Προκυμαία

 

Προχωρούσα

στην προκυμαία της νύχτας

τα κύματα

ήταν άνθρωποι

στόματα ορθάνοιχτα
μάτια βγαλμένα

άδειες κόγχες

που αιμορραγούσαν

 

σφιχταγκαλιασμένοι

οι ζωντανοί

με τους νεκρούς

σε μια μολυσμένη ερωτική επαφή

του αιώνιου

με το φθαρτό

αντάλλαζαν ηδονικά

σπέρματα φρίκης

οράματα ριπαίου χρόνου

και ακαθαρσίες φωτός

   

φωνή δεν άκουγα

μονάχα γέμιζα

τον αρχαίο πόνο

που με πλημμύριζε σαν λάσπη

και δυσφορούσα

 

στη παλάμη μου ένιωσα

ένα χέρι παιδικό

γύρισα και είδα

ένα αγόρι
με στήθη γυναικεία

με ουρά ψαριού

να με κοιτάζει λαίμαργα

να με απορροφά

σ’ ένα φωτοστέφανο που ανάπνεε

είμαι ένας ανήλικος ήλιος

μου είπε

και ήταν η φωνή του συριγμός

σαν δελφινιών φωνή

που μου τρυπούσε το κεφάλι…

 

κάποια μέρα θ’ ανατείλω

όμως ο κόσμος θα είναι πια νεκρός

κι έτσι μονάχος θα λουστώ όλο το ακριβό μου αίμα

δεν είναι ένας αφόρητος λυγμός;

 

τα λόγια του ακολούθησε

ένα γέλιο που σάρκαζε το χρόνο

ένας παραφρονικός ρυθμός

που άλλο δεν άντεχα

 

ξύπνησα έντρομος

 

το στόμα μου ήταν ανοιχτό

σ’ένα μορφασμό παράξενο

μάτια δεν είχα

αιμορραγούσα από τις μαύρες κόγχες μου

γύρω μου

παλλόταν

το ένιωθα

ένας ανθρωποκεανός

κάποιος νεκρός

το ήξερα

άγνωστο πως

σερνόταν ήδη

πάνω σε κάτι που έμοιαζε

με προκυμαία

 

ερχόταν

για να δεθεί αιώνια μαζί μου

 

ούρλιαξα

άηχος τρόμος

κλινικά νεκρός

 

μια μέρα

θα με περιμένεις;

θ’ ανατείλω

όμως θα είσαι πια νεκρός

κι έτσι μονάχος θα απλωθώ

ως τ’ακροδάχτυλα του εαυτού σου

θα το αντέξεις;

 

δεν είναι όλο τούτο

πες μου

ένας αφόρητος λυγμός;