Το μαύρο κορδόνι

 

Το μαύρο κορδόνι

Έγινε λευκό σχοινί

Με τύλιξε γύρω απ’το λαιμό

Και στον επιθανάτιο ρόγχο

Είδα τον κόσμο

Όπως αληθινά είναι

 

Είδα χέρια αποσαρκωμένα

Αιδοία και πέη ματωμένα

Είδα υγιείς λερωμένους με ζωή

Και αρρώστους πρησμένους

Απ’το σφρίγος του θανάτου

Είδα παιδιά σκελετωμένα

Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους

Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο

Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα

Και είδα πως τούτο το φως

Ήταν γεμάτο και φλύκταινες και πύο

 

Το μαύρο περιλαίμιο

Έγινε άσπρη λαιμαριά

Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά

Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

 

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους

Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους

Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου

Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου

Κοπέλες δρόσινες

Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή

Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος

Να σκάβουν το σκοτάδι

Με τα ωραία τους δάχτυλα

 

 

Μάτια βγαλμένα

είδα

Από τυφλούς

Που σιχάθηκαν να βλέπουν

Και σαν τον Ωριγένη

Ευνούχους που λάτρεψαν

Την αναπηρία τους

 

Πονούσα

Σχιζόταν η καρδιά μου

Και η μαύρη ζώνη

Έγινε λευκή φωτιά

Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά

Είδα κι εμένα

Να περιφέρομαι

Σα να μην συμβαίνει τίποτα

Ανάμεσά τους…