Ανακίμ

 

Στα γιγάντια μπράτσα σου

κράτησέ με

σήκωσέ με απ’το τώρα

που χωμάτινο φέρετρο γίνεται

κι ανύψωσέ με στο Αεί

που λαχταρά η ψυχή μου να εισέλθει

αιώνες τώρα

όχι μόνη

ούτε άφιλη

με τον Άνθρωπο του Κλεισμένου Χρόνου

συντροφιά

τον αδελφό του ληστή

τον πατέρα του προδότη

την οικογένεια του κρεμασμένου

 

έχουμε δώσει τα χέρια

όλοι εμείς

που στο αίμα μας σταλάζει σαν σκουριά

το μάταιο

 

και βαδίζουμε αντάμα…