε κιόλας. Δεν ήταν όμως μονάχα πολύ πιο όμορφη. Το βλέμμα της, που τόσο με είχε διαπεράσει μέσα από τη φωτογραφία που μού είχε στείλει, είχε μεγαλύτερο βάθος… και κάτι άλλο… κάτι απροσδιόριστο που μού έφερνε ρίγη στην πλάτη… και έντονο ερεθισμό ανάμεσα στα πόδια μου.

‘Εδώ είμαστε… επιτέλους θα φάμε!’

Οι μεθυστικές μυρωδιές προηγήθηκαν κι έπειτα οι δυο γυναίκες εισήλθαν στην τραπεζαρία με τρεις μεγάλες πιατέλες που τις τακτοποίησαν προσεκτικά στο κέντρο του τραπεζιού. Στη μεγαλύτερη αναπαύονταν δυο τεράστια γεμιστά ρολά… το ένα χοιρινό και το άλλο μοσχάρι. Ολόγυρά τους πλήθος από πατάτες φούρνου. Στην δεύτερη υπήρχαν παϊδάκια και στην τελευταία αρνί της σούβλας. Ο Βάινας δίπλα μου, στα όρια λιποθυμίας δεν άντεξε και άδειασε τη μισή σχεδόν πιατέλα με το αρνί στο πιάτο του.

‘Μιχάλη!’, τον επέπληξε η σύζυγός του όμως εκείνος δεν άκουγε πια. Και δεν μπορούσε να τον αδικήσει κανείς.

‘Θα σας βάλω απ’όλα. Και πρώτα σαλάτες. Επιτρέψτε μου να σας σερβίρω’, είπε η οικοδέσποινα χαμογελαστή και πήρε το πιάτο μου στα χέρια της. Όταν μού το επέστρεψε υπήρχε φαγητό για μισό λόχο φαντάρων. Και δεν μπορούσα ούτ’εγώ να κρατηθώ άλλο.

‘Καλώς μας ήρθες λοιπόν Αντρέα και καλή μας όρεξη’, είπε η Μαρία και σήκωσε το ποτήρι της. Ο Βάινας είχε ήδη γεμίσει όλων τα ποτήρια με το ίδιο κόκκινο ξηρό οίνο που είχα δοκιμάσει νωρίτερα.

‘Καλώς σάς βρήκα’, αποκρίθηκα στην πρόποση και σήκωσα και το δικό μου ποτήρι. Το βλέμμα μου έπεσε στην Αντιγόνη. Το πιάτο της ήταν γεμάτο όμως δεν το κοιτούσε. Κοιτούσε εμένα. Δεν χαμογελούσε ούτε αντιδρούσε. Ένιωσα τον άλιεν να χώνεται όχι μέσα στα σωθικά μου όπως στην ταινία αλλά στο κεφάλι μου. Ανατρίχιασα. Όμως πεινούσα υπερβολικά για να σταθώ σε αναλύσεις. Μιμήθηκα τον οικοκύρη δίπλα μου και επιτέθηκα κι εγώ με όρεξη στα υπέροχα εδέσματα μπροστά μου.

‘Αντιγόνη μου… δεν θα φας;’, ρώτησε η Μαρία ύστερα από λίγα λεπτά κι ενώ όλοι μας είχαμε επιδοθεί σε ένα διαγωνισμό κατανάλωσης ζωικής ύλης, θαυμάσια μαγειρεμένης.

Η απάντησή της με πάγωσε.

‘Δείχνεις μεγαλύτερος απ’όσο πίστευα’.

Για ένα ή δυο δευτερόλεπτα όλες οι μασέλες ακινητοποιήθηκαν, τα πιρούνια και τα μαχαίρια σίγησαν και τα βλέμματα διασταυρώθηκαν. Κοίταξα με τη σειρά όλους τους. Οι δυο γυναίκες αριστερά μου είχαν στυλώσει το βλέμμα τους στο πιάτο τους. Ο Βάινας μού έκανε ένα νεύμα που μεταφραζόταν ‘μη δίνεις σημασία, τρώγε!’.

Ύστερα κοίταξα την Αντιγόνη. Για πρώτη φορά την είδα να χαμογελά. Όμως δεν ήταν ένα καλόκαρδο, φιλόξενο χαμόγελο. Ήταν ειρωνικό και περιπαικτικό. Νέα ραχιαία ρίγη.

‘Αντιγόνη!’, άκουσα την μητέρα να λέει και συνεχίσαμε να τρώμε έστω και με μικρότερες ταχύτητες. Εξαιρέσει του πατέρα βέβαια που έμοιαζε να κολυμπάει στη δική του θάλασσα των ηδονών.

‘Εσύ δείχνεις πιο όμορφη απ’όσο πίστευα’, αποφάσισα τελικά να περάσω στην ‘αντεπίθεση’ και η ατάκα μου φάνηκε να ικανοποιεί τη μητέρα.

‘Και πιο… ακίνητη, ε;’, συνέχισε το πινγκ-πονγκ η Αντιγόνη.

Τις ήξερα αυτές τις καταστάσεις. Τις είχα ζήσει και στο παρελθόν. Σκληρές, φραστικές επιθέσεις που θέλουν να δοκιμάσουν, να ‘μετρήσουν’, να ζυγιάσουν… αξίζει άραγε τίποτε αυτός ο τύπος ή δεν είναι για πολλά πολλά; Επιθέσεις πικρόχολες, σαρκαστικές, δηλητηριώδεις. Πόλεμος πριν τον πόλεμο… για να δούμε, έχει κότσια κι ετοιμότητα να με βάλει στη θέση μου ο μάγκας ή θα τον ξαπλώσω στο ρινγκ και θα τον βγάλω νοκ-άουτ από τον πρώτο γύρο;

Κι εδώ δεν ήμασταν καν στον πρώτο γύρο.

‘Είσαι σε φόρμα βλέπω’, απάντησα, αγνοώντας προς στιγμήν ότι ήμουν σε ένα ξένο σπίτι και μάλιστα επίτιμος καλεσμένος. Ξέχασα πως ήμασταν στο τραπέζι του δείπνου, ξέχασα ότι ήμουν ανάμεσα στον οικοδεσπότη και την οικοδέσποινα, τα ξέχασα όλα. Η Αντιγόνη ήθελε να με ‘τεντώσει’ για να δει αν σπάω… αυτό που έκανε συχνά πυκνά στα μέιλ της και στα σχόλιά της… και αφού το ήθελε θα το είχε.

‘Στη φωτογραφία που μού έστειλες δεν φαινόταν το αμαξίδιο’, απάντησα και εισέπραξα ένα γουρλωμένο βλέμμα από τη μητέρα κι ένα χαμόγελο από την Ευμενία. Ο πατέρας ετοιμαζόταν για τον επόμενο γύρο κραιπάλης και μάς αγνοούσε επιδεικτικά.

‘Αν φαινόταν θα ερχόσουν; Ή θα το έβαζες στα πόδια και δεν θα μού ξανάγραφες ποτέ;’

‘Ε, αρκετά!’, φώναξε η μητέρα και χτύπησε το πιρούνι της δυνατά στο πιάτο. Η Ευμενία απολάμβανε προφανώς τη σκηνή γιατί συνέχισε να τρώει κοιτάζοντας πότε εμένα και πότε την αδελφή της.

‘Αν το αμαξίδιο φαινόταν απλώς δεν θα έθετες σήμερα το ζήτημα της ακινησίας. Δηλαδή του αν εξακολουθώ να σε αποδέχομαι… ή μήπως δεν είναι αυτό το θέμα;’, είπα και αποφάσισα να συνδυάσω με… ΒαÀνιον σοφία το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Φαγητό και διασκέδαση λοιπόν.

Νέο βλέμμα απορίας από τη μητέρα προς εμένα. Όχι το ίδιο αυστηρό όμως, όχι αποδοκιμαστικό.

‘Δεν είμαι ακίνητη εκατό τοις εκατό’, απάντησε η Αντιγόνη με σπασμένη φωνή. Το πιάτο της παρέμενε ανέγγιχτο. Το βλέμμα της είχε σκληρύνει.

‘Τι συμβαίνει εδώ; Τι υποδοχή είναι αυτή παιδί μου;’, πέρασε στην επίθεση τώρα η μητέρα νιώθοντας το λυγμό της μικρής της κόρης. Ήταν όμως ο θυμός της και όχι η συγκίνηση που γεννούσε αυτό το λυγμό και η Μαρία το ήξερε. Προφανώς το είχε βιώσει κι άλλες φορές στο παρελθόν.

‘Τότε γιατί προβάλλεις πάνω μου το ποσοστό σου που είναι; Δυο χρόνια τώρα δεν στάθηκε εμπόδιο αυτό στην επικοινωνία μας’

Η Αντιγόνη με κοίταξε με σουφρωμένα τα φρύδια. Στο πρόσωπό της απλώθηκε σιγά σιγά ένα δειλό χαμόγελο. Πήρε το πιρούνι της κι άρχισε να τρώει. Ξαφνικά η ένταση φάνηκε να υποχωρεί και η ατμόσφαιρα γέμισε ξανά από οξυγόνο. Κοίταξα τον Βάινα. Μού έκανε τρώγοντας πάλι ένα νόημα σα να έλεγε ‘είδες πού σού είπα; Τρώγε και μη δίνεις σημασία… κρυώνει το αρνάκι’.

 

Στην παράταση

Υ

πάρχουν λίγα πράγματα που εξακολουθούν ακόμη να εκφεύγουν της επιστημονικής διαλεύκανσης. Το τι ακριβώς εξυπηρετούσαν οι μεγάλες πυραμίδες της Αιγύπτου, για παράδειγμα. Ή τι απέγιναν τα πλοία που εξαφανίστηκαν στο περίφημο Τρίγωνο των Βερμούδων. Η εμπειρία της βραδιάς αυτής προσέθεσε ένα ακόμη στη δική μου λίστα. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να χωρέσει τόση ποσότητα φαγητού χωρίς να λιποθυμήσει. Βέβαια ο Μιχάλης Βάινας μπορεί να μην είχε λιποθυμήσει ακριβώς όμως βρισκόταν σε μια κατάσταση επικοινωνιακής αδράνειας. Όλο του το αίμα θα πρέπει να είχε φύγει από το εγκέφαλο προς το στομάχι πασχίζοντας να διεκπεραιώσει την πέψη και ο οργανισμός είχε χτυπήσει συναγερμό. Τον κοιτούσα ξαπλωμένο στην καρέκλα του, με τα πόδια ανοιχτά και το πρόσωπό του πρησμένο και προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν θα έβγαζε τη νύχτα. Πάντως λύθηκε κι ένα ακόμη μυστήριο, ήσσονος σημασίας. Το γιατί είχε φορέσει την αθλητική του φόρμα. Καμιά ζώνη και κανένα κουμπί δεν θα μπορούσε να αντέξει αυτή τη νύχτα της υπερφαγικής κραιπάλης. ΒαÀνιος σοφία σε όλο της το μεγαλείο.

‘Γιατί δεν ανεβαίνεις να ξαπλώσεις;’, τον ρώτησε αφού τον κοίταξε με βλέμμα αποδοκιμασίας η Μαρία. ‘Ο Αντρέας δεν θα παρεξηγήσει’, είπε και με κοίταξε με νόημα.

‘Φυσικά!’, έσπευσα να πω αλλά η απάντηση του οικοδεσπότη με άφησε άλαλο.

‘Δεν θα σερβίρεις παγωτό;’

Η Ευμενία είχε σηκώσει με τη βοήθεια της μητέρας της το τραπέζι και στην προσπάθειά μου να τις βοηθήσω με είχαν ‘καθίσει’ στην καρέκλα μου χωρίς δεύτερη συζήτηση.

Όταν ήρθαν τα επιβλητικά μπολ με το παγωτό (βανίλια και σοκολάτα), ως εκ θαύματος ο ημιθανής Βάινας συνήλθε, έλαβε ξανά θέση στην αφετηρία, άρπαξε στα παχυλά του χέρια το ποτήρι του και άρχισε να καταβροχθίζει το περιεχόμενό του. Τον είχα σχεδόν αγαπήσει αυτόν τον άνθρωπο.

Η Αντιγόνη είχε αρνηθεί να φάει οτιδήποτε πέρα από το λιτό της δείπνο. Εξακολουθούσε όλη τη βραδιά να με καρφώνει με το βλέμμα της, να με ‘σκανάρει’, να με ζυγίζει. Το απολάμβανε προφανώς.

Έπιασα κι εγώ το δικό μου ποτήρι κι άρχισα να τρώω το εύγευστο και δροσερό παγωτό όταν η Αντιγόνη αποφάσισε να περάσει το ματς στην… παράταση. Κι ό,τι νόμιζα πως είχαμε αποχωρήσει με ισοπαλία από το γήπεδο… για τη συγκεκριμένη νύχτα τουλάχιστον.

‘Νομίζω πως στο τελευταίο σου κείμενο… της προηγούμενης Δευτέρας στο Μετάρσιο Λόγο… νομίζω πως κάνεις ένα πολύ μεγάλο λάθος’, είπε και αυτομάτως τα μακριά κουτάλια σταμάτησαν στα ανοιχτά στόματα. Ακόμα και του Μιχάλη.

‘Ξέρεις τι παρατήρησα απόψε Αντιγόνη;’, απάντησα ακαριαία σχεδόν κάνοντας έναν ελιγμό υπερκέρασης… κάτι σαν την ‘τανάλια’ που άνοιξε ο Μιλτάδης στους αιφνιδιασμένους Πέρσες στον Μαραθώνα. Κανείς δεν περίμενε να μιλήσω έτσι και με κοίταξαν όλοι. Έχει πάντα ενδιαφέρον άλλωστε να τρως το παγωτό σου και να απολαμβάνεις και μια ωραία ταινία δράσης.

‘Τι;’, με ρώτησε αγριεμένη σχεδόν που είχα αγνοήσει το ερώτημά της.

‘Ότι δεν είπες ούτε μια φορά το όνομά μου’, της είπα και η παρατήρησή μου έκανε την μητέρα να κουνήσει το κεφάλι σα να έλεγε ‘μωρέ μπράβο, καλή ντρίπλα αυτή’.

‘Αυτή η παρατήρηση θα ταίριαζε σε ένα ναρκισσιστή’, απάντησε με ετοιμότητα η μικρή αλλά δεν είχε ιδέα με ποιον είχε να κάνει. Τώρα που είχα εξοικειωθεί με τον αγωνιστικό χώρο και είχα καταναλώσει τόσες χιλιάδες θερμίδων, δεν με σταματούσε τίποτα. Άλλωστε ένιωθα ότι είχα το ελεύθερο και από τους πρεσβύτερους της συντροφιάς. Ένα βλέμμα του Μιχάλη ήταν σα να μού έλεγε ‘βρε δως της να καταλάβει!’.

‘Το δεδομένο παραμένει όμως’, ανταπάντησα.

‘Ήθελες ν’ακούσεις το όνομά σου από μένα απόψε;’, με ρώτησε και ένιωσα τη φωνή της να τρέμει σχεδόν.

‘Δεν θα καταλήξουμε πουθενά αν απαντούμε ο ένας στον άλλο με ερωτήσεις Αντιγόνη’, είπα τονίζοντας το όνομά της.

Οι θεατές κοιτούσαν μια εμένα και μια εκείνη όπως ακριβώς τους παίκτες μιας παρτίδας τένις.

‘Εντάξει Αντρέα. Και ποια είναι η εξήγηση που δίνεις σ’αυτό;’, με ρώτησε τονίζοντας κι αυτή το όνομά μου μιμούμενη τη φωνή μου. Ο Βάινας έβγαλε έναν παράξενο ήχο.

‘Η εξήγηση είναι απλή. Και ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα και την… πολεμική προετοιμασία που κάνεις εδώ και αρκετό καιρό για τούτη τη συνάντηση’, τής απάντησα.

‘Μμμ…’, αναφώνησε η Ευμενία και παρότι είχε τελειώσει το παγωτό της δεν το κουνούσε ρούπι από τις κερκίδες.

‘Και ποια είναι η εξήγηση λοιπόν;’, ρώτησε εκείνη και αισθάνθηκα το βλέμμα όλων στο σβέρκο μου.

‘Θα μιλήσω ανοιχτά. Όπως κάνεις κι εσύ. Έστω κι αν είμαι φιλοξενούμενος’

‘Και βέβαια να μιλήσεις ανοιχτά Αντρέα’, είπε η μικρή και τόνισε και πάλι το όνομά μου.

‘Είσαι θυμωμένη μαζί μου… είσαι ακόμη θυμωμένη από το καλοκαίρι που διακόψαμε την επικοινωνία μας… που διέκοψα εγώ δηλαδή την επικοινωνία μας για λόγους που δεν έχουν τώρα σημασία, τέτοια ώρα, σχεδόν μεσάνυχτα και μάλιστα μετά από ένα τέτοιο δείπνο…’

Ένας βόγγος ακολούθησε τη λέξη ‘δείπνο’ από την πλευρά του Βάινα. Από τις δυο γυναίκες αριστερά μου σιγή. Ένιωθα σχεδόν την ένταση στο πρόσωπο της Αντιγόνης. Τα σφιγμένα δόντια της, τα μαζεμένα της χείλια. Ένιωθα επίσης τον ανδρισμό μου να δυσφορεί μέσα στο παντελόνι μου.

‘Ο βαθύτερος λόγος της πρόσκλησης αυτό το σαββατοκύριακο δεν ήταν άλλος από ένα… ξεκαθάρισμα λογαριασμών… ανάμεσά μας… και βέβαια δεν επρόκειτο να εκφέρεις το όνομά μου πριν αισθανθείς πως έχεις καταγάγει μια περηφανή νίκη… αυτό ήθελες να νιώσεις… να με δεις γονατισμένο εμπρός σου, νικημένο, παραδομένο… τότε θα ψέλλιζες με άφατη ηδύτητα το όνομά μου… με οίκτο ίσως… αυτό που θα άξιζα να μού δωρίσεις δηλαδή!’

Έπαψα να μιλώ καθώς αισθάνθηκα πως είχα πει ήδη πολλά και σε ακατάλληλη ώρα. Δεν μιλούσε κανείς. Μπορούσα σχεδόν να ακούσω το σφυροκόπημα του αίματος στις αρτηρίες όλων εκεί μέσα. Ένταση που μπορούσες να την κόψεις φέτες.

‘Θέλω ν’ αναπαυτώ’, είπε τελικά η Αντιγόνη μετά από κάποια δευτερόλεπτα που είχαν κυλήσει αργά και τυραννικά.

‘Ναι, κι εγώ’, συμφώνησε ο πατέρας και αποφάσισε μετά από ώρες να σηκώσει το σώμα του από την καρέκλα.

‘Νομίζω πως είναι ώρα για όλους να αναπαυτούμε’, είπε η Μαρία και σηκώθηκε για να βοηθήσει την Αντιγόνη.

‘Καληνύχτα’, είπε εκείνη και έπειτα συμπλήρωσε κοιτάζοντάς με. ‘Είμαι χαρούμενη που ήρθες’.

‘Ευμενία, συνόδεψε τον Αντρέα στο δωμάτιό του. Καληνύχτα’, είπε και η μητέρα και μαζί με την μικρή της κόρη βγήκαν από την τραπεζαρία. Σηκώθηκα από τη θέση μου και για πρώτη φορά αισθάνθηκα το επιπρόσθετο βάρος της κρεατοκατανάλωσης που είχε προηγηθεί.

‘Πάω κι εγώ. Καληνύχτα φίλε μου’, είπε ο πατέρας και με χτύπησε ελαφρά στον ώμο.

‘Καληνύχτα’, είπα και ακολούθησα την Ευμενία που ήδη είχε προπορευτεί και με περίμενε.

Το δωμάτιο του ξενώνα ήταν επιπλωμένο απλά και λειτουργικά και δεν του έλειπε τίποτα.

‘Μήπως θέλεις να σού φέρω κάτι για τη χώνεψη;’, με ρώτησε ευγενικά η κοπέλα λίγο πριν αποχωρήσει και με αφήσει μόνο.

‘Όχι, σ’ευχαριστώ’, της απάντησα και σκέφτηκα πως το είχα παρακάνει αλλά δεν θα είχα σοβαρό πρόβλημα να κοιμηθώ.

Η Ευμενία μού έριξε ένα γλυκό βλέμμα, με καληνύχτισε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ξάπλωσα στο κρεβάτι ολόγυμνος και παλεύοντας να αγνοήσω τον ερεθισμό μου. Τι ημέρα ξημέρωνε άραγε; Έτσι όπως είχαμε ξεκινήσει με την Αντιγόνη φοβόμουν μήπως όλο τούτο κατέληγε σε ένα μεγαλοπρεπές φιάσκο. Ο νους μου δεν είχε δυνάμεις να το επεξεργαστεί και αποφάσισα να εμπιστευτώ το ασυνείδητο γι αυτό το έργο.

Δεν ξέρω γιατί αλλά ήρθε στο νου μου η μορφή του Κεντρόπουλου στο τρένο… και κείνα τα λόγια του… να προσέχεις… και να μην μείνεις καιρό σε αυτό το σπίτι… Τι ήθελες να μού πεις γερο-τμηματάρχη και δεν το τόλμησες;

Έκλεισα τα μάτια και σχεδόν αμέσως αποκοιμήθηκα.

 

Διαχείριση κρίσης

Τ

ο πάπλωμα είχε πέσει βαρύ φαίνεται γιατί δεν θυμάμαι να σηκώθηκα ούτε μια φορά στη διάρκεια της νύχτας για τουαλέτα. Το ταξίδι, το κτηνώδες φαγοπότι και η ένταση της πρώτης επαφής με την ιδιότροπη φίλη μου με είχαν ρίξει σε λήθαργο. Δεν με ξύπνησε κανείς. Όταν κοίταξα το ρολόι τρόμαξα. Περασμένες δέκα!

Τράβηξα το λεπτό στρώμα μακριά και είδα να αιωρείται για λίγο ένα μικρό χαρτάκι. Το μάζεψα και το κοίταξα. Υπήρχε μια χειρόγραφη πρόσκληση: ‘Έλα στο δωμάτιό μου. Σε περιμένω’. Η Αντιγόνη το δίχως άλλο. Μπήκα στο μικρό λουτρό που διέθετε ο ξενώνας και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Γεράματα.

Πάνω στο τραπεζάκι μου υπήρχε μια κούπα με καφέ, δυο κρουασάν και ένα ποτήρι φυσικός χυμός πορτοκαλάδας. Τα χρειαζόμουν όλα, ένα ιδανικό πρωινό. Ντύθηκα με το πάσο μου και βγήκα από το δωμάτιο αναζητώντας κάποιον από την οικογένεια. Δεν υπήρχε άνθρωπος. Γύρισα όλο το σπίτι, ψυχή. Αποφάσισα να ανέβω στον επάνω όροφο και να βρω το δωμάτιο της Αντιγόνης.

Ανέβηκα την μεγάλη ξύλινη σκάλα και ακολούθησα τον διάδρομο. Υπήρχαν κλειστές πόρτες παντού. Εκτός από το τελευταίο δωμάτιο. Άκουσα τη φωνή της,

‘Εδώ είμαι Αντρέα, σε περιμένω… υπναρά!’

Διάβηκα το κατώφλι του δωματίου της διστακτικά και κοντοστάθηκα. Ήταν ξαπλωμένη κάτω από τα σκεπάσματά της. Κάτι διάβαζε. Μόλις με είδε έκλεισε το βιβλίο της και χτύπησε με την παλάμη της το στρώμα δίπλα της.

‘Έλα Αντρέα, έλα κάθισε δίπλα μου’.

Μια άλλη Αντιγόνη. Η χθεσινή δύστροπη σκύλα φαίνεται πως κοιμόταν ακόμα. Τη θέση της είχε πάρει η δίδυμη αδελφή της. Ή μάλλον το άλλο της εγώ. Ετούτη χαμογελούσε, ήταν εύθυμη, καλοσυνάτη. Την πλησίασα, κάθισα δίπλα της, παρατήρησα το ευρύχωρο, κοριτσίστικο δωμάτιό της με τα ροζ και τα λιλιά και τα χιλιάδες κουκλάκια παντού.

‘Το δωμάτιο της Χιονάτης είναι αυτό;’, τής είπα και ξαφνικά άρπαξε την παλάμη μου και την έκλεισε στις δικές της.

‘Καλέ μου Αντρέα… τι σού’μελλε να πάθεις!’, είπε και έσκασε στα γέλια. Ήταν ακόμη πιο όμορφη από χθες. Το φυσικό φως έλουζε το ωραίο της παραμυθένιο δωμάτιο και έδινε μια ψεύτικη αντανάκλαση στα ξανθά της μαλλιά. Τι είχε αλλάξει από χθες; Κανείς δεν ήξερε.

‘Είμαστε μόνοι στο σπίτι’, είπε και φίλησε απαλά το χέρι μου. ‘Έλα πιο κοντά μου λοιπόν, φοβάσαι;’

Μετακινήθηκα λίγο πιο κοντά της και την κοιτούσα επιφυλακτικά.

‘Που είναι οι δικοί σου;’

‘Τους έδιωξα. Τους είπα ότι θέλω να περάσω μερικές ώρες με τον πιο καλό μου φίλο και να τον αποζημιώσω για το εφιαλτικό βράδυ που πέρασε. Καλά δεν έκανα;’

‘Όχι’, της είπα κοφτά και απέσυρα το χέρι μου απ’τα δικά της. Αυτές οι απότομες μεταπτώσεις μού έδιναν στα νεύρα. Έδειχναν κακομαθημένους ανθρώπους και ελεεινούς χαρακτήρες.

‘Μην αντιδράς έτσι… σε παρακαλώ… θα σού ζητήσω συγνώμη… θα κάνω ό,τι θέλεις… μην μού κρατάς μούτρα τώρα… έκανα τόσο αγώνα να σε καταφέρω να έρθεις ως εδώ’

Είχε ντυθεί το κοριτσίστικο παραπονιάρικο ύφος τώρα και, πώς να το πω, ήταν ακόμα πιο σέξυ από χτες. Δεν ξεχνούσα βέβαια πως ήταν ένα ανάπηρο κορίτσι και δεν επρόκειτο ποτέ να εκμεταλλευτώ καμιά κατάσταση.

‘Γιατί έδιωξες τους γονείς και την αδελφή σου Αντιγόνη;’, είπα εκνευρισμένος και την κοίταξα σαν δάσκαλος που μαλώνει τον κακό μαθητή του.

‘Γιατί είσαι δικός μου και όχι δικός τους και δεν θέλω να σε μοιραστώ με κανέναν… ικανοποιήθηκες; Γι αυτό! Έχουμε μονάχα δυο μέρες και θέλω να εκμεταλλευτώ κάθε λεπτό… δυο χρόνια περίμενα γι αυτή τη στιγμή… ψέματα… τρία χρόνια!’

Την κοίταξα με σμιγμένα φρύδια.

‘Τι με κοιτάς έτσι; Σε διαβάζω πολύ πριν… απλά κάποια στιγμή αποφάσισα να σού γράψω κάποιο σχόλιο… θυμάσαι το πρώτο μου σχόλιο; Θυμάσαι ποιο κείμενο ήταν;’

‘Δεν θυμάμαι τίποτα Αντιγόνη’, είπα θυμωμένος και σηκώθηκα από το κρεβάτι της και έκανα μια βόλτα μέσα στο δωμάτιό της. Ξαφνικά αντιλήφθηκα ένα μαξιλάρι να περνάει ξυστά από δίπλα μου και να πέφτει στο πάτωμα. Έσκυψα και το μάζεψα. Τής το πήγα πίσω.

‘Δεν θέλω να είμαι μόνος στο σπίτι μαζί σου… δεν σε εμπιστεύομαι’, της είπα και κατάλαβα πως αυτό την πλήγωσε.

‘Γιατί φέρεσαι σαν μαλάκας ξαφνικά; Μού λες;’, μού πέταξε και δεν με πτόησε. Πήρα το κινητό της που ήταν πάνω στο κομοδίνο της και της το έδωσα.

‘Πάρε τους τηλέφωνο και πες τους να επιστρέψουν. Αλλιώς θα φύγω’

Την είδα να γουρλώνει τα μάτια της, να τεντώνει το σώμα της, να κοπανάει το στρώμα. Και την άκουσα να με βρίζει. Μού έσουρε ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Όμως δεν έδινα καμιά σημασία.

Άρπαξε το κινητό και το εκσφενδόνισε στον απέναντι τοίχο. Η συσκευή έσπασε και έγινε δυο κομμάτια.

‘Άντε γαμήσου κε ποιητά!’, μού πέταξε σα μεθυσμένο πορνίδιο και με έφτυσε. Σήκωσε το σώμα της όσο μπορούσε, τέντωσε το λαιμό της και με έφτυσε ξανά. Ύστερα τίναξε από πάνω της το λευκό πάπλωμά της. Ήταν ολόγυμνη.

Την κοίταξα για μια στιγμή και έπειτα έστρεψα το βλέμμα μου αλλού.

‘Ήταν λάθος μου από την αρχή που δέχθηκα αυτή την πρόσκληση’, τής είπα και περπάτησα προς το παράθυρο. Έβγαλα από την τσέπη μου την ταμπακέρα μου και άναψα ένα τσιγάρο.

‘Θέλω να καπνίσω κι εγώ!’, μού φώναξε.

‘Μού είχες γράψει κάποτε ότι δεν καπνίζεις’, της είπα ανοίγοντας ελαφρά το ένα φύλλο.

‘Ψέματα σού είχα γράψει. Ό,τι σού είχα γράψει ήταν ψέματα’, φώναξε σαν τρελαμένο παλιοκόριτσο που της αρνούνται ένα καπρίτσιο.

‘Εντάξει, δεν πειράζει’, είπα.

Άρχισε να κλαίει. Ήρθε στο νου μου πάλι ο Κεντρόπουλος. να προσέχεις… και να μην μείνεις καιρό σε αυτό το σπίτι… Κάτι ήξερε ο γερο- τμηματάρχης… έπρεπε να τον ακούσω και να μην πατήσω το πόδι μου σε αυτό το απομονωμένο γαμημένο τρελοκομείο.

Πέταξα τη γόπα έξω από το παράθυρο και έκλεισα το παραθυρόφυλλο. Γύρισα προς το κρεβάτι. Είδα την Αντιγόνη να έχει γυρίσει πλευρό και να έχει σκεπαστεί ξανά. Κάθισα δίπλα της και πήρα μια βαθιά ανάσα. Έπρεπε να κάνω διαχείριση κρίσης εδώ πέρα, δεν γινόταν αλλιώς.

‘Αντιγόνη… μπορούμε να μιλήσουμε ήρεμα και απλά;’, της είπα και δεν την είδα να αντιδρά. Είχε γυρίσει το κεφάλι της και είχε σηκώσει το πάπλωμα ως το λαιμό της.

‘Δεν είναι παιδιάστικη αυτή η συμπεριφορά; Εγώ τώρα τι πρέπει να κάνω; Να περιφέρομαι ασκόπως στο σπίτι σου περιμένοντας τους δικούς σου να επιστρέψουν; Ήρθα ως εδώ για σένα… το ξέρεις αυτό… ανταποκρίθηκα στην πρόσκλησή σου με κάποιο δισταγμό αλλά όχι εξαιτίας σου… δεν είμαι και τόσο εύκολος στις διαπροσωπικές σχέσεις… ήθελα να σε γνωρίσω… μού είχες κεντρίσει το ενδιαφέρον… από την αρχή…’

Γύρισε το πρόσωπό της προς εμένα. Κατέβασε το σκέπασμα. Την είδα δακρυσμένη.

‘Μπορείς να με βοηθήσεις να κάνω μπάνιο;’, μού είπε και με αιφνιδίασε για μια ακόμη φορά. Αυτό το πλάσμα είχε έμφυτη αυτή την ικανότητα.

‘Νόμιζα πως ήθελες να μιλήσουμε. Πως έδιωξες τους δικούς σου, παρότι διαφωνώ, για να μείνουμε μόνοι… ωραία… είμαστε μόνοι… ας μιλήσουμε… ας μιλήσουμε για όλα όσα θέλεις… για όλα… ανοιχτά και ξεκάθαρα…’

Μου άπλωσε το λεπτό της χέρι. Το κράτησα στο δικό μου. Η επαφή με αναστάτωσε ξανά.

‘Με νιώθεις καθόλου;’, ρώτησε με λυγμό στη φωνή της.

‘Νομίζω πως σε νιώθω εδώ και αρκετό καιρό… ίσως γι αυτό είναι όλα τόσο πολύπλοκα…’

‘Μη μου μιλάς σαν λογοτέχνης… μίλα μου σαν Αντρέας… σαν άντρας… με βρίσκεις αποκρουστική;’

Με το άλλο της χέρι κατέβασε ξανά το σκέπασμα αποκαλύπτοντας τα μικρά της στήθη. Η στιγμή ήταν γεμάτη ιδιαίτερη φόρτιση. Η σάρκα μου φλεγόταν. Ξαφνικά την ήθελα πολύ, παράλογα πολύ.

‘Σού αρέσει να διαλέγεις τις πιο σκληρές και δυνατές λέξεις…’

Λέξεις πέτρες… έτσι δεν τις λες σε ένα σου κείμενο;’

‘Θέλεις να με πετροβολήσεις;’

‘Θέλω να κάνουμε έρωτα…’

Ένιωσα την ανάσα μου να βγαίνει σαν αχνός από το στόμα μου. Η καρδιά μου χτυπούσε έντονα. Δεν περίμενα αυτή την κλιμάκωση από τόσο νωρίς. Κι όμως, έπρεπε. Δυο χρόνια τώρα στην ουσία αυτό εργαζόταν στα υπόγεια της επικοινωνίας μας.

Έμεινα σιωπηλός χωρίς να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της.

‘Νομίζεις πως είμαι ανάπηρη κι εκεί; Δεν είμαι… νιώθω τα πάντα… θέλεις να με αγγίξεις;’

Προσπάθησε να κατεβάσει το στρώμα χαμηλά και την εμπόδισα.

‘Τρέχεις… βιάζεσαι…’, της είπα και αμέσως συνειδητοποίησα την λαθεμένη επιλογή λέξεων…

‘Δεν θέλω να περιμένω άλλο για να ζήσω Αντρέα… κι αυτό που θέλω τώρα όσο τίποτε άλλο είναι να σε νιώσω κι εσένα… πάνω μου, μέσα μου… βγάλε τα ρούχα σου κι έλα δίπλα μου… ας μην κάνουμε έρωτα… απλά να σε νιώσω… το έχω ανάγκη…’

Ένιωθα τον καρπό μου κλειδωμένο στο γράπωμά της. Η ανάγκη αυτή είχε πάρει σάρκα και οστά και γινόταν θηρίο που πεινούσε.

‘Κάτι ανέφερες πριν για μπάνιο…’

‘Γδύσου και ξάπλωσε δίπλα μου’, με διέταξε σχεδόν.

‘Οι δικοί σου…’

‘Οι δικοί μου ξέρουν ότι είμαι ερωτευμένη μαζί σου από την πρώτη μέρα Αντρέα… μην μού πεις πως δεν το κατάλαβες… όλες αυτές οι βασιλικές περιποιήσεις, οι προετοιμασίες… πριν από το απόγευμα δεν θα επιστρέψει κανείς… βέβαια τώρα χωρίς το κινητό…’, συμπλήρωσε και ξαφνικά άρχισε να γελά. Να γελά δυνατά, να συσπάται από τα γέλια. ‘Θα παίρνουν και δεν θα απαντά κανείς… το μηχάνημα μόνο’, είπε και με παρέσυρε κι εμένα σε ένα ξέφρενο, τρελό γέλιο.

‘Θα γκαζώσει τη ΜπεΕμΒε ο πατέρας σου και θα έρθει σε χρόνο μηδέν’, είπα.

‘Θα μπουκάρει στο δωμάτιο και θα μάς βρει αγκαλιά’, είπε και απότομα το γέλιο της κατέπαυσε όπως ένας άνεμος που αφήνει τα πανιά ενός σκάφους κρεμασμένα στο πέλαγος.

Έσκυψα και της έδωσα ένα φιλί στα χείλη. Έκαιγαν. Το φιλί εκείνο ήταν το πρώτο μας. Άτεχνο, δειλό, παράξενο. Και ιερό μαζί. Άπλωσε τα δυο της χέρια και με τύλιξε μέσα στην αγκαλιά της. Αρχίσαμε να δαγκωνόμαστε, να παλεύουμε, να γελάμε και να κλαίμε μαζί.

‘Έλα… γδύσου… μην με κάνεις να σε παρακαλάω συνέχεια’, είπε και την υπάκουσα. Σε λίγο βρισκόμουν κι εγώ κάτω απ’τα σκεπάσματα, ολόγυμνος δίπλα της. Η αίσθηση ήταν μαγική, αλλόκοτη, μεθυστική.

‘Τι κάνουμε;’, τη ρώτησα σαν μαθητής που συνειδητοποιεί ότι στο πρώτο του ραντεβού δεν έχει ιδέα ποιος είναι και τι είναι δίπλα στο κορίτσι που ποθεί.

‘Κλέβουμε χρόνο από το θάνατο’, μού απάντησε λες και ήταν το φυσικότερο πράγμα του κόσμου.

Και άραγε δεν ήταν;

 

Κάθαρση

«Ε

κείνο το απόγευμα, πριν από περίπου τρία χρόνια, ήμασταν όλοι στην κουζίνα μαζεμένοι. Τέσσερις νεκροί γύρω από ένα τραπέζι. Κανείς δεν έτρωγε. Τα πιάτα μας ήταν γεμάτα από φαγητό και κανείς δεν έτρωγε. Η μάνα μου είχε αναφιλητό, η Ευμενία κοπάναγε το πιρούνι στο πιάτο, ο Μιχάλης είχε κλείσει το κεφάλι του μέσα στα χέρια του. Κι εγώ στο καρότσι μου. Την προηγούμενη νύχτα ήμουν έτοιμη να αυτοκτονήσω. Είχα μαζέψει τα χάπια και τα είχα στη χούφτα μου. Ήμουν αποφασισμένη να τα καταπιώ. Δεν ήθελα να ξημερώσει άλλη μια μέρα με νεκροταφεία και μνημόσυνα. Είχα και τη φωτογραφία τού Ερρίκου κάτω απ’το μαξιλάρι μου. Μιλούσα μαζί του, κάθε μέρα, πιο πολύ τις νύχτες. Τού μιλούσα και μού απαντούσε. Και όταν του είπα μια μέρα ότι θέλω να έρθω να τον ανταμώσω μού είπε να πιω όλα τα χάπια που έχω μαζέψει μονομιάς. Και σιγά σιγά τα συγκέντρωσα και τα είχα στη χούφτα μου. Εκείνη τη νύχτα άνοιξα το λάπτοπ για να μιλήσω με την καλύτερή μου φίλη. Είχα σκοπό να της το πω. Θα ήταν η μόνη που θα το γνώριζε. Και τότε ‘κατά λάθος’ έπεσα πάνω στο ιστολόγιό σου. Μετάρσιος Λόγος… δεν υπήρχε περίπτωση να διαβάσω ούτε γραμμή απ’όσα αράδιαζες… μού κίνησε όμως την περιέργεια η φωτογραφία σου… είχες ένα βλέμμα γεμάτο θράσος… με θύμωσε πολύ αυτό… επειδή θύμωσα αποφάσισα να διαβάσω πρώτα, να σου γράψω μια κατσάδα και μετά να πάρω τα χαπάκια… ο Ερρίκος περίμενε… δεν μπορούσα να τον προδώσω… αλλά δεν πείραζε να περιμένει λίγο ακόμα… και τότε άρχισα να διαβάζω… η μια ανάρτηση έφερε την άλλη… κείμενα, ποιήματα… έπαθα ντελίριο… για μένα τα έγραφες όλ’αυτά… δεν μπορούσα να το εξηγήσω… αν ήμουνα θρησκόληπτη σαν τη θειά μου την Μαργαρίτα θα έλεγα ότι ο Κύριος το είχε κανονίσει όλο αυτό… αλλά εγώ έλεγα ότι εσύ το είχες κανονίσει… δεν ήξερα πως… το είχες κανονίσει να με θυμώσεις και να παρατήσω το σχέδιό μου… άνοιξα τη χούφτα μου και άφησα τα χαπάκια στο σεντόνι… διάβαζα, διάβαζα… μια θύμωνα, μια γελούσα… κοιτούσα και το πρόσωπό σου… αυτό το χαμόγελο της ειρωνείας… ο μάγκας που τα ξέρει όλα, που τα έχει σκεφτεί όλα πριν από μας για μας… θα σε συντρίψω, έλεγα μέσα μου… πρώτα θα σε συντρίψω και μετά θα πεθάνω… θα σε γαμήσω, έτσι έλεγα… και μετά θα πεθάνω… όμως δεν έγινε τίποτε απ’αυτά… με πήρε ο ύπνος… ξημερώματα με ανοιχτό το λάπτοπ… οι δικοί μου δεν με ενόχλησαν… πήγαν στο νεκροταφείο και γύρισαν… έπειτα με κατεβάσανε για φαγητό… αλλά κανείς δεν έτρωγε… κι εγώ δεν σκεφτόμουν τον Ερρίκο… σκεφτόμουν ότι ήθελα να σε γνωρίσω… να σε διαβάζω, να σου βγάζω γλώσσα, να σου λέω ότι αυτό δεν είναι έτσι, αυτό είναι αλλιώς, μην κοκορεύεσαι, μην σηκώνεις το κεφάλι, κάτω το κεφάλι, κύριε διανοούμενε, κύριε τα γαμώ όλα γιατί την έχω μεγάλη… έτσι σκεφτόμουν και οι άλλοι νόμιζαν ότι δεν έτρωγα γιατί σκεφτόμουν τον Ερρίκο…»

Η πρώτη επαφή ήταν ένα μπλέξιμο… η μυρωδιά του νεανικού της κορμιού, οι ηδονές, οι κοφτές ανάσες, τα βογκητά, η πίεση των χεριών της στο κεφάλι μου, οι γρατζουνιές της σε όλο μου το σώμα… μπλέξιμο και πάλη και μάχη… τα σώματα γνωρίζονται με άλλους τρόπους απ’ό,τι τα μυαλά και οι καρδιές… έχουν άλλους κώδικες… αρχαίους, άγνωστους, μυστηριώδεις. Όλα τα υγρά και οι εκκρίσεις και οι γεύσεις και οι μυρωδιές ανακατεύονται και γίνονται ένας χυμός και καταπότι αλχημικό που το πίνεις και σε πίνει…

Όταν ξεχωρίσαμε, μετά από ώρα, είχαμε άλλο βλέμμα. Αυτό συμβαίνει όταν για πρώτη φορά ‘σαρκωθείς’ μέσα απ’τον άλλο, περάσεις μέσα απ’τους δρόμους του αίματος και του σπέρματος και βγεις ρημαγμένος αλλά ολοφώτεινος, ένα περίεργο μίγμα στην άλλη άκρη του τούνελ… το βλέμμα έχει αλλάξει, ο κόσμος έχει αλλάξει, η σύντροφός σου έχει αλλάξει… εσύ έχεις αλλάξει… για πάντα… ως και το άγγιγμα είναι διαφορετικό, η γεύση του φιλιού, ο ιδρώτας, η γεωμετρία του σώματος… δεν είναι αυτός ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες, που φαντασιώθηκες, που πόθησες… ποιος είναι;… δεν ξέρεις… σαν το κουτάβι είσαι που κουτουλιέται με τα αδελφάκια του τυφλό μέσα στο καλάθι… μέσα από τις κουτουλιές μαθαίνεται ο κόσμος, ο έρωτας, η ζωή, η ένωση με το μαγικό δοχείο της ύπαρξης που είναι ο άλλος

Σηκώθηκα αργά και πήγα να φέρω τα τσιγάρα μου. Καπνίσαμε μαζί σιωπηλοί, ιδρωμένοι, πλήρεις. Η λέξη που τα περιέχει και τα αποκλείει όλα. Γιατί ο πλήρης δεν έχει ανάγκη από τίποτα… για λίγο έστω, για μια στιγμή… μια στιγμή αθανάτισης, αιωνίωσης… πλήρωσης, ισορροπίας… μια στιγμή που όλα τα κομμάτια του παζλ που είσαι είναι στη θέση τους… αρμονισμένα, ήρεμα, ωραία… δεν σκοτώνονται μεταξύ τους, δεν εκδικούνται το ένα το άλλο, δεν θέλουν να υπονομεύσουν την ενότητα… για μια στιγμή πιστεύεις πως είσαι θεός και όχι το βροτό και άθλιο σκήνωμα που σέρνεται στους δρόμους και ψηλαφεί το φως μες στα σκοτάδια… για μια στιγμή αληθινός… ιερός και αυτάρκης…

Ύστερα την πήρα στην αγκαλιά μου και την έβαλα στο αμαξίδιο. Έτσι, γυμνή. Την βοήθησα να πάμε ως το μπάνιο. Κι έπειτα την έβαλα μέσα στο ζεστό νερό και άρχισα να την πλένω, να την περιποιούμαι, να την θαυμάζω. Δεν μού είχε εμπιστευτεί μονάχα την ηδονή και τον έρωτά της. Δεν μού είχε παραδώσει το σώμα της και το ρίγος της. Μού είχε εμπιστευθεί τη μοναξιά, το λυγμό και την ανάσα του είναι της. Κι ήμουν ο πρώτος άντρας που έμπαινε στο ιερό της και ο συγκλονισμός από τη μέθεξη ήταν τόσο δυνατός που μού έφερνε ζάλη και αγωνία. Μυήθηκα στο βωμό της κι εκείνη με δέχθηκε ήρεμα και φυσικά, χωρίς περισπασμούς και αμφιταλαντεύσεις. Μονάχα με δάκρυα και γυναικείες κραυγές και ανθρώπινες επικλήσεις στο παράλογο που για λίγο μερεύει και γίνεται γλυκό. Και στο θάνατο που για λίγο αποξεχνιέται και σπλαχνικά χαρίζει τη λησμονιά αυτή στο σώμα και στο πνεύμα.

Δεν μιλούσαμε για ώρα. Ανασαίναμε ό,τι είχαμε βιώσει. Ανασαίναμε και περιμέναμε.

Έπειτα, κάποια στιγμή, άρχισε να μού μιλά. Να μού ιστορεί, να μού αφηγείται…

«… Γεράσαμε πρόωρα όλοι μας σ’αυτό το σπίτι. Πιο πολύ γέρασε η ψυχή μας και λιγότερο το σώμα μας. Κι αλλάξαμε, όλοι μας. Η Μαρία έγινε περισσότερο σιωπηλή, η Ευμενία άρχισε να χορεύει πάλι για να μην κλαίει, ο Μιχάλης άρχισε να βρίζει όλον τον κόσμο στις οικοδομές και στους δρόμους. Κι εγώ άρχισα να σε ερωτεύομαι… νόμιζα πως θα πεθάνω παρθένα, αμόλυντη και ανέγγιχτη όπως θα έλεγε η θειά μου… νόμιζα πως θα με αφήσουν να σαπίσω πάνω στο καρότσι μου… αυτός ήταν ο εφιάλτης μου… για χρόνια… πως ξυπνάω ένα πρωί και δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι… με έχουν όλοι παρατήσει, την έχουν κοπανήσει, με έχουν βαρεθεί και με άφησαν να σαπίσω… εγώ σέρνομαι ως το καρότσι, καταφέρνω να σκαρφαλώσω πάνω του, πέφτω, ξανασηκώνομαι, στρίβω το σώμα μου και κάθομαι… ύστερα το οδηγώ ως το κάτω πάτωμα… ξέρω ότι δεν υπάρχει κανείς αλλά βλέπω σε μια γωνιά τον Ερρίκο να παίζει με τις φερράρι του… ο πατέρας τού είχε αγοράσει όλα τα μοντέλα… δεκάδες φερράρι, μικρές, μεσαίες και μεγάλες. Όλες κόκκινες. Και γυαλιστερές. Τις έχει βάλει στη σειρά, τη μια πίσω από την άλλη και τις θαυμάζει… γυρίζει και με κοιτάζει… το σώμα του είναι σπασμένο, ξεχαρβαλωμένο από την πτώση… δεν μπορεί να περπατήσει καλά, το ένα πόδι πάει ξέχωρα απ’το άλλο… ύστερα με προσκαλεί να παίξουμε μαζί… κι εγώ ουρλιάζω απ’τη φρίκη και ξυπνάω… αυτό έβλεπα για χρόνια… τον αδελφό μου σαν σπασμένη κούκλα να μου χαμογελάει με ένα αφύσικο χαμόγελο και με τις φερράρι όλες παρκαρισμένες στο σαλόνι…»

Την άκουγα να μού μιλά. Δεν την διέκοψα ούτε μια φορά. Ήθελε να πει, ήθελε να ακουστεί. Και να ακούσει. Ν’ακούσει τη φωνή της, τις δονήσεις, τους ήχους, την ψυχή της. Δεν υπήρχα εγώ εκείνες τις στιγμές εκεί. Είχε μπει σε ένα απόκρυφο δωμάτιο κι εγώ ένιωθα σαν τον κρυμμένο κλέφτη που λαθρακούει μέσα απ’τη ντουλάπα.

«Εκείνο το βράδυ μού έσωσες τη ζωή… και μού την έκλεψες… άρχισα να ξαναζώ σκεφτόμενη μονάχα εσένα… να διαβάσω την επόμενη ανάρτηση, να διαφωνήσω, να κλάψω που γράφεις τόσο όμορφα, να σε μισήσω, να σε αγαπήσω πιο βαθιά… ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που μίλησες στην ερημιά της ψυχής μου… άρχισα να σε βλέπω κι εσένα στον ύπνο μου… σε κάποιο όνειρο σε έβλεπα να μπαίνεις στο δωμάτιό μου ορμητικός, θυμωμένος, άγριος. Να με ξεσκεπάζεις, να με παίρνεις στην αγκαλιά σου, να με καθίζεις στο καρότσι. Κι έπειτα να μού λες ‘σήκω… πάμε να φύγουμε απ’αυτό το κωλόσπιτο… έλα μαζί μου… πάμε να φύγουμε απ’αυτό το μαυσωλείο… έλα… σήκω κι έλα μαζί μου’. Κι εγώ πονούσα φοβερά κι έκλαιγα και σε μισούσα ακόμη πιο πολύ αλλά εσύ δεν σταματούσες. ‘Δεν μπορώ’, σού φώναζα, ‘δεν μπορώ, είμαι κομμένη στα δυο, δεν μπορώ!’ Κι έτσι ξυπνούσα, φωνάζοντας, ‘δεν μπορώ’ κι έκλαιγα κι έμπαινε η μάνα μου ή ο Μιχάλης στο δωμάτιο και με αγκάλιαζαν και με παρηγορούσαν… ‘όνειρο αγάπη μου’, έλεγε η μάνα μου, ‘σώπασε τώρα, όνειρο είδες’. Όμως δεν ήταν όνειρο… γιατί αυτό μού έλεγες απ’την αρχή… από την πρώτη μέρα που σε διάβασα… αυτό μού έλεγες… πάμε να φύγουμε, αυτό έλεγες, παράτα τους όλους κι έλα μαζί μου, άσε τα φαντάσματα, τους νεκρούς, τα μνημόσυνα… έλα μαζί μου… αυτό μού έλεγες…»

Είχα κλείσει τα μάτια μου. Δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπό μου. Είχα σταματήσει να της τρίβω την πλάτη… τα λόγια της έμπαιναν μέσα μου σαν στιλέτα ενός δολοφόνου και μού άνοιγαν πληγές … οι λέξεις της έμοιαζαν με αγκίστρια που είχαν αρπάξει τη σάρκα της ψυχής και με ξεσκίζανε … αιμορραγούσα… ένιωσα το χέρι της να κλείνει σφιχτά το δικό μου… αρχίσαμε να κλαίμε δυνατά και οι δυο…

Κάθαρση…

 

Τι γίνεται τώρα;

Ο

 Μιχάλης Βάινας δεν είχε χτίσει μονάχα ένα μεγάλο σπιτικό για να στεγάσει την οικογένειά του με άνεση και πολυτέλεια. Είχε δημιουργήσει στο κτήμα του κι έναν μικρό παράδεισο. Βρισκόμουν τώρα στην ανατολική πλευρά της μεγάλης ιδιοκτησίας, καθισμένος σε μια άνετη πολυθρόνα δίπλα στην πισίνα. Ο καιρός ευνοούσε τους περιπάτους και τις εκδρομές, ήταν αληθινά ανοιξιάτικος. Είχα μαζί μου και τα τσιγάρα μου βέβαια. Κάπνιζα προσπαθώντας να βάλω σε τάξη συναισθήματα, λογισμούς και στοχασμούς. Μέσα σε λίγες ώρες είχαν συμβεί συγκλονιστικά γεγονότα στη ζωή μου και δεν ήμουν άνθρωπος ευπροσάρμοστος στις αλλαγές.

Μετά το μπάνιο, είχα συνοδέψει την Αντιγόνη στο δωμάτιό της και την βοήθησα να ξαπλώσει. Είχαμε φιληθεί απαλά και σχεδόν αμέσως εκείνη αποκοιμήθηκε. Έπειτα κατέβηκα στον ξενώνα μου, έκανα κι εγώ ένα σύντομο μπάνιο και έπεσα να ξεκουραστώ. Πίστευα πως θα κοιμόμουν ως αργά το βράδυ κι όμως μονάχα μια ώρα μπόρεσα να κοιμηθώ. Όταν σηκώθηκα και κοίταξα το ρολόι ήταν περίπου έξι. Νόμιζα πως βρισκόμουν στο αρχοντικό των Βαϊναίων καμιά βδομάδα. Τέτοια πυκνότητα γεγονότων είχα χρόνια να βιώσω. Και με τέτοιες εκρηκτικές συναισθηματικές αναστατώσεις.

Σηκώθηκα, ντύθηκα και ανέβηκα να κοιτάξω την Αντιγόνη. Την είδα να κοιμάται βαθιά. Κατέβηκα κάτω και βγήκα από το έρημο ακόμα σπίτι για να περιηγηθώ λίγο το κτήμα. Κατέληξα να κάθομαι σ’αυτή την ωραία πολυθρόνα περιμένοντας να σουρουπώσει για τα καλά.

Οι σκέψεις μου ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν. Τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους, δεν τα είχα ποδηγετήσει ούτε τα είχα εκβιάσει. Ερχόμενος από την Αθήνα σκεφτόμουν αυτό το σαββατοκύριακο σαν μια πιθανή βαλβίδα εκτόνωσης της συσσωρευμένης έντασης δυο ετών ανάμεσα στην Αντιγόνη κι εμένα. Πίστευα πως η επαφή μας θα διέλυε το μαγικό ιστό και θα αποκαθιστούσε τις ισορροπίες. Η προσωπική επαφή έχει δύναμη βέβαια όμως πολλές φορές διαλύει και τις όποιες φαντασιώσεις. Τα πράγματα είχαν πάρει την αντίθετη φορά. Οι δυνάμεις ήταν τόσο μεγάλες και η φόρτιση τόσο ασφυκτική που ίσως να μην γινόταν διαφορετικά. Είχαμε και οι δυο βαθύτερα συναισθήματα που με το χρόνο είχαν γίνει συμπαγείς βράχοι μέσα μας. Όταν αυτοί έσπασαν απελευθερώθηκαν όλα όσα προσπαθούσαμε να εκλογικεύουμε ή να παρεμποδίζουμε. Το τσουνάμι που αντιμετωπίσαμε δεν μπορούσε παρά να μας κατακλύσει, να μας παρασύρει. Δεν το πίστευα πως υπήρχε μέσα μου τέτοιο δυναμικό για την κοπέλα αυτή. Το ερώτημα όμως ήταν τι θα έκανα, τι θα κάναμε από δω και στο εξής.

Τι γίνεται τώρα φίλε μου;, ψιθύρισα.

‘Να διακόψω τις σκέψεις σου;’

Γύρισα το κεφάλι μου και είδα την Ευμενία να με κοιτάζει χαμογελαστή. Η παρουσία της καλοδεχούμενη. Κάθισε σε μια άλλη, όμοια πολυθρόνα δίπλα μου. Της προσέφερα τσιγάρο αλλά αρνήθηκε.

‘Τσιγάρο και λογοτεχνία πάνε μαζί φαντάζομαι… αλλά τσιγάρο και χορός ποτέ!’, είπε και ένιωσα στη φωνή της μια συγκρατημένη οικειότητα. Δεν ξέρω αν η οικογένεια Βάινα με είχε συμπαθήσει ή αντιπαθήσει μέσα από την… προπαγάνδα που έκανε στα κείμενά μου η Αντιγόνη, ένιωθα όμως ότι η Ευμενία βρισκόταν κάπου στο ενδιάμεσο.

‘Επιστρέψατε’, είπα κι απόρησα πως δεν το αντιλήφθηκα. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα και τον Βίλι. Προφανώς είχε ακολουθήσει κι αυτός ως μέλος της οικογένειας τους υπόλοιπους. Και τότε τον είδα να τρέχει κάπου στην απέναντι πλευρά του μεγάλου κτήματος. Από πίσω του έτρεχε ο Βάινας φορώντας άλλη μια φόρμα από την συλλογή του που σίγουρα θα ήταν μεγάλη. Τούτη τη φορά ήταν γαλάζια με μαύρες ρίγες.

‘Ήμασταν καλεσμένοι στο σπίτι του θείου Δημήτρη. Δεν ξέρω αν σού έγραψε ποτέ η Αντιγόνη για τον θείο μας ή για τη θεία Μαργαρίτα’.

‘Για τη θεία σας ναι. Με έμφαση στις θρησκευτικές της πεποιθήσεις’, είπα.

‘Α, ναι. Η θεία είναι αναγεννημένη χριστιανή. Δεν είναι ορθόδοξη. Πάει σε μια άλλη εκκλησία εδώ και λίγα χρόνια. Προσπαθεί μάλιστα να μάς προσηλυτίσει όλους, χωρίς επιτυχία όμως’, απάντησε η Ευμενία. Αισθανόμουν ότι γυρνούσαμε σε κύκλους γύρω από το μεγάλο μονόλιθο που κάναμε ότι δεν τον βλέπαμε, την Αντιγόνη.

‘Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι Ευμενία. Χθες με την όλη αναστάτωση στο τραπέζι δεν υπήρχε χρόνος ούτε βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω με κανέναν σας ουσιαστικά’

‘Και βέβαια να με ρωτήσεις’, είπε εκείνη και την είδα να ανακάθεται στην πολυθρόνα της.

‘Ποια είναι η γνώμη σου για μένα; Απάντησέ μου ειλικρινά σε παρακαλώ. Να είσαι σίγουρη πως θα το αντέξω’, την ενθάρρυνα. Μετά την εκφώνηση της ερώτησης σκέφτηκα πως δεν ακούστηκε έτσι όπως το ήθελα όμως ήταν αργά πλέον.

‘Χμ…’, έκανε εκείνη και ξερόβηξε. Κακά ξεκινήσαμε, σκέφτηκα. ‘Θα σού απαντήσω με ευθύτητα Αντρέα. Δεν έχω καταλήξει ακόμα. Τον πρώτο καιρό, έβλεπα θετικά την επιρροή που ασκούσαν τα κείμενά σου στην αδελφή μου. Με τον καιρό άρχισα να ανησυχώ. Έβλεπα τη μικρή να προσκολλάται πάνω σου, στα γραπτά σου δηλαδή, λες και ήταν η μοναδική σανίδα σωτηρίας της. Δεν ευθυνόσουν εσύ βέβαια άμεσα γι αυτό. Έμμεσα όμως ευθυνόσουν. Έβλεπα την Αντιγόνη να αλλάζει, να τα φιλτράρει όλα πλέον μέσα από τα κείμενά σου. Άρχισε να γράφει κι εκείνη διάφορα αλλά δεν μάς διάβασε ποτέ τίποτα’

Το είχα καταλάβει αυτό αλλά και οι δικές μου προσπάθειες να την πείσω να μού διαβάσει κάτι είχαν πέσει στο κενό. ‘Θα τα βρείτε όλα μετά θάνατον’, μού έλεγε κι έκλεινε εκεί το θέμα. Η Ευμενία συνέχισε.

‘Όταν άρχισαν οι σαββατιάτικες οικογενειακές συγκεντρώσεις με αναγνώσεις κειμένων και ερωταπαντήσεις από μέρους της, εκεί μπορώ να σού πω ότι είχα θυμώσει κιόλας μαζί σου. Ήταν παράλογο βέβαια, όμως σού είπα πως θα σού μιλήσω ανοιχτά. Υπήρχαν μέρες που καταριόμουν την ώρα και τη στιγμή που έπεσε πάνω στο μπλογκ σου…’

Κούνησα το κεφάλι μου.

‘Δεν σε αδικώ καθόλου’, είπα με ειλικρίνεια.

‘Εκείνο μονάχα που με τρόμαξε κάπως ήταν η συμπεριφορά της του καλοκαιριού. Δεν γνωρίζαμε ότι εσύ είχες αποφασίσει να αραιώσεις ή και να σταματήσεις την επικοινωνία μαζί της. Η Αντιγόνη πέρασε πολύ δύσκολο φθινόπωρο Αντρέα. Δεν ξέρω αν σού είπε πως χρειάστηκε η συνδρομή ψυχοθεραπευτή για κάμποσο διάστημα’

Άναψα κι άλλο τσιγάρο. Δεν είχα ιδέα για όλ’αυτά.

‘Από την άλλη σκεφτόμουν πως αν αυτό που τελικώς ήθελα ήταν να έφευγες από τη ζωή της, τούτο είχε πραγματοποιηθεί κι ας υπέφερε εκείνη. Θα σε ξεπερνούσε κάποια στιγμή. Ήδη ο πατέρας είχε κανονίσει ένα μεγάλο ταξίδι στο εξωτερικό. Όμως η μικρή δεν ήταν απλώς ερωτευμένη μαζί σου, είχε μια μεγάλη και πανίσχυρη εμμονή με οτιδήποτε σε αφορούσε. Κάποιο βράδυ… δεν ξέρω αν πρέπει να στο πω…’, κόμπιασε η Ευμενία αλλά δεν προσπάθησα να την επηρεάσω.

‘Θα στο πω… κάποιο βράδυ λοιπόν είπε στον πατέρα να προσλάβει έναν ιδιωτικό αστυνομικό και να τον βάλει να σε παρακολουθεί επί 24ώρου βάσεως… ναι, έφτασε εκεί… ο πατέρας δεν το δέχθηκε βέβαια’

Είχα συνοφρυωθεί. Έσβησα το τσιγάρο αλλά αμέσως άναψα άλλο.

‘Ήταν πεπεισμένη ότι είχες κάποια σχέση, ότι πήγαινες για γάμο ή κάτι τέτοιο. Δεν ήθελε να σού κάνει κακό, ήθελε απλά να βεβαιωθεί… έτσι πιστεύω’, είπε η Ευμενία και ξαφνικά σιώπησε αισθανόμενη ίσως ότι είχε πει πάρα πολλά.

‘Ο πατέρας ξέρεις, σε συμπαθεί πολύ. Σε βρίσκει βέβαια αρκετά μεγάλο για την Αντιγόνη αλλά πάντα έπαιρνε το μέρος σου…’, είπε πάλι μετά από μια μεγάλη παύση.

‘Και η μητέρα σου;’, ρώτησα για να συμπληρώσω το… φάκελο.

‘Μμμ… η μητέρα… ξέρεις η μητέρα μας μετά το θάνατο του Ερρίκου… γνωρίζεις φαντάζομαι γι αυτό, έτσι;’

Κατένευσα σιωπηλός.

‘Μετά το θάνατο του Ερρίκου η μητέρα κλείστηκε πολύ στον εαυτό της. Βέβαια εξωτερικά δείχνει σα να μην έχει αλλάξει κάτι όμως… είναι σα να έχει περάσει σε έναν άλλο κόσμο. Είναι μόνιμα θλιμμένη, ακόμα κι όταν χαμογελά. Ο μικρός μας ήταν η μεγάλη της αδυναμία… όταν χάθηκε φοβήθηκα πως θα χανόταν κι εκείνη. Όμως άντεξε, κρατήθηκε… όχι για εμένα ή τον Μιχάλη… για την Αντιγόνη’

‘Απόψε θα ψήσουμε έξω… έχει γλυκό καιρό, τι λες Αντρέα;’

Είδα τον Μιχάλη να με πλησιάζει μέσα στην ωραία του γαλάζια φόρμα και προς στιγμήν νόμιζα πως ήταν κάποιος παλιός προπονητής της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου.

‘Χωρίς κάρβουνα;’, ρώτησε η Ευμενία και κείνη τη στιγμή είδα και τον μεγάλο βέλγικό λύκο να με πλησιάζει πίσω από το αφεντικό του. Η αίσθηση ήταν ανατριχιαστική. Ο μεγαλόσωμος, όμορφος σκύλος ήρθε δίπλα μου ανασαίνοντας γρήγορα με τη μακριά του γλώσσα έξω. Έσκυψε στα πόδια μου και άρχισε να με μυρίζει.

‘Μην τον φοβάσαι, είμαι εγώ εδώ’, είπε ο Βάινας. ‘Τα ετοιμάζω τώρα τα κάρβουνα… σε μια ώρα θα είμαι έτοιμος… μήπως βιαζόμαστε;’, απάντησε κι εγώ είχα διάσπαση συνείδησης. Ο μισός άκουγα τα λεγόμενα του Βάινα και της Ευμενίας και ο άλλος μισός παρακολουθούσα τον μελανότριχο θηριώδη φύλακα του οίκου να με περιεργάζεται, να με μυρίζει και να ανασαίνει ακριβώς δίπλα μου.

‘Να μην επιχειρήσω να τον χαϊδέψω ε;’, ρώτησα.

‘Θα έλεγα πως όχι αν και δεν είναι γενικά επιθετικός όταν είμαστε εμείς παρόντες’, είπε η Ευμενία που τον πήρε κοντά της για να μειώσει την έντασή μου.

‘Θα πάω να τον δέσω σε λίγο’, είπε ο Βάινας και έκανε μεταβολή για το σπίτι. ‘Πήγαινε να βοηθήσεις τη μάνα σου’, είπε φεύγοντας και η Ευμενία σηκώθηκε από τη θέση της. Σηκώθηκα κι εγώ με ήρεμες κινήσεις και τους ακολουθούσα σε κάποια απόσταση.

Προχωρώντας προς το σπίτι ένιωσα ξαφνικά πως ήμουν κι εγώ μέλος αυτής της οικογένειας και το συναίσθημα που με πλημμύρισε ήταν γλυκό και ριγώδες μαζί. Το υποδέχθηκα όμως χωρίς να το πολεμήσω. Μπαίνοντας στο μεγάλο σπίτι η σκέψη μου ήταν μονάχα στην Αντιγόνη. Είχαμε μοιραστεί ένα σύμπαν μαζί το μεσημέρι. Μού έλειπε κιόλας. Ήθελα να την δω. Όμως προηγουμένως ήθελα να χαιρετήσω την οικοδέσποινα που είχα να δω από το προηγούμενο βράδυ.

Μπήκα στην κουζίνα και είδα την Μαρία μαζί με την Ευμενία σε μια έντονη κινητικότητα. Ετοιμασίες για το βραδινό τραπέζι στον κήπο. Ξαφνικά αισθάνθηκα ενοχές. Η παρουσία μου είχε προκαλέσει όλη αυτή την αναστάτωση στο σπιτικό αυτό, έβαζε όλους αυτούς τους ανθρώπους σε μια διαρκή εγρήγορση. Με πλημμύρισε έντονη η επιθυμία να φωνάξω, παρατήστε τα όλα, ας παραγγείλουμε σουβλάκια, τι σημασία έχουν όλες αυτές οι ετοιμασίες;… Η Μαρία με αντιλήφθηκε σχεδόν αμέσως, γύρισε και με κοίταξε με ένα απορημένο αλλά ευγενικό βλέμμα.

‘Ήρθα να σάς πω μια καλησπέρα’, απολογήθηκα σχεδόν.

‘Καλησπέρα’, απάντησε ήρεμα εκείνη και άφησε την Ευμενία να συνεχίσει τις ετοιμασίες.

‘Ήθελα ακόμα να σάς πω δυο λόγια αλλά ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή’, συμπλήρωσα.

‘Θέλετε να πάμε μέσα;’

‘Όχι, δεν υπάρχει κάτι που δεν θέλω να ακούσει η Ευμενία… ήθελα απλώς να πω ότι νιώθω κάπως άβολα… και για χθες… όσα έγιναν στο τραπέζι… δεν έπρεπε… θέλω να πω… δεν…’

‘Μην αισθάνεσαι καθόλου άσχημα Αντρέα’, είπε αμέσως η γυναίκα αλλά δεν μπορούσε να με απαλλάξει απ’αυτό που πραγματικά ένιωθα.

‘Η παρουσία μου εδώ έχει επιφέρει αναστάτωση… ετοιμασίες… εντάσεις…’

Η Ευμενία σταμάτησε τις εργασίες της και γύρισε και με κοίταξε. Μάνα και κόρη λες και είχαν ‘προκύψει’ από κάποιο μυστικό πρότζεκτ, με το ίδιο βλέμμα αμηχανίας, με την ίδια στάση σώματος… απλώς με κάποια χρόνια διαφορά. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό και αλλόκοτο μαζί.

‘Δεν δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε’, είπε τελικά η Μαρία. ‘Όμως θα δοθεί αυτή η ευκαιρία… νομίζω πολύ σύντομα… ίσως και απόψε…’

Εξέλαβα αυτή τη φράση ως έκφραση επιθυμίας και απόφασης μαζί και κατένευσα.

‘Εντάξει’, είπα απλά και έκανα μεταβολή. Ο νους μου ήταν στην Αντιγόνη.

 

Σε παγίδεψα

Α

νέβηκα τη σκάλα σχεδόν τρέχοντας και πλησίασα με λαχτάρα την ανοιχτή πόρτα του δωματίου της. Στάθηκα στο κατώφλι και έριξα μια ματιά. Την είδα στο κρεβάτι της, με ένα ανοιχτό βιβλίο. Μόλις με αντιλήφθηκε το κατέβασε και μού χαμογέλασε.

‘Νόμιζα ότι το έσκασες’, είπε.

‘Πράγματι το έσκασα’, απάντησα και έκανα ένα δειλό βήμα προς το εσωτερικό. Αυτό το δωμάτιο εξακολουθούσε να έχει τη συμβολική ενός ιερού για μένα. Είχα ταχυπαλμία.

‘Έτσι ε; Και τι έγινε;’

‘Με πήρε στο κατόπι ο Βίλι και με ακινητοποίησε’, τής είπα και πλησίασα στο κρεβάτι της.

‘Τότε είσαι τιμωρία. Μην έρθεις εδώ, δεν σε θέλω’, απάντησε παιχνιδιάρικα αλλά και σκληρά.

Παρέμεινα ακίνητος, στη μέση του μεγάλου δωματίου σαν λακές που περιμένει τις εντολές της κυράς του. Αυτό το κορίτσι είχε έναν μοναδικό τρόπο να αιφνιδιάζει. Και συνέχισε με θράσος να διαβάζει το βιβλίο της σα να μην συνέβαινε τίποτα.

‘Να ρωτήσω τι διαβάζεις; Του Κάφκα είναι;’

‘Κάτι για τον Κάφκα’, είπε και κατέβασε ξανά το βιβλίο πάνω στα σκεπάσματά της. ‘Τον αγαπώ πολύ αυτόν τον άνθρωπο… νομίζω πως σε κάποια άλλη ζωή ίσως να ήμασταν αδέρφια’, μού είπε.

‘Δεν το νομίζω’, της πέταξα σοβαρά και σχεδόν αισθάνθηκα το θυμό της.

‘Μπα; Και γιατί κύριε ξερόλα δεν το νομίζεις;’, είπε και μιμήθηκε ξανά τη φωνή μου.

‘Διότι ο Κάφκα ήταν εντελώς διαφορετικός από σένα’

‘Ε, βέβαια, έχουμε και κριτικό λογοτεχνίας και ψυχίατρο στο σπίτι’, είπε θυμωμένα η Αντιγόνη και έπειτα βλέποντάς με να παραμένω ακίνητος στη θέση μου, σε μερικά μέτρα απόσταση από το κρεβάτι της, έσκασε στα γέλια.

‘Τι κάνεις άνθρωπέ μου εκεί;’

‘Υπακούω εις τας εντολάς σας’, είπα και αποφάσισα να την πλησιάσω.

‘Δεν έδωσα εντολή να έρθεις!’, φώναξε αλλά ήταν αργά. Είχα βρεθεί ήδη στο κρεβάτι καθισμένος δίπλα της.

‘Είσαι μεγάλο κάθαρμα λοιπόν!’, της είπα σκύβοντας το κεφάλι μου πάνω από τα ζεστά της χείλια. Μού τα προσέφερε σαν κακομαθημένο κορίτσι που εξακολουθεί να δυστροπεί με το κάθε τι. Σε λίγο όμως είχε χαλαρώσει κι ένιωθα πως ερχόμασταν ξανά σε επαφή.

‘Ο πατέρας σου ετοιμάζει βραδινό τσιμπούσι στον κήπο’, της είπα.

‘Ναι, ήρθε πριν και μού το είπε’, μού απάντησε εκείνη. Ένιωσα την αλλαγή στη διάθεσή της από χθες. Ταυτόχρονα ένιωσα την αμηχανία για όσα είχαν γίνει ανάμεσά μας όλη την προηγούμενη μέρα. Λες και είχαν διαρκέσει για αφύσικα μεγάλο διάστημα… σα να ήταν μια διογκωμένη, αλλοιωμένη πραγματικότητα. Τούτο το Σάββατο είχαν απελευθερωθεί δυνάμεις ετών… Η εμπειρία ήταν τόσο δυνατή και μεγάλη που μάς υπερέβαινε…

Είχε κλειστά τα μάτια της και πήρε μια βαθιά εισπνοή. Έπειτα τα άνοιξε και με κοίταξε αυστηρά. Νομίζω πως αυτό το βλέμμα τής πήγαινε περισσότερο από κάθε άλλο. Ένιωσα να μού κόβεται η ανάσα.

‘Ώστε δεν έχω καμιά σχέση με τον Κάφκα λοιπόν ε;’, είπε και σήκωσε το βιβλίο με απειλητικές διαθέσεις.

‘Ε, ναι… ας το παραδεχθούμε… δεν έχεις…’

‘Συνεχίζεις!’, φώναξε και προσπάθησε να με χτυπήσει με το βιβλίο αλλά της σταμάτησα το χέρι. Έγινε μια μικρή πάλη στον αέρα όμως το λεπτό της χέρι δεν μπορούσε να αντέξει για πολύ. Ήταν υπερβολικά πεισματάρα. Το πρόσωπό της είχε παραμορφωθεί από την ένταση.

‘Γορίλα!’, μού πέταξε και τελικά χαλάρωσε ηττημένη. Της πήρα το βιβλίο από το χέρι και τού έριξα μια ματιά. Την ένιωσα να με παρατηρεί καθώς ξεφύλλιζα το εσωτερικό αυτής της μελέτης και με αιφνιδίασε για μια ακόμη φορά. Άρχισε να κλαίει!

Άφησα το βιβλίο στο κομοδίνο της και την κοίταξα ανήσυχος.

‘Τι συμβαίνει;’, τη ρώτησα ήρεμα. Τα μάτια της είχαν υγρανθεί, τα δάκρυά της μούσκευαν κιόλας το μαξιλάρι της. Το αριστερό της χέρι αναζήτησε το δικό μου. Με έσφιξε δυνατά.

‘Το ξέρω πως δεν είμαι για σένα… το ξέρω…’, είπε μέσα σε αναφιλητά. Το ευμετάβλητο των ψυχικών της διαθέσεων με σοκάρισε.

Δεν είπα τίποτα. Δεν σχολίασα, δεν προσπάθησα να την αντιμετωπίσω. Παρατηρούσα απλώς το φαινόμενο και περίμενα την πλήρη εκδήλωση ή ολοκλήρωσή του. Της σκούπισα τα δάκρυα από το πρόσωπο και την κοιτούσα τρυφερά. Νομίζω πως εκείνη τη στιγμή με είχε πλημμυρίσει ως τα κατάβαθα του είναι μου όση τρυφερότητα θα μπορούσα να νιώσω για ένα άλλο πλάσμα. Με την Αντιγόνη δεν μπορούσες να νιώσεις τίποτε μέτριο, πλαδαρό, αναιμικό. Ό,τι γεννούσε ήταν ακραίο, θετικό ή αρνητικό.

‘Είναι άδικο… άδικο αυτό… και ανήθικο!’, είπε όταν ηρέμησε λίγο και ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της. Γύρισε το κεφάλι της στο πλάι να μην με κοιτάζει.

‘Τι θέλεις να πεις;’, την ρώτησα. Ένιωσα να αποσύρει το χέρι της από το δικό μου.

‘Αυτό πού σού έκανα… δεν μού το λες αλλά το σκέφτεσαι… το ξέρω… σε παγίδεψα…’, είπε κοιτάζοντας το πουθενά μέσα στο δωμάτιο. Δεν έκανα καμιά παρατήρηση. Αναζήτησα τα τσιγάρα μου αλλά έπειτα σκέφτηκα πως μέσα στο υπνοδωμάτιο δεν θα κάπνιζα έτσι ή αλλιώς.

Σηκώθηκα και άρχισα να βαδίζω αργά μέσα στο δωμάτιο. Τελικά έφτασα δίπλα στο παράθυρο, άνοιξα το ένα φύλλο και έβγαλα τα τσιγάρα μου. Έπειτα από λίγο το μετάνιωσα, τα έκρυψα και έκλεισα το παράθυρο. Αυτός ο διάλογος, η ‘διαχείριση του μετά’, έτσι την έλεγα, με αποσυντόνιζε. Δεν ήμουν ποτέ καλός σε τέτοια ‘μετά’… ένιωθα άβολα, αμήχανα, έξω απ’τα νερά μου… ό,τι είχε συμβεί ‘πριν’ και ‘κατά τη διάρκεια’ με φόρτιζαν σαν μπαταρία και είχα εμπνεύσεις, σκέψεις, δημιουργικές δεξιότητες… αυτό το καταραμένο το ‘μετά’ με πέταγε εκτός, με εκτροχίαζε, με έκανε να νιώθω σαν ηλίθιος…

‘Θυμάμαι κάτι που είχες γράψει… ήταν από τα πρώτα που είχα διαβάσει… για το βίωμα… έλεγες πως υπερεκτιμούμε το βίωμα επειδή δεν ανήκει στο πραγματικό αλλά στο αληθινό… πως ο άνθρωπος αναποδογυρίζει την πραγματικότητα μονάχα για να βιώσει το αληθινό και μετά προσπαθεί να εξηγήσει, να απομυθοποιήσει ό,τι έζησε μέσα στο πραγματικό… ξεχνώντας ότι αυτός ευθύνεται που τα αναποδογύρισε όλα…’

Την άκουγα να μιλά και θαύμαζα που θυμόταν όλ’αυτά τα μπερδεμένα που είχα γράψει έναν αιώνα πριν… πλησίασα ξανά προς το κρεβάτι.

«Δεν ξέρεις πόσο με είχε αγγίξει αυτό… σε είχα λατρέψει από αυτό το κείμενο… πόσο σιχαινόμουν πάντα όλους αυτούς τους ‘ζήστο’ ανθρώπους γύρω μου… ζήστο το ένα, ζήστο το άλλο… αηδία κι εμετός… με έπιανε ναυτία… ένιωθα πως συντονιζόμουν μαζί σου… πως κι εσύ την ίδια ναυτία ένιωθες…»

Χαμογέλασα κάπως πικρά. Αργότερα είχα εξελίξει εκείνο το στοχασμό στη θεωρία μου για το ‘μετα-βίωμα’… Λες και είχε συλλάβει τη σκέψη μου η Αντιγόνη είπε:

«Και μετά από δυο χρόνια διάβασα για τη θεωρία σου… για το ‘μετα-βίωμα’… πω, πω… τι ήταν κι αυτό… τους είχα καθίσει όλους ένα Σάββατο στο σαλόνι κι από τις οχτώ ως τις δυο το πρωί αναλύαμε το κείμενό σου… μέχρι που η Μαρία εκνευρισμένη, το φαντάζεσαι, ως κι εκείνη βγήκε απ’τα όριά της, σηκώθηκε και έφυγε… ‘αρκετά ως εδώ’, είχε πει και χωρίς να μας καληνυχτίσει, πήγε για ύπνο!».

Γύρισε και με κοίταξε με ένοχο ύφος. Είχε στο προσωπάκι της ζωγραφισμένο ένα συνωμοτικό χαμόγελο. Της κράτησα το χέρι και χαμογέλασα κι εγώ.

‘Ο Μιχάλης;’, τη ρώτησα.

‘Αχ, ο καλός μου!’, είπε στοργικά, ‘τούτος δεν βαρυγκομάει ποτέ Αντρέα… ποτέ! Είναι ψυχούλα ο Μιχάλης, να το ξέρεις…’

Είχε έναν έντονο λυγμό η φωνή της. Τον συμμερίστηκα.

‘Τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή νομίζω’, της είπα ειλικρινά.

‘Κι αυτός σε συμπάθησε… πριν έρθεις τον ρώτησα ξέρεις…’

Την κοίταξα ανήσυχος.

‘Τι τον ρώτησες;’

‘Για σένα… τι νιώθει, τι πιστεύει… ξέρεις τι μού είπε;’

‘Θέλω πολύ να μού πεις’

‘Θα σας δώσω τη βίλα κι εμείς θα πιάσουμε ένα διαμέρισμα στην πόλη… το αξίζει’, αυτό μού είπε κι ήταν έτοιμη να κλάψει.

Η απάντησή του με είχε συγκινήσει. Φανταζόμουν την αξία και τη σημασία που είχε για κείνον αυτό το σπίτι και η γενναιοδωρία του και η ετοιμότητά του να το αποχωριστεί ήταν συγκλονιστική. Έστω κι αν γινόταν μια προβολή στο μέλλον πιθανώς άκαιρη. Ή ίσως άστοχη. Όμως κάπως έτσι δεν είναι όλες οι προβολές στο μέλλον;

‘Φυσικά δεν θα το δεχόμουν ποτέ αυτό’, συμπλήρωσε η Αντιγόνη. ‘Το λατρεύει το κτήμα και έφτυσε αίμα για να το ολοκληρώσει… και δεν θα δεχόμουν ποτέ να ζήσω μακριά του Αντρέα… είναι ο πιο διακριτικός άνθρωπος του κόσμου… καμιά φορά, τα πρωινά, έρχεται ως το κατώφλι μου… τον αισθάνομαι, θέλει να δει αν είμαι καλά, αν ανασαίνω, αν ζω… μπαίνει δειλά, φτάνει ως τη μέση, κοντοστέκεται, μετά το αποφασίζει, έρχεται, μού χαϊδεύει τα μαλλιά… ακούω την ανάσα, του… ακούω την ψυχή του… κι έπειτα νυκτοπατώντας γυρίζει και βγαίνει…’

Είχα σκύψει και κοιτούσα το πάτωμα. Η ευγένεια δεν είναι ίδιον της μόρφωσης ή της καλλιέπειας. Ο Μιχάλης μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος των οικοδομών και των επιχειρήσεων, όμως σε σχέση με την οικογένειά του ήταν ένας τρυφερός μίσχος που μπορούσες να τον κόψεις με ένα φύσημα.

‘Έχω συμπαθήσει πολύ την οικογένειά σου Αντιγόνη’, είπα τελικά και άκουσα τη φωνή μου κάπως σπασμένη.

‘Κι εκείνοι… όλοι τους… σε δέχθηκαν με αγάπη’, μού είπε.

‘Εκτός από το Βίλι’, είπα επίτηδες για να ελαφρώσω το κλίμα.

‘Σε δάγκωσε;’, φώναξε σχεδόν κι άρχισε να γελάει.

‘Δεν θα ήταν αστείο να με δαγκώσει ένα τέτοιο θηρίο!’, διαμαρτυρήθηκα και την κοίταξα αυστηρά. Άρχισε να μου δίνει μικρά φιλιά στο χέρι.

‘Να τον προσέχεις το Βίλι… είναι τυφλά προσκολλημένος στον Μιχάλη… μονάχα την Ευμενία δέχεται να τον χαϊδεύει… δεν ξέρω γιατί… εγώ μια φορά πήγα να τον αγγίξω και άρχισε να γρυλλίζει άσχημα… όσο για τη Μαρία…’

Κοίταξα το ρολόι μου.

‘Πέρασε η ώρα. Πρέπει σιγά σιγά να ετοιμαζόμαστε’, της είπα.

‘Εντάξει’, μού είπε. ‘Δώσε μου ένα φιλί’.

Έσκυψα και τη φίλησα γλυκά. Τα χείλη της έκαιγαν πάλι, τα μάγουλά της ήταν μουσκεμένα.

‘Πές στην Ευμενία να έρθει να με βοηθήσει να ντυθώ’, μού είπε.

‘Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό;’, τη ρώτησα κάπως επιφυλακτικά.

Το βλέμμα της ζωήρεψε, φωτίστηκε.

‘Θέλεις;’

‘Φυσικά και θέλω’, της είπα και σηκώθηκα από το κρεβάτι. ‘Όποτε είσαι έτοιμη δώσε την πρώτη εντολή’.

‘Φυσικά και θα δώσω και να είσαι προετοιμασμένος να σε ταλαιπωρήσω!’, είπε και το βλέμμα της δεν έχανε την κοριτσίστικη λάμψη του.

 

Να κερδίσει τον εαυτό της…

Τ

ο σαββατόβραδο εκείνο κύλησε ευχάριστα και γιορτινά. Το κλίμα δεν είχε καμιά σχέση με κείνο της αμέσως προηγούμενης νύχτας. Λες κι είχαν κυλήσει μήνες, λες κι όλα όσα είχαν γεμίσει με ένταση και αμηχανία και εκνευρισμό την ατμόσφαιρα της πρώτης μου συνάντησης με την οικογένεια Βάινα ανήκαν σε κάποια μακρινή, ξεχασμένη εποχή. Υπήρχε καλή διάθεση, κέφι και ένας συντονισμός όλων που οφείλω να ομολογήσω πως με εξέπληξε. Ο Μιχάλης έκανε επίδειξη των δεξιοτήτων του με τις μπριζόλες στα κάρβουνα που αληθινά ήταν τρυφερές και πεντανόστιμες. Η Μαρία ήταν πιο χαλαρή, χαμογελούσε πηγαία και μάλιστα αφηγήθηκε προσωπικές της ιστορίες με εύθυμο περιεχόμενο. Η Ευμενία καθόταν απέναντί μου και γελούσε πλατειά και εγκάρδια. Μερικά της βλέμματα μάλιστα σε μένα και την Αντιγόνη μού έδωσαν την αίσθηση πως ενέκρινε ολόψυχα την προοπτική μιας σχέσης μου με την μικρή της αδελφή. Η Αντιγόνη απ’την πλευρά της απολάμβανε τη συντροφιά, τη βραδιά, το φαγητό ακόμη και τα τραγούδια του Μιχάλη που όταν κατέβασε μερικά ποτηράκια απ’το ωραίο του κόκκινο κρασί άρχισε, ενθαρρυνόμενος από τις γυναίκες της φαμίλιας του να σιγοψιθυρίζει. Δεν είχε άσχημη φωνή ο κύρης του σπιτιού. Μα περισσότερο τραγουδούσε μέσα απ’την ψυχή του ωραία ερωτικά τραγούδια της νιότης του. Κείνο που μού άρεσε περισσότερο και με συγκίνησε ήταν πως ερχόταν πάνω απ’την Αντιγόνη, έσκυβε στον ώμο της και τραγουδούσε μονάχα γι’αυτήν.

Ως και ο Βίλι απολάμβανε τη βραδιά ξαπλωμένος σε μια γωνιά, κοντά στο τραπέζι με τη μεγάλη του λυκίσια μουσούδα πάνω στα μπροστινά του πόδια.

Η γιορτινή σύναξη τελείωσε με παγωτό και γλυκό που σέρβιρε η Ευμενία και μερικά ακόμα τραγούδια που ξεθαρρημένος πια ο Μιχάλης μουρμούραγε πίνοντας το κρασάκι του. Ήταν μια αληθινά υπέροχη βραδιά που την μοιραστήκαμε όλοι, την δεξιωθήκαμε στην καρδιά και στη μνήμη μας.

Όταν ήρθε η ώρα της καληνύχτας, συνόδευσα εγώ την Αντιγόνη ως το δωμάτιό της. Την βοήθησα να ξεντυθεί, την κράτησα και πάλι γυμνή σχεδόν στην αγκαλιά μου και την απέθεσα απαλά στο κρεβάτι της.

‘Πέρασες όμορφα;’, με ρώτησε με νυσταγμένο βλέμμα και μισά φωνήεντα από την κόπωση.

‘Πολύ’, της είπα. ‘Ένιωσα πως κι εσύ πέρασες όμορφα και αυτό μού έδωσε διπλή χαρά’, είπα και της έδωσα ένα φιλί για καληνύχτα. Πριν φύγω, ένιωσα το χέρι της να αναζητά το πρόσωπό μου.

‘Τι θα κάνεις τώρα μόνος σου στον ξενώνα; Θα είσαι άτακτος;’, είπε και χαμογέλασε. Το βλέμμα της πάλευε με την κούραση και είχε μια γλυκιά λάμψη.

‘Θα κάνω πρώτα κανά δυο τσιγάρα και μετά ύπνον… νανάκια… όπως κι εσύ τώρα’, της είπα και την σκέπασα.

‘Μμμ…’, έκανε και ύστερα από λίγο παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα.

Κατέβηκα με αθόρυβα όσο μπορούσα βήματα ως τον ξενώνα μου κι όταν άνοιξα την πόρτα με περίμενε μια έκπληξη. Η Μαρία ήταν καθισμένη στο κρεβάτι μου και με κοιτούσε.

‘Ήθελα να μιλήσουμε για λίγο Αντρέα… το απόγευμα στην κουζίνα δεν είχαμε την ευκαιρία’, είπε και αισθάνθηκα ένα ρίγος στην πλάτη μου.

‘Και βέβαια’, είπα και διάλεξα την μοναδική καρέκλα του δωματίου για να καθίσω απέναντί της.

‘Ήταν μια ξεχωριστή βραδιά απόψε, έτσι δεν είναι;’

‘Πολύ ξεχωριστή’, συμφώνησα αμέσως.

Η Μαρία τέντωσε τα μακριά της δάχτυλα και τα κοίταξε για λίγο. Κατάλαβα την αμηχανία της στιγμής, μπόρεσα να προβλέψω σχεδόν τι θα ακολουθούσε. Η μητέρα που ανησυχεί για την κόρη της, μια ιδιαίτερη και ευάλωτη κατάσταση από κάθε πλευρά. Η κόρη που είναι ερωτευμένη με έναν άνθρωπο που είναι αρκετά χρόνια μεγαλύτερός της –ακόμη δεν είχε τεθεί καν το συγκεκριμένο θέμα όμως ήξερα πως δεν θα αργούσε- που όμως λόγω της κατάστασης της υγείας της και του ντελικάτου ψυχισμού της έχει ανάγκη από όλη την αγάπη και όλη την τρυφερότητα και όλη την αποδοχή και ασφάλεια που θα μπορούσε ένας άνθρωπος να τής δώσει. Και ήταν άραγε αυτός ο άνθρωπος ο κατάλληλος; Πέρα από τη διαφορά ηλικίας, πέρα από τα ζητήματα υγείας, ήταν αυτός ο άνθρωπος ο ιδανικός για εκείνη; Η οικογένεια είχε ήδη πληγεί από μια φοβερή τραγωδία που δεν θα ξεπερνούσε ποτέ. Η σκιά του θανάτου υπήρχε στο βλέμμα, στις λέξεις ως και στις ανάσες όλων των μελών αυτής της οικογένειας. Υπήρχε ακόμη μέσα στο σπίτι, σε κάθε γωνιά, παντού. Η μητέρα που ανησυχούσε, που είχε αγωνία, που ήθελε να εξασφαλιστεί όσο κι αν αυτό ήταν μια ουτοπία, μια φενάκη, ένα ψέμα. Ποιος μπορεί ποτέ να σε ασφαλίσει από οτιδήποτε;

Τα ένιωθα όλα τούτα να αιωρούνται μέσα στο σπίτι από την πρώτη στιγμή που είχα πατήσει το πόδι μου μέσα σ’αυτό και τα ένιωθα να υλοποιούνται σχεδόν σαν σκεπτομορφές αυτή τη στιγμή που είχα δίπλα μου τη μητέρα της Αντιγόνης.

‘Ξέρεις Αντρέα… η Αντιγόνη…’, ξεκίνησε να λέει εκείνη και αποφάσισα να την διευκολύνω.

‘Ξέρω Μαρία… και επίτρεψέ μου να κάνω τη στιγμή λιγότερο αμήχανη. Ανησυχείς… όλοι σας ανησυχείτε… δεν με γνωρίζετε, δεν σας γνωρίζω, δεν ξέρετε τι μέρος του λόγου είμαι κι αν είμαι συμβατός και ο κατάλληλος για την Αντιγόνη… ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι έχουμε δεδομένη την προοπτική μιας σχέσης παρότι προς στιγμήν, επισήμως τουλάχιστον, δεν είμαι παρά ένας προσκεκλημένος για ένα σαββατοκύριακο…’

Το κρασί και η ένταση της στιγμής είχαν αυξήσει την ευφράδειά μου και παρακολουθούσα την Μαρία να με ακούει προσεκτικά.

‘Δεν πρόκειται να κρυφτώ ή να κρύψω οτιδήποτε ούτε από εσένα ούτε από κανέναν Μαρία. Δεν ξέρω με τι συναισθήματα ήρθα στο σπίτι σας χτες το βράδυ. Αν σου πω ότι ήρθα με τα συναισθήματα που έχω τώρα, θα είναι ψέμα. Θα σου πω λοιπόν πως ήρθα περισσότερο πιεσμένος να κόψω τον γόρδιο δεσμό παρά να ανιχνεύσω πιθανότητες εξέλιξης σε οτιδήποτε που αφορούσε την Αντιγόνη κι εμένα. Δεν γνώριζα για το ζήτημα της υγείας της. Αυτή είναι η αλήθεια. Αιφνιδιάστηκα όταν την είδα χθες για πρώτη φορά μετά από δυο χρόνια επικοινωνίας σε ένα αμαξίδιο. Αιφνιδιάστηκα κάπως και από την επίθεσή της με τις αιχμηρές παρατηρήσεις της. Αιφνιδιάστηκα όμως περισσότερο σήμερα το πρωί από όσα έγιναν ανάμεσά μας. Για να σου μιλήσω ακόμη πιο ανοιχτά, αιφνιδιάστηκα από το βάθος και τη δύναμη των συναισθημάτων μου για εκείνη. Ήρθα να κόψω με μια σπαθιά κάποιον γόρδιο δεσμό αλλά τελικά τα πράγματα ήρθαν αλλιώς… τούτη τη στιγμή που μιλάμε δεν υπάρχει κανένα μπλέξιμο μέσα μου, καμιά διάθεση απεμπλοκής, καμιά εκκρεμότητα, κανένα άχθος που θέλω να απαλλαγώ… η Αντιγόνη δεν είναι για μένα ένα αίνιγμα όπως πριν, μισό επιθυμητό και μισό ανεπιθύμητο… είναι ένα μαγικό και όμορφο πλάσμα, ένα ιδιότροπο αλλά καλόψυχο κορίτσι που δεν μεγάλωσε αλλά κυριολεκτικά γεννήθηκε μέσα στη μοναχικότητα, την ποίηση, τις σκέψεις και τα όνειρά της που ένιωθε ότι ματαιώθηκαν κάποτε από την αναπηρία του κορμιού της… και ακόμη, η Αντιγόνη είναι μια γενναία γυναίκα που δεν δίστασε να μού ανοίξει την καρδιά της, να διεκδικήσει τη ζωή της και περισσότερο… να κερδίσει τον εαυτό της…’

Είχα συγκινηθεί από την ένταση, έτρεμα, αισθανόμουν το ρίγος της κάθε λέξης, την αλήθεια της κάθε λέξης. Έσυρα το βλέμμα μου αλλού, δεν ήθελα να με βλέπει δακρυσμένο η μητέρα της. Έψαξα τα τσιγάρα μου, άναψα ένα, άρχισα να καπνίζω νευρικά. 

Η Μαρία παρέμενε δίπλα μου σιωπηλή.

‘Αν τώρα θέλεις να σού ξεκαθαρίσω ποιες είναι οι προθέσεις μου για εκείνην, αυτό που έντιμα και, καθώς λένε, αντρίκια μπορώ να σου πω είναι ότι αυτό που αισθάνομαι είναι πως θέλω, αν το επιθυμεί κι εκείνη, να δοκιμάσουμε… να δοκιμάσουμε αληθινά, δυνατά και με ακεραιότητα. Χωρίς μεγάλα λόγια, χωρίς μεγαλοστομίες και προβολές στο αύριο… αν μπορούσα να στο πω αλλιώς, θα προτιμούσα αυτό που κάποιοι ψυχολόγοι λένε μπέιμπι στεπς… σιγά σιγά… να ανιχνεύσουμε τις στιγμές, τις ώρες, τις μέρες… να δοθούμε σε κάτι με αλήθεια αλλά να μην εκβιάσουμε τίποτα… δεν τα έχω συζητήσει όλα τούτα με κείνη… σε σένα τα εξομολογούμαι γιατί είσαι η μητέρα της και αυτό για μένα σημαίνει το ιερότερο πρόσωπο μέσα στην ύπαρξη… στην ανθρώπινη συνθήκη… ίσως μονάχα μετά τον πνευματικό διδάσκαλο στην εσωτερική ατραπό που για μένα τουλάχιστον έχει μια ακόμη ισχυρότερη δύναμη και μια ιερότητα άλλης ποιότητας… κι είμαι έτοιμος να ακούσω ό,τι θέλεις να μού πεις… εσύ ή ο Μιχάλης ή η Ευμενία… αν και μεγίστη προτεραιότητα, δεν στο κρύβω, έχει για μένα τι θα πει η Αντιγόνη…’

Κύλησαν μερικά λεπτά μέσα στη σιγή κι έπειτα η Μαρία άρχισε να μού μιλά.

‘Όταν χάθηκε ο Ερρίκος… πίστεψα πως όλα είχαν πλέον τελειώσει και για μένα… είχα βέβαια δυο κόρες, έναν σύζυγο, μια τακτοποιημένη ζωή… όμως η απώλεια του παιδιού μου ήταν ένα γεγονός που τα ανέτρεψε όλα… δεν σού κρύβω… μια κι είναι η βραδιά των εξομολογήσεων, πως σκέφτηκα αρκετές φορές να δώσω τέλος στη ζωή μου… κανείς εδώ μέσα δεν ήθελα να το ξέρει, δεν έπρεπε να ξέρει κανείς άλλος τίποτα… η μάνα μου έλεγε πως η γυναίκα είναι για το σπίτι ό,τι η στέγη για το σπίτι… μπορεί ο άντρας να είναι η κολώνα όμως η γυναίκα είναι η στέγη… η αληθινή ασφάλεια, η μεγάλη φτερούγα, η μεγάλη αγκαλιά… και κάθε φορά το σκεφτόμουνα αυτό ξέρεις όταν έπαιρνα αγκαλιά την μικρή μου κόρη και την έκανα μπάνιο… πού πάς να την αφήσεις, έλεγα μέσα μου, με ποιο δικαίωμα θές να την αφήσεις; Τολμώ να πω ότι υπήρξε μια εποχή που δεν με ενδιέφερε ο Μιχάλης, η Ευμενία, θα βρουν τρόπο να επιβιώσουν αυτοί, έλεγα, όμως η μικρή σου τι θα γίνει; Κάποια στιγμή μπήκες στη ζωή της εσύ… δεν ξέρω πως και πότε ακριβώς… δεν ξέρω ακόμα το γιατί… βλέπεις εγώ δεν προσευχήθηκα ποτέ σε κανέναν θεό για να μου δώσει στηρίγματα κι ελπίδες… πίστευα πως ο άνθρωπος φτιάχνει τη μοίρα του μόνος του όμως απ’την άλλη δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτό που είχε συμβεί με τη μικρή και μια απλή ίωση που είχαν περάσει όλα τα παιδιά στο σχολείο της και την ξεπέρασαν με ευκολία εκείνης της άφησε κληρονομιά μια σταδιακή παράλυση των κάτω άκρων… δεν μπορείς να φανταστείς τι περάσαμε… πόσους γιατρούς γυρίσαμε, κέντρα, ταξίδια στην Αμερική και στην Ευρώπη… όλη μου την περιουσία που είχα από τον πατέρα μου τη δαπανήσαμε χωρίς αποτέλεσμα… κάποια σπάνια νευρο-ψυχική νόσος, έλεγαν… σπάνια, πολύ σπάνιακαθόλου σπάνια για εκείνη… για εκείνη ήταν ένα γεγονός, ένας ογκόλιθος, μια φοβερή συγκυρία και μοίρα και πεπρωμένο… δεν έχει σημασία να σού πω τώρα τις λεπτομέρειες… δεν έχω σκοπό να γίνω μελό, σιχαίνομαι τα μελό και τις επικλήσεις του συναισθήματος… εκείνο που ξέρω είναι πως από την ώρα που μπήκες στη ζωή της άλλαξε… άλλαξε πολύ… ζωντάνεψε, έδειξε ενδιαφέρον για τη ζωή της, άρχισε να επικοινωνεί και πάλι με όλους μας, άρχισε να ζει ξανά… και τώρα έχουμε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο Αντρέα… η Αντιγόνη είναι στα 22 της κι εσύ…’

‘Σαράντα’, της απάντησα αμέσως.

‘… η απόσταση που σας χωρίζει δεν είναι μικρή… όμως δεν με απασχολεί τόσο αυτό… εκείνο που με απασχολεί είναι τι θα συμβεί αν εσείς οι δυο προχωρήσετε, επενδύσει πάνω σου συναισθήματα μιας ευτυχισμένης ζωής και κάποια μέρα εσύ…’

‘…κουρασμένος από το να συζώ με μια ανάπηρη γυναίκα, την εγκαταλείψω… αυτός είναι ο πυρήνας… έτσι δεν είναι;’

Η Μαρία ένευσε ένα κουρασμένο ‘ναι’. Ύστερα σηκώθηκε, ένιωσε πως η συζήτηση είχε κρατήσει πολύ, ήμασταν κουρασμένοι και οι δυο, έπρεπε να αναπαυτούμε.

‘Ποιος όμως μπορεί να ασφαλίσει οποιονδήποτε από οτιδήποτε… έτσι δεν είναι;’, είπε και μου χαμογέλασε δειλά.

Δεν είπα τίποτα. Ανταλλάξαμε ευχές για μια ήρεμη νύχτα και την είδα να αποχωρεί με τις γνωστές αθόρυβες κινήσεις της και να με αφήνει μόνο μου μέσα στο δωμάτιο να καπνίζω και να σκέφτομαι ένα κορίτσι που κοιμόταν στον πάνω όροφο με το πιο σκοτεινό και πιο φωτεινό μαζί βλέμμα του κόσμου…

 

Βροχερή Κυριακή

Σ

ηκώθηκα από το κρεβάτι όμως δεν βρισκόμουν στο σπίτι της οικογένειας Βάινα. Ήμουν στο παλιό, παιδικό μου δωμάτιο στην Αθήνα. Άκουσα γνώριμες φωνές, οι γονείς μου στο διπλανό δωμάτιο συζητούσαν. Για την ακρίβεια ψιθύριζαν, σα να συνωμοτούσαν. Τους άκουσα να αναφέρουν το όνομά μου κι έπειτα της Αντιγόνης. Η μητέρα μιλούσε για κάποιον γάμο και ο πατέρας προσπαθούσε να την μεταπείσει για κάτι. Με μια απότομη κίνηση άνοιξα την πόρτα του δωματίου τους. Ήταν εκεί, όπως πάντα, ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο και στην παρουσία μου αιφνιδιάστηκαν. Ο πατέρας μού έριξε ένα βλέμμα βλοσυρό, η μητέρα σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου.

«Πήγαινε να ντυθείς ρε, γυμνός ήρθες εδώ μέσα;»

Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ήμουν ολόγυμνος αλλά δεν με ενδιέφερε. Τους ρώτησα για ποιο γάμο μιλούσαν και η μητέρα ήρθε κοντά μου για να με ηρεμήσει. Δεν ήθελε να τσακωθώ με τον πατέρα όμως αυτό επρόκειτο να γίνει.

«Πήγαινε μέσα σού είπα να ντυθείς!» φώναξε εκείνος και τον είδα να σηκώνεται με απειλητικές διαθέσεις.

Η μητέρα με έπιασε από το μπράτσο αλλά εγώ της κατέβασα το χέρι.

«Ποιος παντρεύεται μητέρα; Άκουσα το όνομά μου και της Αντιγόνης»

«Δεν άκουσες καλά αγάπη μου», είπε εκείνη και τότε είδε τον άντρα της να με πλησιάζει έτοιμος για καβγά.

«Τι σού είπα ρε τσόγλανε; Πήγαινε μέσα!», είπε κι εγώ δεν άκουγα τίποτα και ένιωσα απλώς τη μητέρα να μπαίνει ανάμεσά μας για να μην σκοτωθούμε.

«Και σιγά μην σε αφήσουμε να παντρευτείς την ανάπηρη!», φώναξε τότε εκείνος και είδα το πρόσωπό του να μαυρίζει.

Η μητέρα άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει κι εγώ άπλωσα το χέρι μου και τον άρπαξα απ’το λαιμό.

«Θα τον πνίξεις Αντρέα, άστον, άστον σού λέω!» φώναζε εκείνη και τότε…

Πετάχτηκα από το στρώμα μου ιδρωμένος και ανακάθισα στο κρεβάτι μου ανασαίνοντας ακανόνιστα. Η καρδιά μου χτυπούσε έντονα. Αναζήτησα λίγο νερό και όταν ήπια μια γουλιά από το ποτήρι μου στο κομοδίνο αισθάνθηκα τον λαιμό μου να πονάει.

Περίμενα λίγη ώρα να ηρεμήσω και κοίταξα το ρολόι μου. Έξι παρά δέκα. Άκουσα να βρέχει. Σηκώθηκα και κοίταξα από το παράθυρό μου. Σκοτάδι, δυνατή βροχή και κρύο. Μουντή Κυριακή ξημέρωνε. Αποφάσισα να ντυθώ και να ανέβω στην Αντιγόνη. Είχα ένα προαίσθημα πως ήταν ξύπνια.

Ήταν κάπως παράξενο βέβαια το αίσθημα να περπατώ μόνος μέσα στο σκοτεινό, ξένο σπίτι τέτοια ώρα σαν το διαρρήκτη, όμως η επιθυμία μου να την δω ήταν μεγάλη. Ο εφιάλτης με είχε επηρεάσει. Ίσως υπερβολικά. Ανέβηκα αθόρυβα τη σκάλα και περπάτησα ως το δωμάτιό της, στο τέλος του διαδρόμου. Υπήρχε μονάχα ένα μικρό φωτάκι νύχτας κι έτσι μπορούσα τουλάχιστον να προσανατολίζομαι. Στάθηκα στο κατώφλι και δεν προχώρησα. Έσκυψα απλά το κεφάλι μου. Την είδα κάτω απ’τα σκεπάσματά της. Κοιμόταν. Σκέφτηκα πως άδικα είχα ανησυχήσει όμως μού άρεσε που αισθάνθηκα την ανάγκη να την δω, έστω και για μια στιγμή από μακριά. Έκανα να γυρίσω για να πάρω τον δρόμο της επιστροφής όμως άκουσα τη φωνή της.

‘Αντρέα! Έλα μέσα! Κλείσε και την πόρτα!’

Αιφνιδιάστηκα και χάρηκα μαζί. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και άρχισα να βαδίζω ήρεμα προς το μέρος της. Είχε κιόλας ανάψει το πορτατίφ της και με κοιτούσε χαρούμενη.

Κάθισα στο στρώμα δίπλα της. Έσκυψα και τη φίλησα.

‘Καλημέρα!’, της είπα και της πάτησα απαλά τη μύτη.

‘Καλημέρα… νυχτοβάτη!, είπε και γελάσαμε και οι δυο καθώς είχε μνημονεύσει ένα παλιό μου κείμενο. Παρατήρησα πως κρέμονταν κάποια λευκά καλωδιάκια αριστερά και δεξιά απ’τα αυτιά της. Ακολούθησα τη γραμμή των καλωδίων και οδηγήθηκα στο κινητό της που ήταν κάτω απ’τα σκεπάσματα.

‘Μού το έφτιαξε ο Μιχάλης… βέβαια η οθόνη είναι σπασμένη αλλά προσωρινά δουλεύει… αύριο θα μού πάρει ένα άλλο μού είπε…’

‘Ακούς μουσική;’

‘Ναι!’, είπε και αμέσως μού έβαλε το ένα από τα ακουστικά στο αυτί μου. Έσκυψα πρόθυμα ν’ακούσω. Η φωνή της Δήμητρας Γαλάνη με πλημμύρισε. Παλιό, αγαπημένο τραγούδι.

… Έχουν σταθεί τα ρολόγια / κόμπος γίναν τα λόγια / τι να πεις, τι να πω / Μες στο σκοτάδι σ’αγγίζω / σε κρατώ, δεν σ’ορίζω / σ’αγαπώ, σ’αγαπώ …

‘Υπέροχο… Χατζηνάσιος’, είπα και έβγαλα το ακουστικό για να της το δώσω.

‘Αγαπημένος… και δικός σου;’, με ρώτησε με το βλέμμα της να γυαλίζει από χαρά.

‘Ναι… βέβαια… από ποια ταινία είναι τούτο το τραγούδι;’, τη ρώτησα.

‘Άκου, άκου… το επόμενο…’, μού είπε και μού ξανάβαλε το ακουστικό.

Πάλι η Γαλάνη με κάποιον άλλο που δεν τον ήξερα… όμορφο τραγούδι κι αυτό.

…Ήλιος που τρέχεις τον ουρανό / βροχή και βρέχεις χώμα στεγνό…

Έβγαλα το ακουστικό. Της έπιασα σφιχτά το χέρι. Έτρεμε. Έτρεμα κι εγώ.

‘Τραγούδια για ερωτευμένους’, της είπα. ‘Μιας άλλης εποχής βέβαια όμως…’

‘Μη μιλάς!’, ψιθύρισε, ‘φίλησέ με!’

Φιληθήκαμε έντονα, δυνατά, παθιασμένα.

‘Γδύσου αμέσως και πέσε κάτω απ’το στρώμα… έχει ψύχρα!’, διέταξε και με κάποιο μικρό δισταγμό την υπάκουσα. Λίγα μέτρα πιο κει ήταν το υπνοδωμάτιο των δικών της. Σε λίγο βρισκόμουν κάτω απ’το στρώμα κι εγώ. Τη βοήθησα να στραφεί προς το μέρος μου. Κοιταζόμασταν ξαπλωμένοι σε απόσταση εκατοστών. Μπορούσε να νιώσει τον ανδρισμό μου, μπορούσα να νιώσω το ρίγος του κορμιού της. Η επήρεια από τον εφιάλτη είχε εξαφανιστεί.

Η αίσθηση ήταν μεθυστική. Και δεν θέλαμε να προχωρήσουμε σε κάτι περισσότερο. Θέλαμε να είμαστε έτσι, κουκουλωμένοι κάτω απ’το στρώμα, ένα Κυριακάτικο βροχερό πρωινό που το ζούσαμε μαζί. Το πρώτο μας.

‘Δεν μπορούσες να κοιμηθείς;’, τη ρώτησα.

‘Έχω ξυπνήσει εδώ και ώρα. Ήθελα να ακούσω Γαλάνη. Θυμάσαι που σου είχα γράψει ότι είναι η αγαπημένη μου;’

‘Κάτι θυμάμαι αλλά… όχι δεν θυμάμαι’, της είπα και δέχτηκα μια απαλή γροθιά στο σαγόνι.

‘Γέρασες και δεν θυμάσαι τίποτα!’, μού πέταξε.

Αυτό το ‘γέρασες’ μού έφερε στο νου την χθεσινοβραδινή συζήτηση με τη μητέρα της. Έπρεπε να της την αναφέρω όμως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Τώρα απολαμβάναμε το μαγικό αυτό πρωινό, οι δυο μας ξύπνιοι μέσα στο σπίτι, λες και συνωμοτούσαμε μυστικά εναντίον των άλλων.

‘Αν μπει μέσα η μάνα σου…’

‘Ξέρει Αντρέα… ξέρει όλα όσα έγιναν χθες’, με πρόλαβε.

Το μυαλό μου δούλεψε γρήγορα.

‘Το αίμα… στο σεντόνι…’, είπα και δεν χρειαζόταν να είναι κανείς διάνοια για να το καταλάβει.

‘Κι αυτό να μην ήταν, της τα είπα… δεν έχω μυστικά από τη Μαρία… για ποιο λόγο άλλωστε;’

‘Δια λόγους καθωσπρεπισμού!’, της είπα κάπως κοροϊδευτικά αλλά η αλήθεια ήταν πως ένιωθα κάπως άβολα. Άρα, όταν έγινε η συζήτησή μας τα ήξερε όλα η μητέρα της.

Η μικρή γέλασε με το σχόλιό μου. Όμως έπρεπε να περάσουμε στα σοβαρά. Έπρεπε. Ξημέρωνε η τελευταία ημέρα μου στο σπίτι. Ήταν η μέρα των αποφάσεων και για τους δυο μας. Ήθελα να την απολαμβάνω όλη την ημέρα χαλαρά, κάτω απ’τα σκεπάσματα, ακούγοντας όλα τα τραγούδια του Χατζηνάσιου από όλες τις ταινίες, να κάνουμε έρωτα, να γελάμε, να παίζουμε. Όμως…

‘Γιατί σοβάρεψες;’, είπε και μου έπιασε το χέρι στο δικό της.

‘Χθες το βράδυ’, ξεκίνησα να της λέω, ‘είχα μια συζήτηση με τη μητέρα σου… δηλαδή, για να πούμε τα πράγματα όπως είναι, είχαμε δυο παράλληλους μονολόγους… δυο παράλληλες ομολογίες…’

‘Ομολογίες;’, έκανε απορημένη.

‘Ναι, μην σκιάζεσαι, είναι, ας το πούμε… εκκλησιαστικός όρος’

‘Και τι σημαίνει ακριβώς πάνσοφε νυχτοβάτη μου;’, είπε και μού τσίμπησε το δέρμα.

‘Σημαίνει ότι… πως είναι το Πιστεύω ομολογία πίστεως… ε, κάτι τέτοιο… εξομολογείσαι, μιλάς για τον εαυτό σου, λες όσα σκέφτεσαι ή βαραίνουν την ψυχή σου’

‘Εντάξει, κατάλαβα. Και λοιπόν;’

Πήρα μια βαθιά ανάσα.

‘Η μητέρα σου ήθελε να μού εκφράσει την αγωνία της… για σένα… για εμάς… περισσότερο όμως μίλησα εγώ…’

Με κοίταξε με αγωνία. Η έκφραση στο πρόσωπό της είχε αλλάξει.

‘Ανοίξαμε την καρδιά μας χθες, ο ένας στον άλλο… ήταν πολύ όμορφο και λυτρωτικό θα έλεγα…’, είπα προσπαθώντας να καθυστερήσω να μπω στο προκείμενο.

‘Ήθελε να μάθει τις προθέσεις σου, έτσι δεν είναι;’

‘Πολύ φυσικό… κι εγώ στη θέση της το ίδιο θα έκανα’

‘Μήπως προσπάθησε να σε πιέσει για κάτι;’

‘Όχι μάτια μου… η μητέρα σου είναι ένας πολύ διακριτικός άνθρωπος… από το λίγο, το ελάχιστο που την γνωρίζω… ήθελε απλώς να μού εκφράσει την έγνοια της για σένα… πες μου, πώς αντέδρασε για όσα έγιναν χθες;’

‘Χάρηκε… ειλικρινά…’, μού είπε η Αντιγόνη και ένιωσα πως μού έλεγε την αλήθεια.

‘Πέρα από τους γονείς σου που είναι βέβαιο πως ανησυχούν και με το δίκιο τους για σένα και τη ζωή σου, θέλω να μιλήσουμε εμείς… εμείς οι δυο…’

‘Βοήθησέ με να γυρίσω αν θέλεις’, μού είπε μελαγχολικά και την βοήθησα να στρέψει το σώμα της σε ύπτια θέση. Τακτοποίησε το μαξιλάρι της και σήκωσε το κεφάλι της έξω από το στρώμα. Η μαγική μας στιγμή είχε κάνει φτερά. Και βέβαια ευθυνόμουν εγώ.

Αποφάσισα να σηκωθώ απ’το κρεβάτι και να ντυθώ. Δεν ήθελα να μπει κάποιος και να μας δει έτσι.

‘Φεύγεις;’, με ρώτησε κάπως ψυχρά.

‘Όχι, απλά ντύνομαι’, απάντησα και την ένιωσα να έχει απομακρυνθεί.

‘Οι άνθρωποι όταν ντύνονται κάπου πρόκειται να πάνε’, απάντησε ενοχλημένη.

Δεν απάντησα αλλά ντύθηκα και αποφάσισα να καθίσω στην πολυθρόνα κι όχι στο κρεβάτι.

‘Άλλωστε σήμερα θα φύγεις… ως το μεσημέρι θα έχεις φύγει γιατί είναι το τρένο σου... κι από αύριο θα αρχίσεις να αραιώνεις κατά το γνωστό σου συνήθειο… σε μια βδομάδα θα με έχεις ξεχάσει και θα χώνεσαι κάτω απ’τα στρώματα κάποιας από τις πουτανο-θαυμάστριές σου στο μπλογκ… δεν είναι και λίγες άλλωστε…’

Είχε πάρει φόρα και παραληρούσε.

‘Αντιγόνη…’

‘Νομίζεις ότι δεν ξέρω τι έγινε το καλοκαίρι; Για ποιο λόγο έκοψες την επικοινωνία; Πώς τη λέγανε εκείνη τη λίγδω που σού έγραφε εκείνα τα ηλίθια σχόλια κάτω απ’τα ποιήματά σου; Πανδώρα… κάτι τέτοιο… κι εσύ ευγενικός και γλυκός με όλους και όλες, βέβαια, μη χαθεί το κελεπούρι!’

Δεν την προλάβαινα.

‘Αντιγόνη!’, φώναξα και εισέπραξα ένα σκληρό, δηλητηριώδες βλέμμα.

‘Εδώ είναι το δωμάτιό μου κύριε Αντρέα και δεν σου επιτρέπω να φωνάζεις! Εδώ μέσα φωνάζω μονάχα εγώ! Το κατάλαβες;’

Σηκώθηκα να βγω από το δωμάτιο. Ήταν βέβαιο πως οι φωνές της είχαν ξυπνήσει τους δικούς της.

‘Ηρέμησε σε παρακαλώ!’, της είπα και αυτό την εξόργισε περισσότερο. Άρπαξε ένα μαξιλάρι και το εκσφενδόνισε πάνω μου.

‘Μην μού ξαναπείς να ηρεμήσω! Σήκω φύγε! Έξω, έξω από το δωμάτιο και από το σπίτι μου! Έξω!’, είπε και αμέσως μετά ξέσπασε σε κλάματα.

Βγήκα από το δωμάτιο και είδα τον Μιχάλη στο διάδρομο με το σλιπάκι του, τις κάλτσες και ένα λευκό φανελάκι. Θέαμα αξιομνημόνευτο αλλά δεν είχα διάθεση. Δεν του είπα τίποτα και τον προσπέρασα με γρήγορα βήματα. Κατέβηκα στον ξενώνα μου, πήρα την τσάντα μου και πήγα στο σαλόνι. Η βροχή δεν είχε σταματημό έξω.

Κάθισα στον καναπέ κι άναψα ένα τσιγάρο. Τα πράγματα είχαν πάει στραβά, εντελώς διαφορετικά απ’ό,τι τα είχα στο νου μου.

Σε λίγο είδα την Μαρία να κατεβαίνει τη σκάλα. Ήταν ντυμένη με ένα παντελόνι και μια μπλούζα με λαιμό. Άψογη, καλοχτενισμένη, φρέσκια.

‘Καλημέρα’, μού είπε με ένα ψυχρό χαμόγελο.

‘Καλημέρα Μαρία’, απάντησα το ίδιο τυπικά. Με άφησε και κατευθύνθηκε μάλλον προς την κουζίνα. Μετά από κάμποση ώρα είδα τον Μιχάλη να κατεβαίνει κι αυτός τη σκάλα μέσα σε ένα ακόμη μοντέλο της Αντίντας. Ήρθε δίπλα μου και μου άγγιξε τον ώμο.

‘Πάμε για πρωινό, έλα’, είπε αλλά αρνήθηκα. Είχα χάσει κάθε όρεξη. Ο Μιχάλης επέμεινε και τελικά τον ακολούθησα στην κουζίνα.

Γαμημένη βροχή, είπα από μέσα μου και ένιωσα την ένταση και την απογοήτευση σε όλο μου το είναι.

 

Ναρκοπέδιο

Κ

αθόμασταν και οι τρεις, ο Μιχάλης, η Μαρία κι εγώ στο τραπέζι της κουζίνας εδώ και περισσότερο από είκοσι λεπτά και ζήτημα ήταν αν είχαμε ανταλλάξει δυο κουβέντες. Μπροστά μας βρισκόταν ένα πλούσιο πρωινό, κρουασάν, κέικ, μαρμελάδες και ζεστά ψωμάκια κι εμείς είχαμε γραπωθεί από μια κούπα καφέ και πίναμε αργά λες κι ακολουθούσαμε ένα αρχαίο τελετουργικό. Ακούγαμε τη βροχή να πέφτει σταθερά έξω και είχαμε σχεδόν υπνωτιστεί. Ήμασταν όλοι βυθισμένοι στις σκέψεις μας, σε μια ιερή σιγή που δεν θέλαμε να την διακόψει τίποτε. Αναρωτήθηκα προς στιγμήν για την Ευμενία. Κατάλαβα ότι ήταν μαζί με την αδελφή της. Ίσως να συζητούσαν όσα είχαν συμβεί, ίσως πάλι να συνέβαινε κάτι άλλο.

Ξαφνικά, δεν ξέρω γιατί, ήρθε στο μυαλό μου το μικρότερο μέλος της οικογένειας που δεν υπήρχε πια στη ζωή.

‘Μαρία, μού επιτρέπεις να σε ρωτήσω κάτι;’, είπα και η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της και με κοίταξε.

‘Ναι’, είπε ήρεμα.

‘Πόσων ετών ήταν η Αντιγόνη όταν… όταν έγινε ό,τι έγινε με τον Ερρίκο;’

Είδα τον Μιχάλη δίπλα μου να αφυπνίζεται από το λήθαργό του και για πρώτη φορά από την στιγμή που τον γνώρισα να παρεμβαίνει σε μια συζήτηση.

‘Γιατί το ρωτάς αυτό Αντρέα;’

‘Μιχάλη… είναι μια ερώτηση… μην αρπάζεσαι’, είπε η Μαρία και ήπιε μια γουλιά ακόμα από τον καφέ της. Ήδη είχα μετανιώσει που είχα εκφράσει φωναχτά αυτή την ερώτηση αλλά ήταν αργά.

‘Δεκατριών… ο μικρός μας δεν είχε κλείσει ακόμα τα οχτώ’, απάντησε η Μαρία και το βλέμμα της έπεσε πρώτα στον Μιχάλη κι έπειτα σε μένα.

‘Μάλιστα… μια απλή ερώτηση ήταν… με συγχωρείτε… έχω συγχυστεί λίγο από όσα συνέβησαν πριν… από όσα έχουν συμβεί μέσα σε λιγότερο από δυο 24ωρα για να πω την αλήθεια… δεν είμαι συνηθισμένος σε τόσο βίαιες μεταβολές στη ζωή μου… μπορεί να φαίνεται αλλιώς ίσως αλλά ζω μια μάλλον πληκτική και μονότονη ζωή… και οι σχέσεις, αυτές που λέμε διαπροσωπικές δεν ήταν ποτέ το πεδίο που διέπρεψα… μάλλον το αντίθετο’, είπα.

Γιατί ρώτησες για τον Ερρίκο;’, επέμεινε ο Μιχάλης και ένιωσα τη φωνή του περισσότερο στο σβέρκο μου παρά στο αυτί μου. Είχε μια άλλη χροιά η φωνή του, μού θύμισε το Βίλι, γρύλλιζε έτοιμος να ορμήσει στον ανεπιθύμητο ξένο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είχα παραμείνει υπερβολικά πολύ στο αρχοντικό των Βάινα.

Γύρισα και κοίταξα τον άντρα στα δεξιά μου και δεν είδα το φιλόξενο παχουλό πρόσωπο της πρώτης συνάντησης αλλά έναν άνθρωπο που με κάρφωνε με αρνητικά συναισθήματα. Είχα πατήσει προφανώς κάποιο κουμπί που δεν έπρεπε.

Είχα χωθεί σε ένα ναρκοπέδιο και δε το είχα καταλάβει.

Το κακό με τα ναρκοπέδια δεν είναι βέβαια ποτέ η είσοδος. Είναι η έξοδος. Με τη φυσική ή τη μεταφυσική έννοια.

Ένιωσα το κλίμα πολύ βαρύ, αισθάνθηκα την έντονη ανάγκη να φύγω. Το τρένο μου δεν θα περνούσε παρά στις 2.30 για Αθήνα και ακόμη ήταν περίπου εννιά το πρωί. Υπήρχαν άφθονες ώρες και η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει.

‘Ο Αντρέας μάλλον ρώτησε γιατί δεν του έχει μιλήσει ποτέ η Αντιγόνη για εκείνο το συμβάν… δεν είναι παράλογο να υπάρχουν απορίες… δεν το έκανε από αδιακρισία, είμαι βέβαιη… απλή περιέργεια’, προσπάθησε να με υποστηρίξει η Μαρία η αλήθεια όμως δεν ήταν αυτή. Μια σκοτεινή σκέψη μού είχε γεννηθεί ξαφνικά και πάλευα να την πετάξω από το μυαλό μου, μάταια.

Τι είχε γίνει πράγματι εκείνη τη μέρα στο σπίτι;

Πού ήταν η Αντιγόνη;

Και… ποια ήταν γενικότερα η σχέση της με το νεαρό πριγκιπόπουλο της οικογένειας;

Η μια σκέψη έφερνε την άλλη. Η αλυσίδα δεν ήταν από αυτές που οδηγούν σε παραδείσους και ‘χάπι εντ’… μάλλον στα έγκατα της κόλασης οδηγούσε και δεν ήθελα να δώσω τροφή. Όμως δεν μπορούσα και να το αποφύγω.

Ο Ερρίκος ήταν μόλις οχτώ ετών και είχε πάνω του όλη την αγάπη, την προσοχή, την λατρεία των δικών του. ‘Λατρεία της μάνας και καμάρι του πατέρα’… κάτι τέτοιο είχε πει ο Κεντρόπουλος στο τρένο… Και η πρώην εκλεκτή της οικογένειας; Είχε μείνει παράλυτη από μια κωλο-αρρώστεια του κερατά που φρόντισε να χτυπήσει απ’όλα τα παιδιά της πόλης μονάχα εκείνη. Η Αντιγόνη είχε καθηλωθεί σε ένα αναπηρικό καρότσι ενώ ο Ερρίκος έτρεχε, έπαιζε, χαιρόταν την παιδική του ζωή και γέμιζε χαρά και τους άλλους. Ήταν η αποζημίωση του Θεού για την κατάρα με την Αντιγόνη. Στα λογιστικά βιβλία της οικογένειας, ο ένας έβαζε συνεχώς δίπλα του ‘συν’ και η άλλη ‘πλην’…

Δεν τολμούσα αλλά δεν μπορούσα να μην οδηγηθώ στην πιο σκοτεινή σκέψη μου… ποιος ο ρόλος της Αντιγόνης στο δυστύχημα που βύθισε την οικογένεια σε ένα μόνιμο πένθος;

Τι έκρυβε όλη η οικογένεια σαν τρομακτικό μυστικό;

Πρέπει να ηρεμήσεις και να πάψεις να βλέπεις θρίλερ, είπα στον εαυτό μου. Πρόκειται για μια φυσιολογική οικογένεια, όσο ‘φυσιολογικός’ είσαι κι εσύ και όλοι μας. Φωτεινός και σκοτεινός, άσπρος και μαύρος, κάθαρμα και ιππότης… τα έχουμε πει, τα έχουμε γράψει, τα ξέρουμε… κανείς δεν είναι άγιος, κανείς δεν γεννήθηκε τέρας…

Δεν μπορούσα όμως να βγάλω τη μαυρίλα από μέσα μου. Με πλημμύριζε όπως μια λερωμένη βροχή ένα υπόγειο… Πνιγόμουν εκεί μέσα.

‘Λέω… να βγω να περπατήσω λίγο’, είπα δειλά.

‘Με τη βροχή;’, μού γάβγισε σχεδόν ο Βάινας και ένιωσα ως και την ένταση στο κορμί του.

‘Γιατί δεν ανεβαίνεις ως την Αντιγόνη; Να τα πείτε λιγάκι; Θα έχει ξεθυμώσει ως τώρα και θα σε ζητάει’, μού είπε η Μαρία αλλά ένιωσα και στη δική της συμπεριφορά κάτι αλλόκοτο…

Που είχα μπλέξει ο φουκαράς; Α, ρε Κεντρόπουλε με τα μαντηλάκια σου… πόσο δίκιο είχες, σκέφτηκα και στη στιγμή αποφάσισα να απεγκλωβιστώ από τούτο το σπίτι όσο μπορούσα γρηγορότερα. Δεν θα ήταν εύκολο όμως. Κι έπρεπε να γίνει με τρόπο έξυπνο.

Εκείνη τη στιγμή μπήκε η Ευμενία στην κουζίνα και κάθισε δίπλα στον πατέρα της. Δεν της μίλησε κανείς, δεν μίλησε ούτε εκείνη σε κανέναν. Δεν μού είπε ‘καλημέρα’, δεν μού έδωσε καν σημασία.

Κάθισε ήρεμα κι άρχισε να τρώει το πρωινό της.

‘Μπαμπά θα πας στο γήπεδο σήμερα;’

Ο Βάινας δεν της απάντησε. Είχε ‘λοκάρει’ το βλέμμα του πάνω μου όπως ο Βίλι πάνω στον ύποπτο για οποιαδήποτε απειλητική κίνηση. Η ένταση που ένιωθα ήταν τρομακτική, αφόρητη.

‘Θα πάω… το απόγευμα παίζουμε’, απάντησε αδιάφορα ο Βάινας.

‘Εγώ θα είμαι όλη την ημέρα εδώ… λέω να φτιάξω το αγαπημένο φαγητό της Αντιγόνης σήμερα’, είπε με έναν επίπεδο τόνο στη φωνή της η Μαρία.

‘Εγώ θα πάω ως την Σίλια. Αλλά να πάψει πια αυτή η βροχή…’, είπε η Ευμενία.

Κι εσύ;, ρώτησα τον εαυτό μου. Εσύ τι θα κάνεις φίλε σήμερα;

Έπεσε ξανά σιωπή στη κουζίνα. Μια πυκνή, φορτισμένη σιωπή που αν συνέχιζε πολύ ακόμη θα με τρέλαινε. Όλος ο οργανισμός μου χτυπούσε συναγερμό, ένιωθα πως κινδύνευα εδώ μέσα. Δεν ένιωθα πλέον παγιδευμένος σε ένα ναρκοπέδιο. Ένιωθα αιχμάλωτος.

Και αναζητούσα ένα σχέδιο διαφυγής.

 

Σκοτοδίνη

Η

βροχή σταμάτησε έπειτα από λίγο. Για καλό μου ή για κακό μου, δεν ήμουν σίγουρος. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά κι ένας ανοιξιάτικος, ελληνικός ήλιος ξεπρόβαλλε και η Κυριακή έγινε ξαφνικά φωτεινή και αισιόδοξη.

‘Πάω στον κήπο να δω το σκυλί’, είπε ο Βάινας και σηκώθηκε από το τραπέζι. Ήμουν σίγουρος πως δεν επρόκειτο να το κουνήσει ρούπι από το κτήμα χωρίς εμένα. Με το σκύλο κοντά του έτσι κι αλλιώς εγώ δεν μπορούσα να πάω πουθενά.

‘Κι εγώ λέω να ξεκινήσω ετοιμασίες… έχω και κανά δυο τηλεφωνήματα’, είπε η οικοδέσποινα και κατάλαβα πως ήταν ώρα να φεύγω από την κουζίνα.

‘Θα ανέβω πάνω… να δω την Αντιγόνη’, είπα και δεν το σχολίασε κανείς. Μονάχα είδα την Ευμενία να σηκώνεται και περνώντας από δίπλα μου να μού σφίγγει τον ώμο. Έπειτα έσκυψε για μια στιγμή και μού ψιθύρισε στ’αυτί: ‘σε περιμένει’.

Καταραμένε Χατζηνάσιε, σκέφτηκα, δεν ξέρω γιατί. Ήταν ο αμυντικός μηχανισμός μου μάλλον για την αποφόρτιση της έντασης που αισθανόμουν. Το είχα αυτό στις δύσκολες, ζόρικες καταστάσεις. Ένα διαλυτικό, αποδομητικό ‘χιούμορ’ που με βοηθούσε να αντιμετωπίζω τα αδιέξοδα.

Ανέβηκα τη σκάλα με εντελώς διαφορετικά συναισθήματα από ό,τι λίγες μονάχα ώρες πριν. Το σκηνικό ήταν τόσο σουρεαλιστικό που σχεδόν ήθελα να βάλω τα γέλια. Αν το έκανα θα με μάζευαν οι νοσοκόμοι βέβαια όμως αυτό με είχε καταβάλει εκείνη τη στιγμή. Όλα είχαν γυρίσει τούμπα μέσα σε λίγες ώρες, σε λίγες στιγμές σχεδόν.

Κι αν όλα όσα σκεφτόμουν ήταν εντελώς λανθασμένα; Αν δεν υπήρχε καμιά έμμεση ή άμεση εμπλοκή της Αντιγόνης στο δυστύχημα του Ερρίκου; Αν απλώς κάποιος διάβολος μέσα μου είχε διαλέξει το κακό σενάριο και πάλευε να το επιβάλλει στο κεφάλι μου; Μπορεί το κορίτσι αυτό να είχε χτυπηθεί από μια τρομερή μοίρα και να βίωνε από τότε έναν αργό θάνατο καθηλωμένη σε ένα αμαξίδιο, ανήμπορη να κάνει όσα ένα ‘φυσιολογικό’ παιδί της ηλικίας του θεωρούσε αυτονόητο, όμως σήμαινε αυτό πως είχε φτάσει και στο σημείο να…

Έπρεπε να συγκροτήσω τη σκέψη μου και να προσέχω περισσότερο το βάρος των συλλογισμών μου. Οι άνθρωποι της γραφής έχουν οργιώδη φαντασία κι αυτό δεν είναι πάντα καλός σύμβουλος. Διότι βέβαια όλοι οι άνθρωποι είμαστε ικανοί για το χειρότερο αλλά τούτο δεν σημαίνει πως υποχρεωτικά το πράττουμε.

Με όλο τούτο το φορτίο μέσα στο νου και την ψυχή μου έφτασα με δειλά, απρόθυμα βήματα ως το δωμάτιο της Αντιγόνης. Πώς ήμουν το πρωί, αξημέρωτα και πώς τώρα! Πριν λαχταρούσα να την βρω ξύπνια, τώρα ευχόμουν να τη βρω κοιμισμένη. Με περίμενε καθισμένη στη συνηθισμένη της στάση στο κρεβάτι της. Με ένα ντοσιέ ανοιχτό. Δεν την ρώτησα αν ήθελε να μπω, πήρα την πρωτοβουλία και πέρασα ακολουθώντας το ‘σε περιμένει’ της αδελφής της.

Από μακριά είδα ένα τυπωμένο Μετάρσιος Λόγος στην πρώτη σελίδα του ντοσιέ. Με έπιασε σύγκρυο. Δικά μου κείμενα διάβαζε!

Κάθισα στην πολυθρόνα, δίπλα στο κρεβάτι της. Εξακολουθούσε να έχει ανοιχτό το ντοσιέ χωρίς να μού δίνει καμιά σημασία. Ο σουρεαλισμός χτυπούσε κόκκινο στο αρχοντικό των Βαϊναίων.

Ξαφνικά άρχισε να διαβάζει. Με αργή, καθαρή φωνή. Και επίσημο ύφος. Λες και εκφωνούσε ομιλία σε κάποια συγκέντρωση.

«…Η Δίψα είναι η πρωτογενής ανάγκη της ύπαρξης να λάβει τις συντεταγμένες της. Όσο δεν τις έχει, τόσο εκείνη μεγαλώνει, γίνεται βασανιστική, μαρτυρική. Σε σάρκα και πνεύμα. Στο συναίσθημα και στο όνειρο. Στην αγωνία και στην καθημερινή ζωή. Στις σχέσεις και στη μοναχικότητα. Στην ποίηση και στον πόλεμο. Παντού. Η Δίψα δεν ικανοποιείται με τίποτα όσο η ύπαρξη είναι χωρίς συντεταγμένες. Οι μεγαλύτερες επιτεύξεις δεν αρκούν για να τη σβήσουν. Μοιάζει όλο τούτο με τη δίψα του σώματος αλλά είναι πολύ βαθύτερη, μεγαλύτερη, αρχαιότερη. Και φυσικά γεννά το καλό και το κακό μέσα μας. Γεννά τα πάντα. Τους θεούς και τους δαίμονες. Την ιστορία και το χρόνο. Τις μεγάλες ανακαλύψεις και τους φόνους. Τα θαύματα και τις μικρότητες. Όλα τα γεννά εκείνη και παραμένει ενεργή. Ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος για να την εξευμενίσει. Αν δεν κατανοήσει κανείς τι είναι η Δίψα, δεν μπορεί να κατανοήσει τίποτε. Ή σχεδόν τίποτε…»

Κατέβασε το ντοσιέ και την είδα για πρώτη φορά, μετά από το περιστατικό του πρωινού. Σοκαρίστηκα. Ετούτη εδώ δεν ήταν η Αντιγόνη που είχα γνωρίσει, ήταν μάλλον κάποια που της έμοιαζε. Είχε αλλάξει. Από την ώρα που την άφησα λες κι είχαν περάσει δέκα συνεργεία περιποίησης προσώπου και μακιγιάζ από πάνω της. Είχε βαφτεί λες κι επρόκειτο να πάει σε κάποια δεξίωση ή σε κάποιο ραντεβού. Η Ευμενία το δίχως άλλο την είχε βοηθήσει σ’αυτό τόση ώρα που έλειπε από την κουζίνα. Παρατήρησα ιδιαίτερα το κατακόκκινο κραγιόν στα χείλη της, τις σκιές κάτω απ’τα μάτια της, το άφθονο μέικ-απ. Και τα μαλλιά της ήταν διαφορετικά. Είχαν φουσκώσει σε όγκο, έπεφταν τσουλούφια στα μάτια της, κάλυπταν τους λεπτούς της ώμους. Το θέαμα ήταν κι αυτό σουρεαλιστικό όπως όλη η Κυριακή τελικά. Δεν είχα εμπρός μου την Αντιγόνη όπως την είχα δει χθες και προχθές. Είχα μια γυναίκα που έχει κάνει ό,τι μπορεί για να είναι το αντικείμενο των σκοτεινότερων πόθων του αρσενικού. Δεν μπορούσα να μην παραδεχθώ πάντως πως το εγχείρημα ήταν επιτυχημένο. Η Αντιγόνη ήταν όμορφη έτσι κι αλλιώς, όλη αυτή η… εργασία την είχε ‘μεγαλώσει’ απλώς… όμως την είχε κάνει και εξαιρετικά ελκυστική. Το αποτέλεσμα μέσα στο παντελόνι μου ήταν η απάντηση. Άλλωστε η σάρκα ποτέ δεν μάς ρωτάει.

‘Το θυμάσαι αυτό το κείμενο;’

‘Και βέβαια το θυμάμαι’, είπα αλλά δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω της. ‘Γιατί όλο αυτό το…’, την ρώτησα.

‘Δεν σου αρέσω;’

‘Και άβαφτη μού αρέσεις… ίσως και περισσότερο… δεν ξέρω… με αιφνιδίασες… σήμερα όλοι και όλα με αιφνιδιάζουν…’, είπα κάπως στοχαστικά.

Και φυσικά γεννά το καλό και το κακό μέσα μας. Γεννά τα πάντα. Τους θεούς και τους δαίμονες…’ είπε από στήθους αυτό το απόσπασμα. ‘Πώς μού ήρθε τώρα να ‘ξεθάψω’ αυτό το παλιό σου κείμενο ε; Η Δίψα… μού είχε κάνει μεγάλη εντύπωση τότε. Άλλο ένα μαρτυρικό Σάββατο για τους δικούς μου… συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε… τελικά τους έβαλα να ψηφίσουν στο τέλος’, είπε χαμογελαστά και το κραγιόν γυάλιζε στα χείλια της.

‘Τι να ψηφίσουν;’

‘Αν συμφωνούν με όσα γράφεις ή όχι. Φυσικά… κερδίσαμε. Μονάχα η Ευμενία ψήφισε κατά και για τιμωρία δεν την ξαναδέχθηκα στο δωμάτιο για μια βδομάδα!’

‘Τιμωρείς πάντα όσους σού πάνε κόντρα;’, τη ρώτησα και το βλέμμα της σκοτείνιασε.

‘Πάντα!’, είπε θαρρετά αλλά το ύφος της είχε ένα σαρδόνιο, πρόστυχο τόνο. ‘Έλα κάθισε δίπλα μου’, με πρόσταξε πάλι.

‘Σού είχα πει και παλιότερα ότι δεν μου αρέσουν οι προστακτικές’, της απάντησα ενοχλημένος. Το ματς είχε αρχίσει.

‘Ναι, μού είχες πει κι άλλα… ότι οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν πολύ τις προστακτικές είναι κακομαθημένοι και αγενείς. Ενώ εσύ που είσαι ευγενής και εκλεπτυσμένος χρησιμοποιείς τις υποτακτικές… βλέπεις που τα θυμάμαι όλα;’

‘Και λίγη… επιλεκτική αμνησία δεν θα έβλαπτε που και που’, είπα και γέλασε εγκάρδια.

‘Να, κάτι τέτοια λες και σ’αγαπώ!’, είπε και μού θύμισε ξανά τη χθεσινή Αντιγόνη που χαλαρωμένη στον κήπο σιγοτραγουδούσε χαρούμενη με τον πατέρα της.

‘Θέλεις παρακάλια; Έλα κοντά μου!’, είπε με παράπονο τώρα και αποφάσισα να την υπακούσω.

‘Φίλησέ με!... συγνώμη… μήπως θα ήθελες να με φιλήσεις;’, είπε περιπαικτικά και έσκυψα στο πρόσωπό της. Ένα διακριτικό άρωμα με τύλιξε. Τη φίλησα απαλά στα κόκκινα χείλη της. Είχα ερεθιστεί έντονα. Άπλωσε το χέρι της και με άγγιξε ανάμεσα στα πόδια.

‘Νομίζω ότι ο φίλος μου εδώ με καλωσορίζει…’, είπε και η ανάσα της ζέστανε το πρόσωπό μου.

Την αποχωρίστηκα απρόθυμα και κάθισα στη θέση μου.

‘Τι σού έχω κάνει Αντρέα; Γιατί μού φέρεσαι ψυχρά;’, με ρώτησε με τα μάτια της υγρά.

Δεν μπορούσα να πιστέψω την ταχύτητα που εναλλάσσονταν οι ψυχικές διαθέσεις μέσα της.

‘Να θυμίσω ότι λίγες ώρες πριν με έδιωξες κακήν κακώς από το δωμάτιό σου ουρλιάζοντας;’, της είπα και ένιωσα το χέρι της να σφίγγει το δικό μου.

‘Το άξιζες!’, είπε σκληρά και λάγνα μαζί.

«Άσε που χαρακτήρισες… πώς το είπες… ‘πουτανο-θαυμάστριες’ κάποιες φίλες του ιστολογίου που δεν έχουν δώσει κανένα δικαίωμα… ειδικά η Πανδώρα»

‘Το άξιζες!’, επέμεινε κι αυτή τη φορά είχε σοβαρέψει. ‘Όμως σε συγχώρησα. Και σε κατανοώ… αλήθεια… άντρας είσαι… και μάλιστα γοητευτικός, ελεύθερος και ποιητής… που σημαίνει ότι μπορείς να αλητεύεις όσο θέλεις… βλέπεις λοιπόν; Κανένα πρόβλημα… δίνεις διαστάσεις! Κι εγώ έκανα τόσο κόπο να ετοιμαστώ για σένα!’

Τρόμαξα με αυτό που άκουσα. Η συζήτηση έπαιρνε πάλι άλλη τροπή.

‘Ώστε γι αυτό όλη τούτη η δουλειά με το κραγιόν και τα σχετικά… επειδή πιστεύεις ότι με ελκύουν οι… ας μην επαναλάβω τη λέξη’

‘Όλοι οι άντρες ποθούν τις πουτάνες… μην σε σοκάρει η λέξη κύριε ηθικολόγε… νομίζεις πως δεν το ξέρω; Επειδή είμαι καρφωμένη σε ένα καρότσι δεν ξέρω τι συμβαίνει στον κόσμο; Δεν ξέρω τι είναι αυτό που καυλώνει τους άντρες και τρέχουν σαν σκυλάκια πίσω απ’τις γκόμενες;’

‘Σταμάτα! Σε παρακαλώ σταμάτα τώρα να μιλάς έτσι!’

‘Αυτά που γράφεις λοιπόν δεν αξίζουν μία!’ είπε ξαφνικά και πέταξε το ντοσιέ με τα κείμενά μου στο πάτωμα. ‘Γεννούν τα πάντα, θεούς και δαίμονες, το καλό και το κακό... Μαλακίες! Μπλα, μπλα, μπλα… όταν έρχεται η ώρα της κρίσης το βάζουμε στα πόδια. Σηκώνουμε τη σημαία της ψευτο-ηθικής και γινόμαστε χειρότεροι απ’αυτούς που κρίνουμε! Υποκριτή, ψεύτη!’

Άρχιζε νέος γύρος πάλι. Αναρωτήθηκα αν άκουγαν όλοι απ’έξω.

‘Εντάξει, σταμάτα σε παρακαλώ… σε παρακαλώ!’, είπα και την είδα να σιωπά.

‘Μού αρέσει να με παρακαλάς… μού αρέσεις γενικά Αντρέα… από την αρχή μού άρεσες… και σαν συγγραφέας και σαν άντρας… και τώρα που έχεις αυτό το μουσάκι και τότε που δεν το είχες…’, είπε και ξαφνικά πάγωσε.

‘Τι είπες;’

Δεν μού απαντούσε. Είχε πέσει στο λάκκο που είχε η ίδια σκάψει.

‘Πώς ξέρεις ότι παλιότερα δεν είχα το μούσι;’

Μού ήρθε μια ζαλάδα σαν σκοτοδίνη. Κάποτε είχε ζητήσει από τον πατέρα της να βάλει έναν ντέτεκτιβ να με παρακολουθεί… ποιος μού το είχε πει αυτό… δεν μπορούσα να θυμηθώ… η Ευμενία… στην πισίνα, χθες… ναι… τελικά το είχε κάνει λοιπόν! Και άρα είχε ‘υλικό’ στη διάθεσή της… φωτογραφίες, βίντεο, συνομιλίες μου στο τηλέφωνο…

Σηκώθηκα από το κρεβάτι πανικόβλητος και παρά λίγο να σωριαστώ στο πάτωμα… τι διάολο συνέβαινε εδώ πέρα; Που είχα μπλέξει;

‘Αντρέα!’, την άκουσα να λέει σαν μέσα από κάποια σπηλιά. Η φωνή της έφτανε στ’αυτιά μου θολή, παραμορφωμένη… το κεφάλι μου πονούσε, είχα δύσπνοια.

Κάποια στιγμή ένιωσα το έδαφος να χάνεται κάτω απ’τα πόδια μου. Σκοτάδι.

 

Όλα θα πάνε καλά…

‘Δ

εν έφταιγα εγώ… αυτός με είχε πάρει από πίσω...’

Ξύπνησα λες κι επέστρεφα από μια κάθοδο σε κάποια υγρή, σκοτεινή σπηλιά. Το κεφάλι μου ήταν βαρύ, τ’αυτιά μου βούιζαν, τα χείλη μου ήταν στεγνά. Γυναικείο άρωμα, απαλά σεντόνια, ένα γνώριμο, λευκό πάπλωμα. Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι της. Κι άκουγα τη φωνή της.

‘Αλήθεια στο λέω… δεν έφταιγα εγώ… όλη εκείνη την ημέρα προσπαθούσα να τον αποφύγω… δεν ήμουν καλά… κι αυτός με ακολουθούσε όπως ο Βίλι τον Μιχάλη… σαν σκυλάκι…’

Στο φουρτουνιασμένο μου μυαλό όλα τούτα έμοιαζαν σαν χυλός. Τι έλεγε; Σε ποιον τα έλεγε; Άγγιξα το σώμα μου. Ήμουν ολόγυμνος, χωμένος μέσα στο πάπλωμά της, τυλιγμένος απ’τις μυρωδιές της. Εκείνη που ήταν;

Γύρισα το κεφάλι μου και την είδα να κάθεται στο αμαξίδιό της. Δεν είχε αυτό το παραμορφωτικό βάψιμο πλέον, το πρόσωπό της ήταν ήρεμο αλλά το βλέμμα της δεν κοιτούσε κάπου συγκεκριμένα. Και παραμιλούσε.

‘Αντιγ…’, πήγα να πω αλλά το κεφάλι μου με σφυροκόπησε τόσο άσχημα που μόρφασα απ’τον πόνο.

‘Δεν ήθελα να του κάνω κακό… μπορεί να μην με πιστεύεις αλλά σού λέω την αλήθεια… απλά του είπα να φύγει και να με αφήσει ήσυχη… δεν ήμουν καλά εκείνη την ημέρα… με είχαν αφήσει πάλι μόνη μου… δεν θα αργούσαν, έτσι είχαν πει… ψέματα… όταν έφευγαν δεν τους ενδιέφερε αν θα αργούσαν… δεν τους ενδιέφερε τίποτε δικό μου… εγώ ήμουν απλά ένα βάρος… μια αποτυχία… κομμένη στα δυο… ανάπηρη… και ο μικρός με είχε ζαλίσει… του φώναζα να πάρει τα αυτοκινητάκια του και να παίξει κι αυτός με τραβολογούσε και μου φώναζε…’

Ένιωσα να αγγίζει τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού. Πήρε την παλάμη μου στα χέρια της και την χάιδευε απαλά. Γύρισα και την κοίταξα τρομοκρατημένος.

‘Δεν τον πήρα χαμπάρι πως βρέθηκε κει πάνω… βγήκε απ’την μπαλκονόπορτα… την είχα ξεχάσει ανοιχτή… δεν φταίω εγώ... ήταν έξυπνος… βρήκε τον τρόπο… ήθελε να με εντυπωσιάσει… ήθελε να με κάνει να τον προσέξω… σκαρφάλωσε στο επίστεγο της βεράντας… δεν τον κατάλαβα… εγώ ήμουν κάτω… στο σαλόνι… έβλεπα τηλεόραση… τους περίμενα… έπειτα βγήκα στη βεράντα με το καρότσι μου και τον είδα εκεί πέρα, ψηλά… καμάρωνε που είχε ανέβει… κοίταξέ με, έλεγε, κοίταξέ με Αντιγόνη!... τον κοιτούσα… και λοιπόν; Εκείνος μπορούσε ν’ανέβει πάνω σε μια στέγη κι εγώ έπρεπε να είμαι σε όλη μου τη ζωή καρφωμένη σε μια καρέκλα με ρόδες… κοίταξέ με, φώναζε και γελούσε… με μένα γελούσε… με μένα! Κάποια στιγμή βαρέθηκα… βαρέθηκα να τον ακούω να γελάει… πέσε αν τολμάς, του φώναξα… πέσε! Δίστασε λίγο… έπειτα άπλωσε το πόδι του κι έπεσε… έτσι, απλά… έπεσε πάνω στο γρασίδι… επειδή με εμπιστευόταν… επειδή πίστευε ότι θα τον πιάσω εγώ…’

Δεν μπορούσα να την ακούω άλλο. Είχα φρικάρει. Έκανα να σηκωθώ απ’το κρεβάτι και άκουσα ένα βραχνό γρύλισμα. Σήκωσα αργά το κεφάλι μου, είδα τον Βίλι να έχει ορθώσει το σώμα του και να με καρφώνει μερικά μέτρα πιο πέρα, στο μέσο του δωματίου. Είχε κιόλας γυμνώσει τα δόντια του. Έγειρα πάλι πίσω, βυθίστηκα στο μαξιλάρι και στην απελπισία. Ο σκύλος έπαψε να βγάζει αυτό τον απαίσιο ήχο και ηρέμησα κάπως.

Αιχμάλωτος λοιπόν, σκέφτηκα και έστριψα το κεφάλι μου αριστερά. Η Αντιγόνη δεν μιλούσε πια. Με κοιτούσε σιωπηλή, με γερμένο το κεφάλι της και το αριστερό μου χέρι μέσα στα δικά της. Είχε κι ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπό της.

Εδώ θα ζήσουμε… σ’αυτό το δωμάτιο… σ’αυτό το σπίτι… Θα είσαι δικός μου, ολόδικός μου… θα ξυπνάς και θα κοιμάσαι με το άρωμά μου, τα φιλιά μου, τα χάδια μου, την ανάσα μου… δεν θα σε πάρει κανείς από δω ούτε θα φύγεις ποτέ… δεν έχεις που να πάς… το ξέρω… το έψαξα… χρόνια το ονειρευόμουν, το σχεδίαζα, το ετοίμαζα… οι δικοί μου θα μας τα παρέχουν όλα… δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ ξανά… δεν θα σού λείψει ποτέ τίποτε… μονάχα θα γράφεις… θα γράφεις όταν το θέλω εγώ, θα γράφεις για μένα, θα μού κάνεις έρωτα, θα με φροντίζεις και θα με αγαπάς… εδώ θα ζήσουμε αγάπη μου… εδώ θα γεράσουμε και θα πεθάνουμε… μαζί…’

‘Τρελάθηκες;’, της φώναξα και άκουσα ξανά το βραχνό ήχο απ’το λαρύγγι του κωλόσκυλου.

‘Μην μού μιλάς απότομα γιατί κάνεις τον Βίλι νευρικό. Με μια μου κίνηση θα ορμήσει και θα σε αρπάξει απ’το λαιμό. Έχει εκπαιδευτεί να σκοτώνει ξέρεις’

Την άκουσα να μιλά και δεν την αναγνώριζα πάλι. Πόσα πρόσωπα είχε αυτό το πλάσμα; Πόσες φωνές; Πόσες ψυχές;

‘Αντιγόνη… σύνελθε σε παρακαλώ… δεν μπορείς να με κρατήσεις αιχμάλωτο εδώ… δεν γίνεται… μετά από λίγες μέρες θα με αναζητήσουν… υπάρχουν άνθρωποι, φίλοι μου, θα…’

‘Δεν υπάρχει κανείς’, την άκουσα να λέει ήρεμα. ‘Το έψαξα καλά… γι αυτό σε διάλεξα… είσαι ολομόναχος… όπως κι εγώ… ολομόναχος… πάντοτε ήσουν… ποτέ κανείς δεν σε κατάλαβε ούτε σε αγάπησε… μονάχα εγώ… ζούσες μόνος σου σε μια άθλια, βρώμικη τρύπα… κανείς δεν θα σε αναζητήσει… όλες τις εκκρεμότητές σου θα τις ρυθμίσουμε μαζί, από δω… ο Μιχάλης έχει ετοιμάσει τα πάντα… έχει δικηγόρους, φίλους, γνωστούς… έχει λεφτά… τα έχουμε σκεφτεί όλα… τα σχεδιάζαμε μαζί… βράδια ατελείωτα συζητούσαμε… γι αυτό σε διάλεξα Αντρέα… για να είμαστε μαζί… για πάντα…’

Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου… εφιάλτης… κακό όνειρο… όπως αυτό με τους δικούς μου που ψιθύριζαν για το γάμο μου… αυτός ήταν ο ‘γάμος’ μου… η κηδεία μου… ο ενταφιασμός μου… χτισμένος ζωντανός νεκρός σε ένα δωμάτιο παρέα με μια παρανοϊκή…

‘Όλα θα πάνε καλά… θα δεις’, την άκουσα να λέει. Πήρα το χέρι μου απ’τα δικά της. Έκλεισα τ’αυτιά μου να μην την ακούω… Μάταιος κόπος… μπορούσα να την ακούω… η φωνή της με διαπερνούσε, έμπαινε μέσα απ’τους πόρους του σώματος, με πλημμύριζε σαν το άρωμά της… δηλητήριο…

‘Ναι, ησύχασε αγάπη μου… όλα θα πάνε καλά…’

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

Antonio Nimertis

antonio-nimertis.webnode.gr